school_desk

Έτρεχα πανικόβλητος στο δρόμο. Έπρεπε να την προλάβω. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα και από τα βήματά μου. Πιο γρήγορα και από τα λαχανιάσματά μου.

«Πού να τρέξεις παλιόγερε», σκεφτόμουν. «Τόσο καιρό λες και ξε-λες ότι θα γυμναστείς αλλά όλο το αναβάλεις. Τρέχα τρέχα γεροξεκούτη η Αγάπη φεύγει. Και εσύ πίσω. Πάντα πίσω. Τελευταίο θρανίο. Κάνεις τον σπουδαίο. Τον αδιάφορο. Σαν εκείνους τους γόηδες των τελευταίων θρανίων. Που δε θα σηκώσεις χέρι να ρωτήσεις. Που δε θα δώσεις ποτέ μια απάντηση. Που θα πετάς καμιά ατάκα για να σε κοιτάνε στα κρυφά τα κορίτσια να χαχανίζουν.

Εκεί τελευταίος. Πρώτος μα τελευταίος. Αυτό βρε ηλίθιε δεν το κατάλαβες ποτέ. Έχτιζες με την πρωτιά σου την τελευταία σου θέση. Σε τι; Παντού. Μα τώρα δε σε νοιάζει το παντού. Σε νοιάζει εκείνη. Και εσύ. Και τα αδύναμα πόδια σου. Τι είναι αυτό; Καρδιά; Πονάς; Αφού σου είπε πως δεν έχεις και έσπασε την κούπα σου. Ναι την κούπα σου. Εκείνη που έπινες επειδή είχε πιει εκείνη πρώτη φορά. Μα δεν της είπες ποτέ γιατί την αγαπάς αυτή την κούπα. Σπαστικά της ζητούσες πάντα, σχεδόν υστερικά, να σου δίνει εκείνη πάντα να πιεις τον καφέ σου. Εξηγήσεις. Δεν έδινες ποτέ. Τι να εξηγήσεις. Σάμπως ήξερες και τι πρέπει να εξηγήσεις.

Φεύγει. Έφυγε. Πού πάει; Πόσο γρήγορο βήμα είναι αυτό που έχει. Τσακάλι. Πιάνονται τα τσακάλια; Χωράνε στα σπίτια; Χωράνε στα σπίτια τέτοιων γεροξεκούτηδων σαν και την αφεντιά σου; Μπα. Και τότε τι τρέχεις; Τρέχεις για να φτάσεις τι; Το άπιαστο; Σου το είπε ένα βράδυ. Η αγάπη δεν πιάνεται. Ο έρωτας πουλί νυχτερινό και απόδημο. Κάποια στιγμή θα φύγει και εσύ θα μείνεις πίσω. Θυμωμένα στο έλεγε. Σαν παιδί θυμωμένο που δίνει μια άρνηση για να πάρει μια θέση. Που λέει όχι για να ακούσει ναι. Μα εσύ συμφώνησες και γύρισες πλευρό. Τι να εξηγείς. Εξηγήσεις. Τι εξηγήσεις. Δεν είσαι καλός σε αυτά. Και σε τι είσαι; Σάμπως ξέρεις;»

Κρατήθηκα ξέπνοος από το πρεβάζι ενός παραθύρου μιας μονοκατοικίας. Την έβλεπα να χάνεται. Μα δε μπορούσα πια να ακολουθήσω. Ο πόνος στην καρδιά μεγάλωνε. Τράβαγα το πουκάμισό μου και το πίεζα για να σταματήσει. Δεν ξέρω τι πονούσε περισσότερο. Που έφευγε ή που έμενα πίσω; Πάντα πίσω. Εκεί στο τελευταίο θρανίο.

Το μισάνοιχτο παραθύρι έβγαζε μυρωδιές. Για λίγο έκλεισα τα μάτια. Μπορεί και για πολύ δεν ξέρω. Για λίγο μας είδα εκεί μέσα. Σε μια μονοκατοικία μικρή όπως μου ζητούσε συχνά. Μοσχομύριζε κοκκινιστό με πατάτες και μπόλικη κανέλα από τα χεράκια της και το περιμέναμε αγκαλιά να ετοιμαστεί πίνοντας ένα από τα βαριά μας τα χειμερινά κόκκινα από το κελάρι. Σφίγγαμε την κουβέρτα που μοιραζόμασταν πάνω μας και φιλιόμασταν τρυφερά. Το σώμα της ακουμπούσε σχεδόν ολόκληρο πάνω μου. Μια χούφτα γυναίκα ήταν, της έλεγα και εγώ η παλάμη της. Μουσική από Preisner συνόδευε τη μεσημεριανή μας ώρα. Χαμένοι στο χρόνο εξαφανισμένοι. Τίποτα δεν υπήρχε πια. Ούτε λόγια. Ούτε ρολόγια. Ούτε ομιλίες από εκείνες τις βαρετές. Μιλούσαν οι σιωπές μας. Σε αγαπάω της είπα και την έσφιξα ακόμα πιο πολύ. Θέλω να είμαι ο πρώτος. Εκείνη χαμογέλασε. Ναι σου λέω, της είπα. Ο πρώτος. Ο πρώτος σε όλα. Ο πρώτος στη σκέψη σου. Ο πρώτος στα λόγια σου. Ο πρώτος σου χτύπος. Ο πρώτος στη ζωή σου…»

Ο ήχος από το άνοιγμα του παραθύρου με ξύπνησε απότομα.

-Είστε καλά κύριε; Θέλετε κάποια βοήθεια;

Ένα ζευγάρι νέων με κοίταζε ανήσυχο. Ήταν και το θέαμα βλέπεις ανήσυχο. Κρατούσα το πρεβάζι και βαριανάσαινα με το ένα χέρι στην καρδιά πάνω, που μου έφευγε. Η μυρωδιά από το παράθυρο σχεδόν η ίδια που ονειρεύτηκα μα τόσο ξένη. Ξένη ζωή. Ξένος έρωτας. Δεν ήταν δικός μου. Δεν ήμουν ο πρώτος. Ούτε καν ο δεύτερος. Ήμουν εγώ στο πρεβάζι. Τελευταίος και ασθενικός. Με μια σκάρτη καρδιά ασθενική κι αυτή, λειψή.

Τελευταίος ναι και καταϊδρωμένος. Αφήνοντας μια τελευταία πνοή μου κοιτάζοντας πλέον ένα άδειο τοπίο μπροστά μου χωρίς εκείνη. Η φιγούρα της είχε χαθεί. Τα στενά είχαν φτωχύνει. Η ματιά μου είχε φτωχύνει. Τελευταία η πνοή μου. Πνοή του έρωτα. Και εκείνη τελευταία λοιπόν. Τελευταίες σκέψεις.

Ένα τέλος και εγώ η τελεία του. Και τα αποσιωπητικά μαζί…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!