Τα φώτα του Παγασητικού

31.08.2020

 

«Νύχτες αφέγγαρες, βουλιαγμένες στα καυτά νερά της αμαρτίας. Κορμιά γυμνά κι ιδρωμένα, σεντόνια ξέστρωτα σε σεντόνια εφήμερα. Κι ο Έρωτας, έκπτωτος θεός, θυσία στον πρόσκαιρο πόθο ψυχορραγεί, νεκρός σχεδόν, στις ακρογιαλιές μιας προδομένης αγάπης»

Γιάννης Ζαραμπούκας, ‘Άτιτλο’

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Ο εκδότης της εφημερίδας ‘Η Άλλη Άποψη’ και παράλληλα δημοσιογράφος – συγγραφέας Αλέκος Χατζηκώστας, υπογράφει ένα ενδιαφέρον διήγημα που φέρει τον τίτλο ‘Τα φώτα του Παγασητικού.’ Το διήγημα δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της Χιώτικης εφημερίδας ‘Χιώτικη διαφάνεια.’[1]

Όπως και ο τίτλος του διηγήματος δηλοί, η πλοκή αναπτύσσεται και περιστρέφεται γύρω από την πόλη του Βόλου, έχοντας ως βασικό θέμα τον έρωτα μεταξύ δύο ενηλίκων, και πιο συγκεκριμένα, την ερωτική απουσία, που εν προκειμένω, μεγεθύνεται, όσο το θηλυκό πρόσωπο καθυστερήσει να στείλει κάποιο μήνυμα στον άνδρα που αναμένει ευρισκόμενος μεταξύ φίλων, στο Βόλο. Εν τη απουσία, το θηλυκό πρόσωπο καθίσταται σημαντικό για την όλη εξέλιξη και ‘οικονομία’ του διηγήματος, καθότι θεωρούμε πως γύρω από αυτό αρθρώνει ή αλλιώς πλέκει τον ιστό  της ιστορίας του, ο Αλέκος Χατζηκώστας, προσδιορίζοντας το εύρος της απώλειας, η οποία εξελίσσεται με τον χρόνο (του αφηγητή) και τα ‘χρόνια να περνούν.’

Στην αρχή του διηγήματος, με γλαφυρό και παραστατικό τρόπο, τονίζεται η διάσταση της σημασίας που αποκτά για την καθημερινή ζωή του αφηγητή η παρουσία της γυναίκας που αγαπά και εξακολουθεί να επιθυμεί. Kαι αυτό συμβαίνει με τέτοιον τρόπο, ώστε να συγκροτηθεί η διαλεκτική μεταξύ παρουσίας και εν-σώματης παρουσίας και απουσίας.

Γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας: «Δεν ήθελε να είναι με διαλείμματα στη ζωή της. Και κυρίως δεν μπορούσε όσο περνούσαν τα χρόνια να μην ακούει καθημερινά τα λόγια της, να μετρά τους παλμούς της καρδιάς της, να απλώνει το χέρι για να πιάσει το δικό της».[2] Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο έρωτας που εδώ μετεξελίσσεται σε μία ‘αγάπη διαρκείας,’ λαμβάνει χαρακτηριστικά καθημερινότητας, τέμνει την ηλικιακή φθορά, επιζητώντας το νόημα και τον χρόνο της επαφής. Χρησιμοποιώντας μία άμεση και στρωτή γραφή η οποία και εμπλουτίζεται από δια-κειμενικές αναφορές ποιητικού τύπου,[3] ο Αλέκος Χατζηκώστας διαμορφώνει ένα οιονεί ατμοσφαιρικό κλίμα, με τα μοτίβα βουνού (Πήλιο) και θάλασσας (Βόλος)[4] να λειτουργούν με αφηγηματικό τρόπο, διότι το διακύβευμα καθίσταται το να μην περιπέσει το εν γένει ατμοσφαιρικό κλίμα, το πρόσημο ενός έρωτα που αναζητεί το ‘άλλο του μισό,’ σε ένα ερωτικό-συναισθηματικό μελοδραματισμό.

Και αυτό θεωρούμε πως επιτυγχάνεται, με το ερωτικό στοιχείο να τοποθετείται εντός μίας πόλης αγαπημένης, στην οποία ο αφηγητής έρχεται σε επαφή με φίλους και με φίλες, επικοινωνεί και διασκεδάζει συνοδεία τσίπουρου,[5] στο εγκάρσιο σημείο όμως όπου το αντικείμενο του πόθου να αντανακλάται σε λεπτές και μη κινήσεις, στο χώρο της πόλης, στο τραπέζι όπου η παρέα διασκεδάζει, ακόμη και στην τρέχουσα πανδημία του κορωνοϊού, για την οποία και διαθέτουμε μία σαφή νύξη: Το κλείσιμο των καταστημάτων στις 12 τα μεσάνυχτα για την αποφυγή του συνωστισμού.

Ως προς αυτό, θα αναφέρουμε πως περισσότερο ο άνδρας που αγαπά και δίδει στην αγάπη του χροιά μνήμης των παρελθόντων ετών με το μέλλον να ‘φέρει αστερίσκο,’ επανεπινοεί την καλοκαιρινή του παρουσία στο Βόλο (στη διήγημα προσδιορίζεται ‘φορτισμένα’  και η μυθολογία της περιοχής), επιδιώκοντας να της προσδώσει ένα επίχρισμα ή μία επίφαση συνέχειας. Όμως, η πληγή παραμένει, είναι χαίνουσα, ορίζοντας την απουσία ως ένα παρόν, ένα Βολιώτικο παρόν που βιώνεται επώδυνα. Έως την στιγμή όπου λαμβάνει το μήνυμα, το κρίσιμο μήνυμα ως προαναγγελία ενός ‘τέλους’ εκφραστικού, όσο και το ισορροπημένο μήνυμα που δέχεται: «Ευχές από…».[6]

Αυτός που στέλνει τις ευχές, όχι ως από μηχανής θεός, αλλάζει τα δεδομένα.  Προτού όμως  φθάσουμε σε αυτό το σημείο, το διήγημα ισορροπεί μεταξύ αγωνίας και διασκέδασης, αναμονής και αναζήτηση ενός ‘ίχνους,’ ενός ‘φωτός.’ Ο Αλέκος Χατζηκώστας παραδίδει ένα ενδιαφέρον αστικό, από την άποψη του χώρου όπου διαδραματίζεται και ατμοσφαιρικό, καλοκαιρινό και ερωτικό διήγημα, νοηματοδοτώντας την ερωτική διάσταση όπως αρθρώνεται και αναπτύσσεται εν τη απουσία. Η φυσική απουσία δεν αμβλύνει την επιθυμία, ‘έως ότου…’ Μάλιστα, είναι ενδεικτικό το ό,τι με το σημαίνον της απουσίας[7] καταπιάνεται ο συγγραφέας των ‘φώτων’ και σε προηγούμενα σύντομα διηγήματα του, σημασιοδοτώντας τον έρωτα ως παιχνίδι μνήμης και ανατροπής.

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Τα φώτα του Παγασητικού,’ Ιστοσελίδα της εφημερίδας ‘Χιώτικη Διαφάνεια,’ 27/08/2020, https://diafaneia.eu/τα-φώτα-του-παγασητικού-γράφει-ο-αλέκο/.

[2] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Τα φώτα του Παγασητικού…ό.π. Αντίστοιχα, μπορούμε να αναφέρουμε πως με το εμπρόθετο μοτίβο της ερωτικής απουσίας, της βιωμένης απώλειας που νοείται ως απώλεια ‘κόσμου,’ για να καταστούμε ολίγον τι ‘Ντερριντιανοί,’ (Zακ Ντεριντά), παίζει ο Λαρισαίος ποιητής, Γιάννης Ζαραμπούκας στην ποιητική του συλλογή με τον εύγλωττο τίτλο ‘Το αναπόφευκτο της μοναξιάς.’ Στο ποίημα του ‘Βάλτοι μοναξιάς,’ η απουσία του αγαπημένου προσώπου ‘χτίζεται’ άμεσα εντός της ποιητικής αφήγησης, όπως και στο διήγημα του Αλέκου Χατζηκώστα, στο σημείο όπου το υπόδειγμα της απουσίας αναπαρίσταται ως ‘απειλή’ που δεν επιδέχεται ανοιχτά παρά την επωδυνότητα (τον «πόνο»). «Η απουσία σου ειρωνική, στέκει έτοιμη να με κατασπαράξει. Μοναδικός σύντροφος στην καταδίκη μου ο πόνος». Η μνήμη, θραυσματικά συγκρατεί την απώλεια, ενώ η μελαγχολία σημαίνεται και ως παραδοχή ‘τέλους.’ Αξίζει να σημειωθεί, πως, ενώ στον ποιητικό λόγο λαμβάνει χώρα απευθείας  η παραδοχή ενός ‘οριστικού ερωτικού τέλους’ που προβάλλεται υπό μορφή ερωτήματος («αλήθεια, τι έμεινε απ’ την αγάπη μας»; ), στον λόγο του διηγήματος, προτάσσεται η ανδρική αγωνία, η αναμονή για την κλήση φωνή και για έναν παρηγορητικό λόγο, με την (ίσως λυτρωτική) παραδοχή ή αλλιώς, τον ορισμό της «αληθινής αγάπης» να έρχεται στο τέλος του διηγήματος. Βλέπε σχετικά, Ζαραμπούκας Γιάννης, ‘Βάλτοι Μοναξιάς,’ Ποιητική συλλογή, ‘Το αναπόφευκτο της μοναξιάς,’ Εκδόσεις Πνοή, Αθήνα, 2018, σελ. 9.

[3] Στο διήγημα ‘Τα φώτα του Παγασητικού,’ ο συγγραφέας του παραπέμπει αφενός μεν στον Γιάννη Ρίτσου, και, αφετέρου στον «πρόσφατα απών» όπως γράφει ο ίδιος, Ντίνο Χριστιανόπουλο. Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Τα φώτα του Παγασητικού…ό.π.

[4] «Τα φώτα των πλοίων στον Παγασητικό του στέλνουν τα δικά τους μηνύματα», επισημαίνει  ο φέρων τον συνειδησιακό λόγο, που συνειρμικά και μη, προσλαμβάνει το φως, ή αλλιώς, την εκπομπή του φωτός ως ‘σήμα,’ ως ‘μήνυμα.’ Στο ‘τελευταίο καλοκαίρι’ του Γιάννη Ρίτσου, γίνεται λόγος για τα «σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα», ως έκφραση κίνησης και πραγμάτωσης του θέρους που περιέχει «ένδοξα λιογέρματα».  Στο καλοκαιρινό διήγημα του Βεροιώτη δημοσιογράφου, τα «φώτα των πλοίων» σκιαγραφούν τον ορίζοντα και την προσωπική ιστορία, διαγράφοντας την απώλεια που δεν αναπληρώνεται από την θέα του ορίζοντα. Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Το τελευταίο καλοκαίρι,’ Ποιητική συλλογή, ‘Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1991,  σελ. 233., & Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Τα φώτα του Παγασητικού…ό.π.

[5] Δύναται το Βολιώτικο και δυνατό τσίπουρο, να ‘διαγράψει’ την μνήμη, την επίκληση ενός προσώπου-υποκειμένου που περιπλανείται ωσάν ‘σκιά;’

[6] Βλέπε σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Τα φώτα του Παγασητικού…ό.π.

[7] Βλέπε χαρακτηριστικά το διήγημα ‘Η ντισκοτέκ,’ από τη σειρά διηγημάτων ‘Σχεδία Μνήμης,’ με το συστημένο γράμμα από το πανεπιστήμιο Αθηνών να κολλά εκ νέου τις εικόνες ενός νεανικού έρωτα, καλύπτοντας το διάστημα της απουσίας. Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Η ντισκοτέκ,’ Συλλογή διηγημάτων ‘Σχεδία Μνήμης,’ Εκδόσεις Ars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 57-68.

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου