Συρματοπλέγματα…

Συρματοπλέγματα βαριά

Ζώνουν την δόλια μου καρδιά…

Οι στίχοι του παλιού λαϊκού τραγουδιού ανάβλυζαν στο μυαλό του καθώς περπατούσε στο μεγάλο δρόμο δίπλα στα χωράφια. Δημοσιά τον έλεγαν παλιά. Ήταν χωματόδρομος που σε έπνιγε με την σκόνη του κάθε που φύσαγε ένα αεράκι, κάθε που πέρναγε ένα αυτοκίνητο.

Τι ειρωνεία, δημοσιά, που πάει να πει διαθέσιμο για όλους. Που σημαίνει πως ανήκει στους πάντες. Αυτό που τώρα δεν ανήκει παρά σε αυτούς που μετέτρεψαν την δημοσιά σε δρόμο. Κανονικό δρόμο με πίσσα και διαγράμμιση που δεν σε πνίγει όταν φυσάει ένα αεράκι ή άμα περνάει αυτοκίνητο.

Είναι το μυαλό περίεργο πράγμα. Μοιάζει κάτι φορές σαν οθόνη «σινεμά». Τα συρματοπλέγματα του έφεραν στο νου το παλιό τραγούδι, το τραγούδι, το παλιό γραμμόφωνο με το χωνί και το κουρδιστήρι του. Με τον παλιό δίσκο 78 στροφών να γρατζουνάει και να ανασηκώνει το μπράτσο της βελόνας.

Πόσα συρματοπλέγματα είχε και έχει αυτή η ζωή. Πόσο βαριά. Πόσους αγκαθωτούς ελικοειδείς κόμπους.

Πιτσιρικάς, όταν περνούσε το συρματόπλεγμα με τους φίλους, ένιωθε κάπως. Όπως όταν πατούσε στο χαλί με τις λάσπες. Το ίδιο και οι φίλοι.

Και τι ήθελαν;

Να τρέξουν στην απέραντη πρασινάδα, να κυλιστούν «βαρελάκια» από την κορυφή του λόφου. Να γελάσουν με την ψυχή τους. Με όλη τους την ψυχή.

Κι όμως γελούσαν με την μισή ψυχή τους και η αιτία ήταν το συρματόπλεγμα. Το όριο που είχαν ξεπεράσει.

Αλήθεια ποιος βάζει τα όρια στο γέλιο των παιδιών; Ποιος τους στερεί το μισό από το ολόκληρο γέλιο τους;

Αργότερα, όταν του είπαν θα βάλεις το χακί, νάτα πάλι μπροστά του και γύρω του τα συρματοπλέγματα. Τα φύλαγε με το όπλο επ’ ώμου ή παρά πόδα, τα πέρναγε ως σύνορα ενός υποθετικού εχθρού, τα παρέκαμπτε λασπωμένος, έρπειν, με φούμο και με φόβο μήπως γαντζωθεί στους κόμπους και τα καρφιά τους. Το ίδιο και οι συνάδελφοι, το ίδιο και οι ανώτεροι. Με φούμο και φόβο.

Ποιος βάζει σύνορα στον κόσμο; Ποιος φυτεύει συρματοπλέγματα και φόβο στις ανθρώπινες ψυχές;

Δουλειά μετά. Εταιρία, αφεντικά, προϊστάμενοι, υφιστάμενοι, συζητήσεις, αναζητήσεις, αναλύσεις και όρια. Ευδιάκριτα. Στοιχειωμένα και ορατά. Συρματοπλέγματα πάλι.

Το γραφείο σου, η περιοχή σου, η ευθύνη σου, το ψωμάκι σου δίπλα στο νοητό πια συρματόπλεγμα. Έχεις φαντασία, μεγάλη φαντασία. Αχαλίνωτη και έξω από τα σύνορα και τα όρια τα επιτρεπτά. Διεκδικείς και φαντάζεσαι έναν κόσμο που δεν υπάρχει εντός των συνόρων που πολύ ορθά ορίστηκαν για να μην γίνουμε ζούγκλα.

Μα εγώ δεν θέλω «ζούγκλα», το υπόλοιπο από το ολόκληρο χαμόγελο θέλω. Το φόβο και το φούμο να βγάλω από πάνω μου. Το συρματόπλεγμα να ξηλώσω. Ποιον πειράζω; Ποιον ενοχλώ; Ποιον ζορίζω;

Ήρθε και η οικογένεια. Αγάπη, ευτυχία και ασφάλεια. Προσφορά και αποδοχή. Και παιδιά. Να σου χαρίζουν από την κούνια τους ακόμη, να σε αγκαλιάζουν και να μην οριοθετούν, να σε κοιτάζουν με τα μεγάλα τους μάτια -όλα τα παιδιά έχουν μεγάλα μάτια- που τα μεγαλώνουν επίτηδες για να σε κλείσουν μέσα τους, εσένα τον μεγάλο. Που σε λατρεύουν χωρίς σύνορα και ευτυχώς δεν πρόλαβαν ακόμη να τα δουν, τα ρημαδιασμένα τα συρματοπλέγματα.

Να μην τα δουν ποτέ, να μην νιώσουν ποτέ πως πάτησαν στο χαλί με τις λάσπες, να γελάσουν στα βαρελάκια με ολόκληρο το χαμόγελο και να ζήσουν. Έξω από το συρματόπλεγμα αλλά και μέσα δεν πειράζει.

Το σύνορο να φύγει, ο φόβος και το φούμο να φύγουν, το συρματόπλεγμα να φύγει.

Συρματοπλέγματα βαριά

Ζώνουν την δόλια μου καρδιά…

Το τραγούδι τελείωσε, ο περίπατος στον δρόμο, πρώην δημοσιά τελείωσε. Το μυαλό ταξίδεψε και έσπασε τα συρματοπλέγματα.

Αυτά τα άτιμα όμως, ακόμη εκεί στέκουν. Σκουριασμένα και κοφτερά. Στοιχειωμένα.

Βρε, θα τα ξηλώσουμε ποτέ;

 

Γράφει ο Βαγγέλης Τσερεμέγκλ​ης

Γεννήθηκα πριν από 49 χρόνια στο Περιστέρι. Εκεί μεγάλωσα, εκεί έπαιξα, εκεί πήγα σχολείο, εκεί πρωτοδούλεψα, εκεί μένω ακόμη.  

Οι  παλιές γραφές μου, όσες γλίτωσαν το καλάθι των αχρήστων, είναι καταχωνιασμένες στα συρτάρια και τα ντουλάπια αρνούμενες κατηγορηματικά να εκτεθούν από ντροπή και συστολή.  

Οι νεότερες και μάλλον πιο ώριμες, σερφάρουν διαδικτυακά, πότε εδώ και πότε εκεί, αλήτισσες και ανεξέλεγκτες.  

Η  φλόγα παραμένει ζωντανή και το μικρόβιο θεριεύει τελευταία σαν να μην μπορεί να χωρέσει πια στο κουτί του νου. Εκτίθεται τώρα, χωρίς καμία συστολή, αναζητώντας χώρο ανάμεσα σε αυτούς που γνωρίζουν και αυτούς  που επιθυμούν να μάθουν.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!