Βρήκες κάτι;

Μπα, ακόμα τίποτα.

Ένα ερώτημα, δυο μόνο λέξεις.

Δυό δυνατές μαχαιριές στη καρδιά.

 

Θλίψη βουβή, πόνος αφόρητος.

Κάθε πρωί η ίδια εύλογη απορία

τι θα κάνεις; πως θα περάσει κι’ αυτή η μέρα;

Μια σύγχρονη τραγωδία,

απάντηση δυστυχώς, καμία.

Σε κάθε χτύπημα τηλεφώνου, η ίδια ατέλειωτη αγωνία.

Πετάγεσαι σαν αλαφιασμένη, μήπως;

Μήπως και είναι για κάποια

απ’ τις αμέτρητες αιτήσεις για δουλειά,

που περιμένεις.

Προσπαθείς μάταια, να κρατηθείς απ’ την ελπίδα

να πιαστείς από κάπου,

να σταθείς όρθια, να στηριχτείς.

 

Κι’ οι μέρες περνάνε, ίδιες κι απαράλλαχτες

σε θλίβουν, σε πονάνε.

Ο χρόνος δυστυχώς δεν περιμένει, είναι αμείλικτος

η ίδια η ζωή έγινε αμείλικτη,

σε προσπερνά αδιαφορώντας για σένα

σε ένα αδιέξοδο αγώνα δρόμου,

χωρίς ελπίδα, δίχως έλεος.

 

Καθηλωμένη προσπαθείς να σκεφτείς,

δύσκολο να συγκεντρωθείς.

Το κουράγιο κάθε μέρα αρχίζει να σε εγκαταλείπει.

Δεν σε ακουμπά τίποτα πια, κουράστηκες, σιχάθηκες.

Βαρέθηκες τα μεγάλα λόγια, διαψεύσεις και ξανά διαψεύσεις.

Τόσες προσδοκίες και υποσχέσεις, δεν σε αγγίζουν πια.

 

Έχεις αρχίσει να αισθάνεσαι τύψεις.

Αναρωτιέσαι που έχεις φταίξει, τι έκανες λάθος.

Σε έκαναν να ντρέπεσαι,

να αισθάνεσαι ένοχη, πικραμένη,

χωρίς ηθικό, ταπεινωμένη.

Εσύ η τόσο άξια και περήφανη

μοιάζεις αφόρητα μελαγχολική,

απελπισμένη, μόνη.

Με τη πίκρα να καθρεφτίζεται στα όμορφα μάτια σου

και την ανασφάλεια να σε εξουθενώνει.

 

Μονάχη ανεβαίνεις τον Γολγοθά σου.

Μονάχη σκουπίζεις τα δάκρυά σου.

Έχεις πάψει από καιρό

να ονειρεύεσαι.

 

Τις πόρτες σού κλείνουν κατάμουτρα,

μία – μία.

Τις εργασιακές σχέσεις

τις κατάντησαν σε επίπεδο δουλείας.

Σου κλέβουν τη ζωή,

σου ρημάζουν τη ψυχή.

Και τα όνειρα σου πεταμένα

στο Ταμείο Ανεργίας.

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος