Τα Χριστούγεννα της Ασφοδελιανής

25.12.2019

-Και πες ότι τα πλάθω σαν καμπάνες ή σα σύννεφα ή σαν αστέρια. Πειράζει;

-Πειράζει. Γιατί θα βγούνε παντόφλες, θα μείνουν άψητα και -μετά που θα τα τρως- μάντεψε ποιο κοριτσάκι θα γκρινιάζει ότι το πόνεσε η κοιλιά του.

-Εγώ δεν είπα για παντόφλες. Κι αν, αντί για καρύδι, πασπαλίσουμε από πάνω κουφετάκια smarties;

-Βρε Μυρτούλα μου. Μελομακάρονα φτιάχνουμε. Δεν παίζουμε πλαστελίνες. Γι’ αυτό ο κόσμος τις έχει τις συνταγές: για να τις ακολουθεί.

Κατά γράμμα; Αχ, τι βαρετό! Δηλαδή, μαμά, οι συνταγές είναι κάτι σαν τους νόμους του Κράτους; 

-Ναι. Αν παρακούσεις, σε πιάνει η αστυνομία της μαγειρικής και σού κόβει πρόστιμο: δέκα μέρες αποχή από τη σοκολάτα και υποχρεωτικό πλύσιμο των δοντιών κάθε βράδυ.

Αλήθεια; 

Το χρυσαφάκι μου, μωρέ. Δε βαριέσαι. Καμπάνες; Καμπάνες. Σύννεφα; Σύννεφα. Αστέρια; Αστέρια. Γιατί να την κακοκαρδίσω; Τής έκλεισα το μάτι, σού χαλάω ‘γώ χατήρι βρε σουρλουλού, άντε και του χρόνου, και βάλαμε μαζί την τελευταία φουρνιά στους εκατόν ογδόντα. Τι χαρά έκανε, δεν περιγράφεται. Κάθισε ύστερα οκλαδόν μπροστά στο πορτάκι του φούρνου, να κοιτάζει τα δημιουργήματά μας να φουσκώνουν. Κι όπως φούσκωναν αυτά, φούσκωνε κι  η αφεντιά της από περηφάνια. Η Μυρτούλα ήτανε το πρωτότοκό μου. Οχτώ χρονώ φέτος, ένα μπουμπουκάκι σταρένιο και μελιστάλακτο, με τα ματάκια της τα σπουργιτίσια, τα μαλλάκια της τα στάχινα, όλο καμάρι, κορδέλα και χαμόγελο. Και, έξι χρόνια πιο μικρός, ακολουθούσε πηλάλα κι ο αδερφός της ο Νικόλας, άλλο καπέλο αυτός, ζόρικος, κρεμανταλάς, από οχτώ μηνών μωρό τόν έκανες για δυόμισι χρονώ, αντράκι μοναχό, και φωνακλάς: με το που έμπηγε τα κλάματα, τον άκουγ’ ο κόσμος ως πέρα στις Καμάρες, μην πω και μέχρι τη Χερρόνησο. Το νησί μας, η Σίφνος, ήτανε τόπος βλοημένος, διαλεχτός. Μια ψιλοκαμωμένη φλούδα γης βουτηγμένη μέσα στ’ αλάτι των Αιγαίων και στο  χαλάλι των βραχότοπων: μέρος φτωχό κάτω απ’ το γένι του Θεού, αλλά μπαμπάτσικο πάνω απ’ το μόχθο των ανθρώπων. Γιατί, το ψωμί-σαν είναι τίμιο- δε βγαίνει πουθενά στον κόσμο εύκολα. Παλεύαμε για το μεροκάματο σε τούτο τον τόπο, αγωνιζόμαστε και τίποτα δε μας χαριζόταν. Εμένα στη φαμίλια μου ήσαν όλοι νοικυραίοι, φτωχοί-μα καθαροί σαν τον αέρα το βουνίσιο: έμπορος ηλεκτρικών ειδών ο πατέρας μου και δασκάλα ιταλικών η μάνα μου. Τ’ αδέρφια μου όλοι προκομμένοι, δουλευτάδες. Το ίδιο και τα σόγια του Λεωνίδα μου, εκείνοι οικοδόμοι και μάστοροι, πιο φτωχοί, μα οπωσδήποτε άνθρωποι της δούλεψης, του κόπου. Γνωρίζονταν οι δικοί μας αναντάμ-παπαντάμ. Τα σπίτια μας, δίπλα-δίπλα. Κι έτσι, πριν μια δεκαετία, η αγάπη μας ήρθε και φύτρωσε και στέριωσε σε τούτον τον τόπο όμορφα, απλά, γλυκά. 

Οι αντιστάσεις του Pitsos είχανε πάρει μπρος για τα καλά κι απλώνανε σ’ ολόκληρο το κουζινάκι μια φλογίτσα κίτρινη και κερένια, όλο θαλπωρή. Αχ, τα πρώτα μελομακάρονα της μικρής μου. Εκείνη τη στιγμή, έπρεπε λοιπόν να την απαθανατίσω. Δεν είχα όμως φωτογραφική, και το κινητό μου το ‘χα στείλει για επισκευή εδώ και τέσσερις μέρες. Τυλίχτηκα σφιχτότερα στη μάλλινη ζακέτα μου -έξω ο καιρός το πήγαινε για χαλάζι κι είχε ένα μπούζι που σού περόνιαζε τα κόκκαλα- κι έπιασα να σαπουνίζω με καυτό νερό τις πλαστικές λεκάνες με τις ζύμες, τις λαμαρίνες με τα ξεραμένα λάδια, τα ζαχαρολαδωμένα φλυτζάνια, τα λερωμένα κουταλοπήρουνα. Κοίταξα το ρολόι. Δώδεκα και είκοσι. Κατά τις τρεις, θα μού αριβάριζαν ο Λεωνίδας με την αδερφή του την Αντιγόνη για μεσημεριανό, και τι ωραία που θα ‘τανε να προλάβαιναν να δοκιμάσουν τη φετινή μου χριστουγεννιάτικη σοδειά. Λάντζα πάπαλα. Σειρά τώρα είχε το ξεσκόνισμα, το σκούπισμα, το στρώσιμο του τραπεζιού. Όχι πως είχα με την κουνιάδα μου τίποτα ντροπές. Αλλά, να. Γιορτιάρες μέρες ήτανε. Προχτές του Χριστού, σήμερα του Αγίου Στεφάνου. Να ‘τανε δηλαδή το σπίτι μας αχούρι; Κι έτσι όπως είχα βάλει ηλεκτρική, να ‘σου από το πουθενά ένα πενηντάευρω, ξεχασμένο ο Θεός ήξερε εδώ και πόσον καιρό στο πάτωμα, πίσω από τον καναπέ του σαλονιού. Του Λεωνίδα, σίγουρα. Ποιανού άλλου. 

-Μαμά; Βάλαμε και σοκολάτα στα μελομακάρονα;

-Τι πράμα; Όχι. Γιατί;

-Αυτά εδώ βγάλανε σοκολάτα.

Ποια σοκολάτα, χρυσό μου παιδί. Και τι είναι δηλαδή η σοκολάτα, για να τη βγάλουν; Ιλαρά; Αυτά εδώ αρπάξανε, κάρβουνο γίνανε, δεν τα ‘βλεπε; Δεν τής μύριζαν; Τι λέω κι εγώ, μωρέ. Οχτώ Μαγιών τσιλιβιθράκι ήτανε, τι περίμενα, να μού κάνει τη βοηθό ζαχαροπλάστη; Όρμησα να κλείσω το φούρνο-μην παίρναμε καμιά φωτιά- και γέμισε το σπίτι κάπνα. Ανοίξαμε πόρτες, παράθυρα, κι έκατσα ύστερα κι έξυσα τα μελομακάρονα ένα-ένα από πάνω προσεχτικά, με το μαχαιράκι, να φύγουν τα μαύρα κακάδια, να σωθούν τουλάχιστον όσα σώζονταν. Τα δικά μου γενήκανε στάχτη και μπούρμπερη. Απείραχτα μείνανε μονάχα της Μυρτώς, μια χούφτα καμπάνες, σύννεφα κι αστέρια από σιμιγδάλι και κουφέτα. Τα φύλαξα μ’ ευλάβεια σ’ ένα γυάλινο πιατέλο, τα σκέπασα και με μια χαρτοπετσέτα από ‘κείνες τις γιορτινές με τα γκι και ξαναπήγα στο σαλόνι να συνεχίσω τη φασίνα. 

Δεύτερο κακό. Ώσπου ν’ αποσώσω με το μπουρλότο στην κουζίνα, η Μυρτώ είχε κιαλάρει το πενηντάευρω που ‘χα βρει κάτω απ’ τον καναπέ, το ‘χε κάμει πιάτο -με μια καλή μερίδα κονσέρβα ψάρι πάνω- και το πήγαινε κουνάμενη-λυγάμενη να το σερβίρει στο γατομάνι της αυλής. Τής έβαλα τις φωνές, πού πας παιδάκι μου, μες στα λάδια θα κάνεις έξω τα τσιμέντα, άσε που οι γάτες δεν τρώνε -έχουνε γαστρεντερίτιδα, και το πενηντάρικο δεν είναι δικό σου, είναι του μπαμπά και θα φωνάζει. Ετούτη το χαβά της. Ξεκλείδωσε και βγήκε, εγώ μαμά, μου λέει, δεν ταΐζω όποια κι όποια γάτα, εγώ ταΐζω τη γάτα της Ασφοδελιανής.

-Της ποιάς;

Έλα, μού λέει, και θα καταλάβεις. Και με παίρνει απ’ το χέρι και με πάει στο κάτω μέρος της αυλής, κοντά στην καγκελόπορτα. Και βλέπω εκεί, στη ρίζα του μεγάλου πεύκου του σπιτιού μια γάτα άσπρη κοκαλιάρα, με κάτι μάτια τσίμπλικα ολοπράσινα, όλο νιάου και νιάου, τη Νιφάδα. Απιθώνει λοιπόν η Μυρτώ χάμω το πενηντάρι με τη γατοτροφή, ψιψιψί, έλα γατούλα να δεις τι σού ‘φερα να φας, αλλά το ζωντανό ούτε τ’ άγγιξε. Μόνο, χραπ! δαγκώνει το χαρτονόμισμα στα μυτερά του δοντάκια και το παίρνει να το πάει ποιος ήξερε πού. Πάμε, μου λέει η μικρή, πάμε να δεις, και με σέρνει έξω -ν’ ακολουθήσω στα καλά του καθουμένου τον περίπατο μια γάτας του δρόμου. Ας πάμε, λέω. Μόνο μη με τραβάς και με ρίξεις. Και φτάνουμε σ’ ένα σημείο κουφωτό, γωνιακό, καμιά τριανταριά μέτρα απ’ το σπίτι μας, σε μια γωνία πέτρινη, φιλντισένια, με θέα το πέλαγο το ακοίμιστο, το πέλαγο το γαλανό, το σμαράγδινο, το αφροστολισμένο. Κάτω στις προβλήτες, να βλέπουμε τους ψαράδες που ξεδιάλεγαν γόπες και μαρίδες, κι από πάνω στον ουρανό, να χαζεύουμε τους γλάρους που ‘σκίζαν τους αιθέρες. Και βλέπω τότε τη Νιφάδα να πλησιάζει πατητά και με προφύλαξη μια γυναίκα συνομίλική μου, που ήτανε καθισμένη ανάμεσα από κάτι χαρτόκουτες ΝΟΥΝΟΥ, κουρελιασμένη και λερή, πρόσωπο σκοτεινό, χείλη ξερά, μάτια του πάγου. Αφήνει η γάτα στην ποδιά της γυναίκας το πενηντάρι με τη γατοτροφή, απλώνει κείνη το χέρι και κάνει τη γατοτροφή μια χαψιά, έγλυφε μετά και το χαρτονόμισμα, κι ύστερα παίρνει αγκαλιά το ζωντανό να τού κάμει χάδια, και γρρρού-χρρρού το χτικιάρικο αιλουροειδές, και μπράβο το κοριτσούδι μου, αλλά το πενηντάρι θα το επιστρέψεις εκεί που το βρήκες αυτή, στο τέλος τού ξαναδιπλώνει το πενηντάρι και τού το βάζει στο στόμα για να μάς το φέρει πάλι πίσω στην αυλή.

-Δε χρειάζεται. Κράτα το, να πάρεις κάτι για τα Χριστούγεννα που μάς πέρασαν. Εσύ είσαι λοιπόν η Ασφοδελιανή, που λέει κι η κόρη μου. Τι παράξενο όνομα. Εμένα με λένε Στέλλα.

-Αχ, καλέ με κοψοχολιάσατε! Πού ξεφυτρώσατε εσείς οι δυό; Από ‘σας το πήρε η Νιφάδα μου το πενηντάρι; Εγώ, κυρία….δεν ..δεν ήθελα να… Και τελοσπάντων, να με συγχωρείτε.

-Κουβέντα! Δε θέλω κουβέντα. Καλά έκανε η Νιφάδα. Έξυπνο γατί, θα πάει μπροστά. Και, ξέρεις κάτι; Σήμερα, σε προσκαλώ στο σπίτι μου. Να φας, να πιείς, να περάσεις όμορφα παρέα με τον άντρα μου, την κουνιάδα μου και τα παιδιά. Έρχεσαι; Αλλά με έναν όρο: να με λες Στέλλα σκέτο. 

Το μαύρο των ματιών της έλιωσε τότε μονομιάς σαν το μελάνι, και πότισε με τη θλίψη του τις πλάκες του δρόμου.

-Να έρθω, λοιπόν. Ώρα σας καλή.

Τη βοήθησα να σηκωθεί, και πήγαμε μέχρι το σπίτι. Της ζέστανα νερό για μπάνιο, τής δάνεισα ρούχα δικά μου, καθαρά. Έφτασε λίγο μετά κι ο Λεωνίδας με την αδελφή του, χαρές, φιλιά, γλυκά και δώρα. Στρωθήκαμε στο τραπέζι, σήμερα, τούς λέω, θα έχουμε μια ακόμα καλεσμένη μαζί μας, την Ασφοδελιανή. Και κάτσαμε όλοι μαζί να φάμε. Και περάσαμε όμορφα. Και το τζάκι δίπλα έκαιγε με τη σφιχτοδεμένη του φλόγα, και τα γυάλινα τσουγκρίσματα έδιναν κι έπαιρναν, κι η Νιφάδα στριφογύριζε στα πόδια μας γεμίζοντας το χαλί γατότριχες και περιμένοντας μεζέ, κι όταν ήρθε η ώρα του γλυκού, εγώ μαμά θα τα φέρω, με πρόλαβε η Μυρτώ και τρέχει να βγάλει από μέσα το γυάλινο πιατέλο με τις μελομακαρονένιες καμπάνες, τα σύννεφα, τ’ αστέρια. Φάγαμε όλοι από δύο. 

Η Ασφοδελιανή έτρωγε και δε μίλαγε. Ζωγράφιζε μόνο με το πιρούνι στον πάτο του πιάτου της -δίπλα στις στραπατσαρισμένες σαλάτες και στα τριμμένα μακαρόνια- ένα χοντρό μεγάλο Ε

Δε άντεξα να μην τή ρωτήσω.

Έψιλον, όπως;

Έψιλον, όπως ευχαριστώ, μού λέει. Άναψε τότε μέσα στην καρδιά μου -σαν φωτίτσα- ένα μεγάλο μακάρι: μακάρι να μπορούσα να ρουφήξω τη λύπη από ‘κείνη την ταλαιπωρημένη ψυχή. Γιατί, οι γιορτές δεν είναι για να γίνονται οι ευτυχισμένοι, ευτυχέστεροι. Ούτε οι πλούσιοι, πλουσιότεροι. Το τσουκάλι του χαρούμενου είναι -ούτως ή άλλως- γιομάτο όλο το χρόνο. Μα οι φτωχοί; Οι δύστυχοι; Το ‘νιωθα μέσα μου καθαρά πως για ‘κείνους -πρώτα απ’ όλα- θα πρέπει να εγεννήθηκε ο Χριστός. Έκανα λοιπόν το σταυρό μου, έσκυψα και τής φίλησα τα χέρια. Να προσέχεις, τής λέω. Και να ‘ρχεσαι. Ό,τι θες, να μάς χτυπάς την πόρτα να στο δίνουμε. Θα περνάω κι εγώ να σε βλέπω πού και πού. Τήν ξεπροβόδισα μέχρι την πόρτα, τή φίλεψα φαγητό και ρούχα να πάρει μαζί. Διπλοκλείδωσα μετά και μείναμε στο τραπέζι οι τρεις μας, με τα παιδιά.  Έπεσε τότε μια βουβαμάρα άλλο πράμα, και το λόγο πήρε η Αντιγόνη ως φιλόλογος. Το ξέρετε λοιπόν, μάς λέει, πως στα αρχαία ελληνικά, η λέξη ασφόδελος σημαίνει σκήπτρο; Κόκαλο, όλοι. 

-Τι θες να πεις μ’ αυτό, θεία;

-Θέλω να πω, Μυρτούλα μου, πως μπορεί σήμερα να κάνατε το τραπέζι σε μία αρχόντισσα. Αρχόντισσα, που μπορεί να μην έχει πλούτη, να έχει όμως ζεστή καρδιά.

