Εντωμεταξύ, πολλοί δεν έχουν σχήμα. Σε ό,τι δοχείο κι αν τους βάλεις, το γεμίζουν ακριβώς. Έρχονται κουτί με τα τοιχώματα.
Σε στρογγυλό βάζο, στρογγυλοί.
Σε τετράγωνο ποτήρι, τετράγωνοι.
Σε ανοιχτό μπολ, ξεχυμένοι.
Δεν είναι σαν κανένα γωνιώδες αντικείμενο, έπιπλο ογκώδες, που το σπρώχνεις και δεν πάει πουθενά, βαρύ, μασίφ, ακούνητο. Το βάζεις σε μια πλευρά του τοίχου ταιριαγμένο με μια βαριά πολυθρόνα δίπλα του, με μεγάλες πλάτες, μεγάλα μπράτσα, σαν μάνα αυταρχική. Γιατί, υπάρχουν βέβαια κι αυτοί. Οι πατέρες μπουφέδες, οι μπερζέρες μητέρες, τα κρεβάτια, οι κονσόλες, σκοτεινά όλα και μουντά, αμίλητα και σκυθρωπά, δε συναναστρέφονται εύκολα, ούτε τυχαία, στέκονται ανυποχώρητα σαν μοναχικοί, αμίλητοι καλόγεροι στην είσοδο της πόρτας. Ούτε καλημέρα, ούτε καλησπέρα. Στερεοί και σταθεροί. Τζάκια στο κέντρο του καθιστικού, που σε ζεσταίνουν. Πιάνουν πολύ χώρο. Απλώνουν το σχήμα τους, τον τρισδιάστατο όγκο τους, τη θέση τους στους τοίχους και στα σανίδια της ζωής σου. Τους βλέπεις και λες: «Αυτό είναι το τραπέζι. Εκεί είναι η καρέκλα». Τους σέβεσαι και τους υπολογίζεις. Τους συνηθίζεις, δεν σκοντάφτεις πλέον πάνω τους, δεν τους αντικαθιστάς, δεν τους αναπληρώνεις. Σταθεροί και σίγουροι. Στην ίδια θέση. Με την ίδια σταθερή τους θέση. Δε θα σε διαψεύσουν, θα κάνουν αυτό που περιμένεις, σ΄ αρέσει δε σ΄ αρέσει.
Μεγάλη δυσκολία. Μεγάλη βεβαιότητα.

Οι υγροί από την άλλη, όσο εύκολα κι αν τακτοποιούνται κι αν βολεύονται, όσο εύκολα κι αν προσαρμόζονται, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μην τους αναγνωρίσεις. Ποιό σχήμα θα έχουν πάρει αύριο? Θα εξακολουθήσουν να αγαπούνε ό,τι αγαπούσαν μέχρι χθες? Γιατί, το κάθε αγγείο που τους περιέχει δεν είναι απόλυτα δικό τους. Είναι μια ξένη επιβολή. Μια έξωθεν επιρροή. Σήμερα του ενός, αύριο του άλλου. Απόψε αγαπούν το πιάνο, αύριο το μπουζούκι. Το πρωί παντρεύονται. Το βράδυ χωρίζουν. Περνούν καλά μαζί σου, περνούν και χωρίς εσένα. Γλιστρούν και ξεγλιστρούν. Σε κανάτες και ποτήρια, ποτιστήρια, παγουράκια, λακκούβες και κανάλια. Στερεύουν κάποτε.
Μεγάλη ευκολία. Μεγάλη αμφιβολία.

Ιδού και τα αερικά. Ελεύθεροι σαν αέρας, ηχηροί σαν παιδιά, πηγαινοέρχονται και φυσάνε παντού. Ούτε σε πιάτα βαθουλά, ούτε σε δοχεία στεγανά, ούτε σε γυαλιστερά παρκέτα. Δεν στέκονται ποτέ. Ταξιδεύουν. Δεν κοιμούνται. Ξαγρυπνούν. Και σε ξυπνάνε. Μεταφέρουν μυρωδιές και αναμνήσεις, φόβους κι όνειρα. Λίγο παγωμένοι τις περισσότερες φορές, βοριάδες, ορμούν απ΄ το παράθυρο και σ΄ ανατριχιάζουν. Μην κλείσεις το παράθυρο. Κάπως δροσεροί κάποιες άλλες, δυτικοί άγριοι επισκέπτες, λικνίζουν τις κουρτίνες και σε χαϊδεύουν. Μην τους πιστέψεις. Αμυδρά ζεστοί, ελάχιστες καταδεκτικότητες του νότου, σε κουκουλώνουν ασφυκτικά. Σε πνίγουν γοητευτικά. Το νου σου. Τους παίρνεις με βαθιά ανάσα, τους δίνεις με βαρύ αναστεναγμό. Δεν τους βλέπεις. Δεν τους ακούς. Δεν τους μιλάς. Δεν τους μοιράζεις. Τους κουβαλάς μες στην ανάσά σου. Τους προϋποθέτεις. Σε προϋποθέτουν.
Μεγάλη ιστορία.

 

Πηγή εικόνας του άρθρου: http://www.flickr.com/photos/maldoit/62158548/