Select Page

Τα βαφτίσια

Τα βαφτίσια

 

 Διαβάστε το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ και το δεύτερο εδώ.

 

- «Ρούλα...»

Η βραχνή σαν φαρυγγίτιδα φωνή, έσπασε την πεντάλεπτη σιωπή που επικρατούσε στο μισοσκότεινο δωμάτιο.

- «Σςςς, μην μιλάς… της απάντησε ο Λιάκος» (Ασημένιος ακόμη στην πραγματικότητα) με την επίσης βραχνή εφηβική φωνή.

Προσπαθούσε επί ένα πεντάλεπτο να συνειδητοποιήσει πως άφησε για πάντα τον κόσμο των εφήβων, σφραγίζοντας την πόρτα πίσω του και ανοίγοντας την πόρτα του κόσμου των ανδρών, με τη βοήθεια της Ρούλας.

Αυτής που μέχρι πριν λίγο, φώτιζε το κοκκινόμαυρο μισοσκόταδο του δωματίου με το πρόσωπό της. Που κάλυπτε τα τριξίματα του ελαττωματικού άθλιου σουμιέ με τα βογκητά της.

Προσπαθούσε να κατέβει στην πραγματικότητα και να σταθεί στα πόδια του αλλά και να αποφύγει τις συστάσεις με ονόματα. Ήταν εκείνο το Ασημένιος που δεν τόλμαγε να το πει φοβούμενος τα χάχανα αυτής που πριν λίγο του παρέδωσε το κλειδί της πόρτας του αντρικού κόσμου.

Άμυνα λοιπόν, και βλέπουμε.

- «Ναι πες μας τώρα ότι παπάς, νονός και ο γέρος σου τακίμιασαν αποβραδίς στο καφενείο και είπαν ότι όταν σε σηκώσει ο παπάς στον αέρα «βαφτίζεται η δούλη του θεού κλπ» θα πει Ρούλα. Έτσι για να την φέρουν στην γκρινιάρα τη μάνα σου και να σου δώσουν το όνομα της πεθεράς της, που δεν την χώνευε.»

- Χαχαχαχαχα, σείστηκε ο σουμιές και το δωμάτιο ολόκληρο, από το χαχανητό της.

- «Σε καλό σου ρε λεβεντιά, σε καλό σου, καινούργιο συκώτι έκανα. Σιγά μην υπογράψανε και νιτερέσο και σιγά μην ήταν ο γέρος μου εκεί. Κόρη βάφτιζε και απαραίτητο δεν το ‘βρισκε, να ‘ναι παρόν στο μυστήριο. Μήπως νομίζεις πως μοίραζε γλυκά και μπουμπουνιέρες στον κόσμο ή κερνούσε ρακές στους καφενέδες για τις χαρές του; Εδώ δεν νοιάστηκε αν γεννήθηκα, τα βαφτίσια θα τον σκουτουριάζανε;»

- «Ώπα έκανα φάουλ και συγγνώμη, έξυσα πληγή νομίζω...»

- «Όχι αντράκι μου, δεν τρέχει κάστανο. Μην σκιάζεσαι και η Ρούλα δεν μασάει από τέτοια. Η Ρούλα είναι εδώ και χέστηκε γι’ αυτούς που λείπουν ή που έλειψαν όταν έπρεπε», του είπε και του χάιδεψε το μάγουλο σαν να γνωριζόντουσαν από παλιά. Σαν να ήταν ζευγάρι και εκείνη τον υπολόγιζε στο σεβντά και το μεράκι του.

Έτσι το ένιωσε εκείνο το χάδι. Έτσι το εισέπραξε, έτσι άρχισε να νιώθει να χαλαρώνει το μέσα του, από τους φόβους και τα άγχη που του φόρτωνε το όνομά του.

Πήγε να ανάψει τσιγάρο, της πρόσφερε πρώτα από το δικό του πακέτο αλλά κλείνοντας το κόκκινο SANTE σκέτο, έπαθε σοκ. Στο σημείο που φιγουράριζε η Μέριλιν, η ξανθιά θεά, σήμα κατατεθέν της μάρκας, είδε το πρόσωπο της Ρούλας. Στην πραγματικότητα δεν διέφεραν και πολύ. Αλλά να έρθει να στογγυλοκάτσει η φάτσα της πάνω στο πακέτο. Ρε τι έπαθα ο άνθρωπος; Την πάτησα με τη μία, δεν εξηγείται αλλιώς. Έτσι θα είναι από δω και μπρος; Με κάθε μια που πηγαίνω θα την βλέπω μετά πάνω στα τσιγάρα; Να αλλάξω μάρκα δεν λέει, θα μου κάνουν το λαιμό “όργωμα”. Να κόψω το κοκό πάλι δεν λέει, γιατί όπως και να πεις καλό ήταν.

Φύσηξε φουρτουνιασμένος μια γερή προς το ταβάνι και την κοίταξε όλο απορία.

- «Τι έγινε, δεν σου άρεσε, σε χάλασε κάτι, τι στο διάολο έπαθες στα καλά του καθουμένου, τον ρώτησε με αληθινή έννοια στα μάτια.»

- «Με το συμπάθιο κιόλας ρε Ρούλα αλλά κοίτα το πακέτο μου. Είσαι εσύ αυτή;  η κάνουν τα μάτια μου πουλάκια; Αυτή δεν είναι εκείνη η Αμερικάνα η Μέριλυν, την έχω δει κανα δυο φορές στα προσεχώς του σινεμά.»

- «Αυτή είναι, αυτή. Εγώ είμαι εγώ και όπως κάθε σωστή επαγγελματίας, προσπαθώ να της μοιάσω. Είναι βλέπεις η “φαντασίωση” κάθε αρσενικού στις μέρες μας. Θέλοντας και μη, γιατί τα χρόνια είναι ζόρικα και η δουλειά κομμένη, αφού ο “πανάγαθος” μου έδωσε αυτά τα χαρακτηριστικά, με λίγο “σοβάντισμα” τα ψιλοκαταφέρνω να της μοιάζω. Τώρα αν εσένα σου φαίνομαι σαν δίδυμη αδερφή της, σου χρωστάω ένα κέρασμα για το κοπλιμέντο και την ευχαρίστηση. Εντάξει μαγκάκο μου;»

- «Εντάξει και πάμε πάρα κάτω. Ρούλα από το Μαίρη, από Αργυρώ ή από κάτι άλλο;»

- «Εκεί κολλάς ρε “μπόλικε”, δεν σου φτάνει το κομμένο, το καλλιτεχνικό και θες το κανονικό, το οριτζινάλε;»

- «Άκου, στο μαγαζί μαϊμού και ιμιτασιόν ανταλλακτικά δεν βάζουμε. Ο μάστορας μου τα σιχαίνεται και μου έχει κολλήσει το κουσούρι.»

- «Καααλώς, Ζαχαρούλα μεγάλε, Ζαχαρούλα από την ζάχαρη. Έτσι με βάφτισαν οι συγγενείς, μιας και γονιούς δεν γνώρισα. Ζαχαρούλα, αλλά μου χρωστάς και μένα κάτι.»

- «Τι σου χρωστάω;» της είπε και άρχισαν να τον καίνε τα κρεμμύδια. Ήρθε η ώρα της κρίσης. Έπεσε ο μαλάκας μόνος του στην παγίδα και τώρα πρέπει να γίνουν τα αποκαλυπτήρια. Αν ήταν κοντά σε ντουβάρι θα το είχε ισοπεδώσει τώρα, αν ήταν σε λαμαρίνα θα την είχε βουλιάξει μα και τραπέζι να είχε μπροστά του ανάποδα θα κοίταγε το ταβάνι. Εξυπνοπούλι μου την πάτησες άσχημα και τώρα να δω τη μαστοριά σου. Όλο το αίμα του λες και είχε ανέβει στα αυτιά του. Είχαν γίνει παπαρούνες. Τώρα;

- «Ένα όνομα ας πούμε δεν μου είπες ή ένα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο διάολε. Πάνω στα ντουζένια μου τι να φωνάζω; τεράστιε, μπόλικε, τι;»

- «Γιατί με περνάς για καλλιτέχνη και θες να έχω και ψευδώνυμο ρε Ρούλα;» είπε για να κερδίσει λίγο χρόνο. Κι ο κερδισμένος όμως χρόνος περνάει γρήγορα, έρχεται το πλήρωμά του. Όμως στα γρήγορα μυαλά τα πράγματα γίνονται αυτόματα και δίχως πολύ σκέψη οι αποφάσεις βγαίνουν στο φτερό.

- «Άκου να σου πω και σε προειδοποιώ γι’ αυτό. Προτού σου πω το όνομά μου θα μου υποσχεθείς κάτι.»

- «Σαν τι πρέπει να υποσχεθώ για να μάθω ένα όνομα ρε φίλε;»

- «Ό,τι και να ακούσεις, θα βγάλεις το σκασμό και δεν θα γελάσεις. Ό,τι σου πω θα μείνει σε αυτήν την άθλια κάμαρα, και δεν θα το ξανασυζητήσεις ποτέ, ούτε με τον ίδιο σου τον εαυτό.»

- «Για πάμε το λοιπόν ρε πριγκιπόπουλο που θέλεις και συμβόλαια τιμής για να μας πεις τι είπε ο παπάς στο βαφτίζεται ο δούλος του θεού. Μέσα, ότι πούμε εδώ και τέρμα.»

Ξαλάφρωσε λιγάκι, τα αυτιά του ξαναπήραν το κανονικό το “ανθρωπί” χρώμα, και με μια βαθιά ρουφηξιά ξεκίνησε.

- «Όλες οι αλάνες, τα γήπεδα και τα συνεργεία ξέρουν. Όλοι οι τύποι που με περιτριγυρίζουν ξέρουν κι αυτοί, κι ας κάνουν μόκο μπροστά μου, πίσω μου γελούν με το συμπάθιο κιόλας, σαν τις πουτανίτσες. Χασκογελάνε κάθε που πρέπει να ξεστομίσω το όνομά μου και κάθε που πρέπει να με φωνάξουν, λες και με βρίζουν.

» Έχω την ατυχία να με βαφτίσανε με το όνομα της γιαγιάς μου, γιατί είχε λυσσάξει ο γέρος μου να ακούσει το όνομα της μάνας του. Δεν έφταιγε η δόλια η “βάβα” μου, βασανισμένη γυναίκα ήταν και δυστυχισμένη μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Αυτό το παλιοτόμαρο ο πατέρας μου όμως, έχει όλη την ευθύνη και την κουβαλάει μαζί του εκεί που βρίσκεται. Μας ακούει τώρα και έχει κατουρηθεί στα γέλια ο μπάσταρδος, αλλά ας είναι. Ήρθε η ζωή να τον πληρώσει με το νόμισμα που πλήρωσε εμένα, την μάνα και τα αδέρφια μου. Βλέπει τις χουρμαδιές ανάποδα, μακριά από εδώ για να μην έχουμε πολλά πολλά.

» Ασημένιο με βάφτισαν, για χατίρι του, και το κουβαλάω στην πλάτη όλα τα χρόνια της ζωής μου μέχρι τώρα. Με δουλεύουνε ψιλό γαζί, με το παραμικρό οι πιτσιρικάδες και οι μαστόροι. Ως και οι γύφτοι οι παλιατζήδες που παίρνουν τα σιδερικά από τα μαγαζιά, γελάνε κάτω από τα μουστάκια τους οι “λούλες”.»

Έλεγε, έλεγε, οχετός ο στόμας του. Φαρμάκι που μαζευότανε χρόνια μέσα στην ψυχή του. Πίκρα πιο πικρή και από καφέ για κηδείες και μνημόσυνα. Τα μάτια του είχαν σχεδόν βουρκώσει και η φωνή του έκανε διαρκώς εκείνα τα κοκοράκια που κάνουν οι φωνές των εφήβων που χοροπηδάνε πότε σε νότες αντρικές, πότε σε παιδικές. Ξεφόρτωνε όμως. Αγαλλίαζε σιγά - σιγά και μαλάκωνε η ψυχή του.

Σα να ερχότανε πάνω το διαμάντι που έκρυβε στο βούρκο όλα τα χρόνια. Το ακατέργαστο πετράδι της αγάπης και της κατανόησης για όλους.

Όταν πια είχε γαληνέψει εντελώς, η φωνή φαρυγγίτιδα της Ρούλας έπιασε το νήμα και το νόημα.

- «Aντράκι μου μην σκιάζεσαι, δεν το γουστάρεις το Ασημένιος, δεν το ‘χεις. Λιάκο σε λένε από τώρα, που είναι βαρβάτο σαν και εσένα και άμα φύγεις από εδώ να πας να τους το πεις. Λιάκο με λένε μάγκες ο Ασημένιος ψόφησε. Τον κλάψανε οι ρέγκες.»

Ένα της χάδι και μια ματιά σαν αυτές που δίνουν οι φλογερές γυναίκες στους άντρες τους για να τους ανεβάσουν στα ουράνια ήταν αρκετά. Του τα έδωσε απλόχερα και εκείνος τα βάστηξε στην τεράστια παλάμη του, φυλαχτό για μια ολόκληρη ζωή. Τα κράτησε ως το πολυτιμότερο δώρο και δεν το ξέχασε ποτέ.

Όταν πια έφευγε, κοντοστάθηκε στην πόρτα την κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια και την καληνύχτισε γνωρίζοντας πως δεν θα την ξαναέβλεπε ποτέ. Το κατάλαβε και εκείνη και δίνοντας του ένα φιλί στο μάγουλο άφησε ένα δάκρυ της να τρέξει ελεύθερο.

Σαν αυτά τα διαμάντια που δεν εκτιμώνται ούτε λογαριάζονται στα περιουσιακά στοιχεία κανενός.

 

γράφει ο Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

9 Σχόλια

  1. Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

    Καλημέρα και καλό μήνα σε όλους.
    Ο Λιάκος σήμερα διάλεξε να μας πει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο ότι ” εδώ είναι ο παράδεισος και η κόλαση μαζί”. Ότι οι άγγελοι, επιφορτισμένοι με την ευθύνη να λειαίνουν τις γωνίες της ψυχής μας και να παίρνουν το βάρος που κουβαλάμε σε αυτήν, βρίσκονται εδώ, ανάμεσά μας. Δεν έχουν μια συγκεκριμένη μορφή,δεν ασκούν κάποιο συγκεκριμένο επάγγελμα, αλλά είναι εδώ και περιμένουν να μας ακούσουν. Φτάνει μόνο να τους εμπιστευτούμε .
    Καλή σας ανάγνωση.

    Απάντηση
  2. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Υπάρχουν “άγγελοι” στη μορφή και στο φέρσιμο που κρύβουν μέσα τους τόση ασκήμια…
    Κι υπάρχουν “άσκημοι” στη μορφή και στο επάγγελμα που λάμπει μέσα τους τόση ομορφιά…
    Τυχεροί όσοι μπορούνα να ξεδιακρίνουν ποιος είναι τι…
    Καλημέρα και καλό μήνα φίλε μου Βαγγέλη!

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Όταν Βάσω μάθουμε να ακούμε την φωνή της ψυχής μας, το βέβαιο είναι ότι οι άγγελοι “μαϊμού” δεν μπορούν να μας μπερδέψουν .
      Σε ευχαριστώ για το σχόλιο και την ανάγνωση.

      Απάντηση
  3. Άννα Ρουμελιώτη

    Καλό μήνα Βαγγέλη!!Ναι η ζωή είναι παράδεισος και κόλαση μαζί και πιο πολύ κόλαση ίσως……ο Λιάκος είναι συγκλονιστικός για άλλη μια φορά!Συγχαρητήρια!!!

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Το ποτήρι μισογεμάτο Άννα και ότι είναι θε ναρθεί αλλιώς να προσπεράσει. Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια.

      Απάντηση
  4. Άννα Ρουμελιώτη

    Η ψυχή είναι το μόνο περιουσιακό μας στοιχείο!!!Συγκλονιστικός ο Λιάκος και η ψυχή του για άλλη μια φορά!!!Καλό μήνα εύχομαι!!!

    Απάντηση
  5. Άννα Ρουμελιώτη

    χμμμμ ο “δάιμων” του Η/Υ μου δεν μου έδειξε το προηγούμενο σχόλιό μου….η ουσία όμως είναι ότι η δύναμη της ψυχής του Λιάκου προσπερνάει τα ποτήρια μισογεμάτα ή όχι…

    Απάντηση
  6. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    Βαγγέλη τούτη η σκηνή, που σε όλους σχεδόν τους άντρες της παλιότερης γενιάς, κάτι θυμίζει – ευχάριστο ή δυσάρεστο -εμένα με συγκίνησε πολύ. Πραγματικά εκτός από την εξαιρετική σου ικανότητα να περιγράφεις σκηνές άλλων εποχών με ολοζώντανους διαλόγους, αγγίζεις και ευαίσθητες χορδές. Η Ρούλα – Μεριλιν πραγματικό κόσμημα χαρακτήρα. Και να φανταστείς κάποτε χρόνια πριν κάπνιζα SANTE. Βαγγέλη πίστεψέ με σε παρακαλώ είσαι γνήσιο ταλέντο.
    Πάμε παρακάτω……

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Το έχω πει και σε άλλο σχόλιο, δεν έχω συνηθίσει στους πολλούς επαίνους και νιώθω μιά ντροπή όταν πέφτουν βροχή. Αυτό που προσπαθώ να δώσω σε κάθε έναν από τους αναγνώστες είναι κάτι γνήσιο και αληθινό χωρίς ψεγάδια και περιττά στολίδια.
      Θέλω προσωπικά Χριστόφορε να σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια, αλλά κυρίως για τον χρόνο που ξεκλέβεις από τα εγγονάκια σου, χρόνο υπερπολύτιμο για εκείνα και για σένα, για να διαβάσεις τα γραπτά μου. Αυτό προσωπικά για μένα έχει τεράστια αξία και το εκτιμώ απεριόριστα.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!