Κοιταχτήκαμε αμίλητοι. Και τότε, ένας κεραυνός έπεσε έξω –σμπαμ!- κι έκοψε στα δυό τη σκοτεινιά του υγραμένου σούρουπου σαν αναστάσιμη λαμπαδίτσα.

Την επομένη το πρωί, κάτω στη Χώρα γίνηκε σούσουρο μεγάλο, κι οι τοπικές εφημερίδες γέμισαν με την είδηση του θανάτου μιας ζητιάνας του νησιού: Ασφοδελιανή Δημητρακοπούλου, ετών τριάντα τεσσάρων, τη βρήκαν λέει σε μια πέτρινη γωνιά δίπλα στη θάλασσα κι ο θάνατος είχε προέλθει μάλλον από το κρύο. 

Η Νιφάδα από τότε εξαφανίστηκε. Μάθαμε μετά πως, μέρες ολόκληρες μετά από την ταφή, ξεροστάλιαζε στο μνήμα της αφεντικίνας της. Αποφασίσαμε, τότε, να το υιοθετήσουμε το ζωντανό. Τής πέρασε η Μυρτώ ένα κίτρινο λουρί με κουδουνάκι στο λαιμό, και τήν πήρε στο δωμάτιό της να τή χτενίζει, να τής πασπατεύει τη χνούδινη κοιλιά, να τής δίνει κουβάρια να παίζει. Στο χρόνο απάνω, γινήκαμε με τον άντρα μου και γατοπαππούδες. Μάλιστα. Τρία γατάκια, παρακαλώ: δυό σερνικά κι ένα κορίτσι. 

-Μαμά! Τ’ αγόρια, τα είπαμε με το μπαμπά Μπιμπίκος και Γραβατούλης. Να βγάλω το κορίτσι Ασφοδελιανή;

-Να το βγάλεις. Αλλά πρόσεξε, Μυρτώ! Μην τού αλλάξεις όνομα μετά, γιατί δε θα σ’ ακούει.

-Εντάξει. Ψιψιψί! Άσφα! Πού χώθηκες, μωρέ Άσφα; Ώρα να φας το ψαράκι σου! Ψιψιψί!

Κοιταχτήκαμε με το Λεωνίδα, και πέσαμε κάτω απ’ τα γέλια. Ο μπαινάκης κι ο βγαινάκης. Ας είναι. Αυτή τη χαρά έχουν τα παιδιά! Κι εκείνα τα Χριστούγεννα ήσαν τα πιο συγκινητικά της οικογενειακής μας ζωής, εκεί, στη Σίφνο.

Εκεί. Στο νησί μας τ’ απαράλλαχτο. 

Το νησί μας το βράχινο, τ’ άγριο, το ταπεινό, 

το χιονοστολισμένο.

 

_

γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Κέρδισέ το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Της γριάς τα κοτόπουλα

Της γριάς τα κοτόπουλα

Την γριά δεν θυμάμαι να την είχα συναντήσει ποτέ. Όμως, χωρίς να την ξέρω, την σκέφτομαι πάντα, αναπολώντας, ιδίως όταν περνώ απόγευμα έξω από το μαγαζί της, στην παραλιακή Νέας Κίου – Ναυπλίου. Για την ακρίβεια εκεί που ήταν πριν καμιά εικοσαετία το μαγαζί της, που...

Μέσα στη νύχτα

Μέσα στη νύχτα

Μέσα στη νύχτα ακούστηκε μια κραυγή. Έσκισε τη σιωπή σαν κοφτερό μαχαίρι. Δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλα δροσίζοντας τη λύπη της. Μια κουκουβάγια με μάτια ορθάνοιχτα στεκόταν έξω από το παράθυρό της. Τόσα βράδια πιστή στο ραντεβού της. Εμφανιζόταν ακριβώς στις τρεις το...

Ζωτικό ειδύλλιο

Ζωτικό ειδύλλιο

-Αυτό είναι δικό σας, είπε ο πωλητής μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που αποκάλυψε τη λευκή οδοντοστοιχία του, δίνοντας στο Σταμάτη το κλειδί του αυτοκινήτου. Εκείνος το περιεργάστηκε στη χούφτα του με δέος, σα να κρατούσε το άγιο δισκοπότηρο. Κάθισε στη θέση του οδηγού και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου