Select Page

Ταλέντα που σκόρπισαν στον άνεμο

Ταλέντα που σκόρπισαν στον άνεμο

 

 

 

Ο Γεράσιμος έβαλε την κόψη του χεριού του κάθετα στο μέτωπό, για να προστατεύσει τα μάτια του από τον καυτερό ήλιο και τον ιδρώτα που κυλούσε ανάμεσά τους. Ήταν ήδη τέλη Ιουνίου, η ζέστη αρκετά έντονη και το να δουλεύει κανείς οχτώ με δέκα ώρες φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι ήταν εξουθενωτικό, ακόμη και για έναν νέο άνθρωπο. Ο Γεράσιμος όμως, δεν ήταν νέος. Παρόλο το στιβαρό του παρουσιαστικό, κοιτάζοντάς τον κάποιος προσεχτικά, αντιλαμβανόταν ότι είχε τουλάχιστον έξι δεκαετίες στην πλάτη του.

Σταμάτησε λίγο να πάρει ανάσες. Κοίταξε τον συνάδελφό του που έσερνε τα πόδια του ασθμαίνοντας και του φώναξε:

«Σε δέκα λεπτά σχολνάμε Πανάγο. Πήγε πέντε η ώρα. Αυτά τα αναθεματισμένα τα κιβώτια δεν πρόκειται να τελειώσουν. Ας τα παρατήσουμε για σήμερα. Και αύριο μέρα είναι».

Ο Πανάγος, ένας κοντόχοντρος σαραντάρης με ξυρισμένο κεφάλι κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Αντίκρισε έναν άντρα ψηλό, λίγο καμπούρη, με γαμψή μύτη και μεγάλα καστανά μάτια, που οι μύες και οι τένοντες διαγράφονταν κάτω από το ηλιοκαμένο δέρμα του σαν χοντρά, καραβίσια σχοινιά.

«Σήμερα, πραγματικά τα έχω φτύσει», του είπε. «Θαυμάζω την αντοχή σου Γεράσιμε».

Ο Πανάγος κοίταξε αφηρημένα, χωρίς συγκεκριμένη εστίαση, τον θαλάσσιο ορίζοντα.

«Είμαι 61 ετών, γέρασα πλέον», είπε ονειροπόλα. «Ως πότε θα αντέχω σ’ αυτή τη δουλειά;»

«Κουραφέξαλα Γεράσιμε. Εσύ έχεις ανεξάντλητη αντοχή. Διαφέρεις, δεν είσαι φτιαγμένος από την ίδια ουσία που είμαστε όλοι εμείς οι άλλοι».

Στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων, ο Γεράσιμος χαμογέλασε πικρά. Πόσες φορές δεν είχε ακούσει κάτι ανάλογο στο παρελθόν! Πόσο ακράδαντα το πίστευε κάποτε και ο ίδιος και πόσο χαιρόταν, όταν οι άλλοι το αναγνώριζαν!

Εδώ και χρόνια όμως, είχε πάψει να το πιστεύει. Τις λίγες φορές που οι άλλοι έκαναν νύξη για τις σπάνιες φυσικές του δυνατότητες, περισσότερο ενοχλούνταν και δυσανασχετούσε, παρά κολακεύονταν. Πλέον το παιχνίδι είχε παιχτεί, δεν είχε χρόνο να αλλάξει τίποτα, ο τελικός απολογισμός ήταν εις βάρος του, είχε ηττηθεί και παρόμοια λόγια έκαναν την αποτυχία του να φαντάζει δυσβάσταχτα μεγάλη.

Γιατί η ζωή είναι παγερά αδιάφορη και αμείλικτη ως προς το ταλέντο, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, τις αξίες που δεν αναγνωρίστηκαν, τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν.

Και ο ψυχρός, μαθηματικός φακός της ζωής κατέγραφε έναν ταλαιπωρημένο εξηντάρη, χωρίς οικογένεια, χωρίς γυναίκα, χωρίς χρήματα στην άκρη, που αναγκαζόταν να ασκεί τη ρουτινιάρικη, εξουθενωτική εργασία του αχθοφόρου για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Τελείωσε τη δουλειά, χαιρέτησε δύσθυμα τον Πανάγο και πήρε τον παραλιακό δρόμο. Περπατούσε μηχανικά, με το κορμί τσακισμένο από την κούραση, τα μάτια του να παρατηρούν αφηρημένα τους γλάρους που εφορμούσαν στα αφρόψαρα και το μυαλό του βυθισμένο σε σκέψεις.

Κι όμως η εξέλιξη της ζωής του θα μπορούσε να είναι εντελώς διαφορετική. Πόσες φορές, δεν είχε αναπαραγάγει στο μυαλό του την ίδια και την ίδια σκέψη! Πόσες φορές δεν έχει ξαναζήσει νοερά τις ώρες και ημέρες εκείνες, που κατά τη γνώμη του, καθόρισαν την πορεία ολόκληρης της ζωή του! Πόσες φορές δεν είχε αλλάξει με την φαντασία του την πορεία που χάραξε το πεπρωμένο και είχε αφεθεί νοερά στην ηδονή μιας επιτυχίας, που αν και την άξιζε, δεν μπόρεσε να την κατακτήσει!

Χωρίς να το καταλάβει έφτασε στον «Κόκκινο βράχο», το καφενείο στο παλιό λιμάνι, που ήταν το στέκι του.

Περπάτησε ανάμεσα στους πελάτες με το κεφάλι σκυφτό,, απάντησε μηχανικά σε κάποιους γνωστούς τους που τον χαιρέτησαν και έπιασε ένα απομονωμένο τραπεζάκι. Ήρθε ο καφετζής για παραγγελία.

«Πως πάει Γεράσιμε;»

«Τα ίδια. Φέρε μου ένα πενηντάρι τσίπουρο».

‘Έστριψε τσιγάρο και το άναψε. Στα 37 χρόνια που κάπνιζε, το είχε κόψει μία και μοναδική φορά, για δύο μήνες. Αγόρασε μάλιστα και ένα κομπολόι από κεχριμπάρι για να υποκαταστήσει το τσιγάρο. Γρήγορα όμως βαρέθηκε το κομπολόι και ξανάρχισε το κάπνισμα.

Μπροστά από τον Γεράσιμο μία παρέα νεαρών που παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο στη τηλεόραση, φώναζαν και συζητούσαν μεταξύ τους ζωηρά.

«Μεγάλο ταλέντο αυτός ο Καρέλης», είπε κάποιος από αυτούς. «Θα αφήσει εποχή».

Ο Γεράσιμος σαν να ξύπνησε από λήθαργο, όρθωσε την καμπουριασμένη του ράχη και είπε δυνατά με την βραχνή φωνή του:

«Μάγκες, το ταλέντο δεν σημαίνει τίποτα απολύτως!».

Οι νεαροί γύρισαν και τον κοίταξαν.

«Το ταλέντο είναι σα να βάζεις την υπογραφή σου στο νερό. ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ», επανέλαβε με φωνή βροντερή. Ύστερα ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι, χαμήλωσε το βλέμμα και οι νεαροί βλέποντας ότι η παράσταση δεν επρόκειτο να έχει συνέχεια, αφοσιώθηκαν ξανά στην τηλεόραση. Ο Γεράσιμος έπαψε να ενδιαφέρεται για το τι γίνεται γύρω του, βυθίστηκε στον δικό του κόσμο. Η σκέψη του πέταξε στο παρελθόν, σχεδόν μισόν αιώνα πίσω, τότε που είχε βάλει εκείνο το καταπληκτικό γκολ με ανάποδο ψαλίδι και οι φίλαθλοι τον επευφημούσαν για πέντε σχεδόν λεπτά. Πόσα έχουν αλλάξει από τον καιρό εκείνο, σαν να μην είχε συμβεί σε αυτή τη ζωή, αλλά σε άλλη. Τότε που ήταν δεκαεννιάχρονος έφηβος και το ποδόσφαιρο ήταν γι’ αυτόν το παν, ο μεγάλος του έρωτας, το αγιάτρευτο πάθος του. Ζούσε και ανέπνεε γι’ αυτό, από την ώρα που άνοιγε τα μάτια του το πρωί, μετρούσε τις ώρες και τα λεπτά για να βρεθεί μέσα στο γήπεδο. Γιατί το γήπεδο ήταν ο φυσικός του χώρος, εκεί όπου κυριαρχούσε, αυτός, ένας στρατηγός και η μπάλα, η αγαπημένη και πιστή του ερωμένη που τον υπάκουε τυφλά. Όλα τ’ άλλα ήταν ήσσονος σημασίας, τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη στιγμή που έστελνε την μπάλα στα γκολπόστ του αντίπαλου τερματοφύλακα. Αυτό το ανεπανάληπτο συναίσθημα, που τον εκτόξευε πέρα από τη γήινη σφαίρα, τον εξύψωνε σε ουρανούς μαγικούς και τον έκανε να αισθάνεται βασιλιάς, θεός… Κάτι παρόμοιο δεν μπόρεσε να ξαναζήσει, ούτε καν κάτι να μοιάζει με αυτό, από τη στιγμή που σταμάτησε το ποδόσφαιρο.

Το είχε το γκολ στο αίμα του. Άτι καθαρόαιμο τον ονόμαζαν. Άπαντες τον αναγνώριζαν, ακόμη και αυτοί που τον ζήλευαν. Μαζί με τον Γιάννη τον Μαντά αποτελούσαν ένα επιθετικό δίδυμο φωτιά, που σύμφωνα με τους ειδικούς, ήταν μακράν το καλύτερο που είχε περάσει ποτέ από Ελληνική ομάδα. Επί ημερών τους η Καταιγίδα, η τοπική ομάδα του νησιού είχε γνωρίσει θριάμβους ανεπανάληπτους, είχε κατακτήσει μάλιστα κάποια χρονιά και το πρωτάθλημα της Α Εθνικής.

Και ναι μεν ο Μαντάς ήταν επιθετικός, σπάνιας ποδοσφαιρικής αξίας, αλλά ο Γεράσιμος υπερτερούσε στα σημεία. Ήταν καλύτερος, το ένιωθε ο ίδιος, του το λέγανε οι άλλοι, ακόμη και ο ίδιος ο Μαντάς, σε στιγμές ειλικρίνειας, το παραδεχότανε. Όταν όμως παίχτηκε η μπιλιά της ζωής στη ρουλέτα, που αντί για κόκκινο- μαύρο, είχε τα ονόματα Γεράσιμος-Γιάννης, η μπίλια κάθισε στο Γιάννης.

Οι δύο αυτοί παίχτες, όπως ήταν φυσικό, είχαν μπει στο στόχαστρο των μεγάλων ομάδων του κέντρου. Η μεταγραφή όμως σκάλωνε, γιατί η ομάδα του νησιού απαιτούσε για να τους πουλήσει, ποσά υπέρογκα.

Τότε μεσουρανούσε στο Ελληνικό πρωτάθλημα ο «Κένταυρος Αθηνών». Σάρωνε τα πρωταθλήματα και είχε εντυπωσιακές ευρωπαϊκές πορείες. Όταν κάποια χρονιά, τραυματίστηκε ο βασικός επιθετικός του Κένταυρου, μεσούσης της ποδοσφαιρικής περιόδου, ο προπονητής του Κενταύρου, έδωσε τελεσίγραφο στη διοίκηση: Έπρεπε να αποκτηθεί ή ο Γεράσιμος, ή ο Μαντάς. Άμεσα, με συνοπτικές διαδικασίες, ανεξάρτητα από τα χρήματα που έπρεπε να δαπανηθούν.

Ο πρόεδρος της ομάδος έδωσε το πράσινο φως και την τελική απόφαση την έλαβε ο προπονητής του Κενταύρου, αφού παρακολούθησε τον αγώνα μεταξύ της ομάδος του και της τοπικής Καταιγίδας για το πρωτάθλημα της Α Εθνικής, που συνέπεσε να γίνει τότε.

Ο Μαντάς έκανε το παιχνίδι της ζωής του, έβαλε δύο γκολ, ήταν εκπληκτικός, ενώ ο Γεράσιμος ήταν απλά καλός.

Ο προπονητής του Κενταύρου διάλεξε τον Μαντά.

Όλοι έτρεξαν στον Γεράσιμο να τον παρηγορήσουν.

«Δεν πειράζει Γεράσιμε είναι θέμα χρόνου να έρθει και η δική σου ευκαιρία»

Δυστυχώς η δική του ευκαιρία δεν ήρθε ποτέ. Άλλα επιφύλασσε η μοίρα της ζωής γι’ αυτόν. Ακριβώς δύο μήνες μετά, επιστρέφοντας πιωμένος από ένα γλέντι με φίλους, καρφώθηκε σε ένα στύλο της Δ.Ε.Η. Το αυτοκίνητό του πήρε δύο εντυπωσιακές τούμπες στον αέρα και προσγειώθηκε και σύρθηκε με την οροφή στο οδόστρωμα. Ο ίδιος κονόμησε μια βαρύτατη διάσειση, που τον υποχρέωσε να μείνει μια εβδομάδα σε κώμα και ένα συντριπτικό κάταγμα δεξιάς κνήμης και περόνης, που τον κράτησε εκτός αγωνιστικών χώρων σχεδόν για ένα χρόνο. Επέστρεψε στα γήπεδα, αλλά δεν ήταν πλέον ο ίδιος Γεράσιμος. Ούτε και ξαναβρήκε ποτέ τον παλιό, καλό εαυτό του. Έπαιξε όμως για δύο χρόνια μπάλα στην ομάδα του νησιού, κατάφερε να κάνει ένα μικρό κομπόδεμα, το οποίο το επένδυσε όλο σε μια ταβέρνα που άνοιξε μαζί με ένα φίλο του. Η ταβέρνα, χάρη στη φήμη του Γεράσιμου δούλεψε θαυμάσια, ο συνεταίρος του όμως τον εξαπάτησε. Εκμεταλλευόμενος την απειρία του Γεράσιμου σε τέτοιου είδους μπίζνες, καθώς επίσης και την τυφλή εμπιστοσύνη που του είχε δείξει, κατάφερε και τον πέταξε έξω από την ταβέρνα με κάποια λογιστικά και δικηγορικά κόλπα. Ένα βράδυ ο Γεράσιμος του την έστησε, τον στρίμωξε και τον σάπισε στο ξύλο, με αποτέλεσμα να τον χώσουν φυλακή για ένα τρίμηνο. Όταν βγήκε από τη φυλακή, το ποδόσφαιρο αποτελούσε οριστικά παρελθόν για εκείνον. Έκανε διάφορες δουλειές, ελαιοχρωματιστής, οικοδόμος, γκαρσόνι, πορτιέρης σε μπαρ με γυναίκες, προτού στεριώσει ως αχθοφόρος στο λιμάνι, δουλειά την οποία έκανε είκοσι χρόνια τώρα.

Στην αντίπερα όχθη, ο Γιάννης ο Μαντάς έκανε λαμπρή καριέρα στον Κένταυρο Αθηνών. Κέρδισε δόξα, χρήματα, ταξίδεψε στο εξωτερικό, είχε σχέση με γυναίκες διάσημες, γοητευτικές, γυναίκες που δεν θα καταδεχόταν να τιμήσουν τον Γεράσιμο ούτε με ένα βλέμμα τους. Έζησε ζωή παραμυθένια ο Μαντάς, έκανε όλα τα όνειρά του πραγματικότητα, ήταν ο προνομιούχος, ο εκλεκτός της ζωής.

Θα μπορούσε να είναι αυτός στη θέση του.

«Δεν βαριέσαι!», μονολόγησε δυνατά.

«Θέλεις κάτι Γεράσιμε;», τον ρώτησε ο καφετζής.

Ο Γεράσιμος επανήλθε στο παρόν.

«Ένα πενηνταράκι τσίπουρο και φέρε και τίποτα για μεζέ. Χταποδάκι ή γαύρο, αν έχεις σημερινό».

Ήρθε το τσίπουρο και ο Γεράσιμος τράβηξε μία γερή απολαυστική γουλιά. Ύστερα άναψε τσιγάρο και ρούφηξε τον καπνό ηδονικά.

«Δεν βαριέσαι!» συλλογίστηκε. «Πάλι καλά που είμαι ζωντανός και υγιής και μπορώ να απολαμβάνω το τσιπουράκι μου δίπλα στη θάλασσα. Θα μπορούσα να είμαι μακαρίτης και να μην αντικρίζω το φως του επάνω κόσμου».

Όρθωσε την σκεβρωμένη του ράχη, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ήλιο που ήταν ακόμα ψηλά και έπαιζε κρυφτούλι με κάτι άσπρα σύννεφα.

 

_

γράφει ο Βασίλης Γιοντζής

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!