door_sky

Φρένο.

Πίεσε το φρένο αργά και σταθερά, επίτηδες το πήγε ως το τέρμα. Κόκκινο.

Κάτι μηχανάκια μπροστά, να του σπάνε τα νεύρα συνήθως στα φανάρια, λες και του έκλειναν το δρόμο – καλά, αυτό έκαναν, αλλά όχι μόνιμα! Προς τί τόση τσαντίλα; Κανά άλλο συναίσθημα, έτσι για αλλαγή, υπάρχει;

Άνοιξε το ραδιόφωνο και μέτρησε σταθμούς και υπομονή. Βρήκε κάτι, πάτησε γκάζι, έφυγε. Σκέφτηκε τη Ζωή. Σιγά που θα αργούσε να τρυπώσει με τον τρόπο της στη διαδρομή δουλειά – σπίτι… Σιγά που δεν θα έστριβε στο τέλος του δρόμου προς το σπίτι της, αντί για το δικό του.

«Κοφ’ το». Ναι, δώσε οδηγίες τάχα, αλλά η ιστορία επαναλαμβάνεται κάτι μήνες, φιλαράκο. Χιλιόμετρα και στιγμές. Η Ζωή να σε διώχνει, εσύ να θέλεις να μείνεις – θέλεις; Τραβάει μεγάλο ζόρι με την υγεία της για μήνες. Πριν η ζωή με τη Ζωή ήταν αλλιώς. Γελούσε, έπαιζε, τον τραβούσε από τα σκοτάδια του σε μια χαρά που – ξέρω ‘γω; - του ταίριαζε, τον άλλαζε, τον χρωμάτιζε. Όπως θέλεις, πες το. Πάντως, μετά τις ιατρικές εξετάσεις της τον περασμένο Ιούλιο, το καλοκαίρι ξεθώριασε, η σκηνή κρύφτηκε στο πατάρι, τα εισιτήρια για την Ανάφη τα τσαλάκωσε εκείνη και τα πέταξε, εκείνος τα μάζεψε και τα ‘κρυψε σ’ ένα συρτάρι. Όλα στο συρτάρι μπήκαν. Τον έβγαλε από τη ζωή της κακήν κακώς.

«Δεν θέλω ήρωες» του είπε. «Δεν αντέχω να σηκώσω την αγωνία κανενός άλλου, ούτε καν τη δική μου. Φεύγεις.»

Αν ήταν διαφορετικά, θα το είχαν παίξει το ματσάκι. Αν δεν είχε μείνει κόκαλο να προσπαθεί να καταλάβει τι σκατά του λέει, θα είχε αντιδράσει. Τίποτα. Τα μάζεψε και πήγε σπίτι του. Και η Ζωή κοπάνησε πίσω του την πόρτα. Και σίγουρα ξέσπασε πριν πιάσει εκείνος το τιμόνι, την ήξερε…

Έκανε ό,τι του είπε για μήνες, μάθαινε από τη μάνα της τα νέα, από φίλους… Κόλωναν και οι άλλοι, τί να μεταφέρουν; Ως πού ήταν τα όρια; Ποια ήταν η απάντηση στο «Εγώ είμαι, ρε Ζωή. Δεν είναι παιχνίδι, είμαστε μαζί σ’ αυτό…»

Πίεσε το φρένο αργά και σταθερά, επίτηδες το πήγε ως το τέρμα.

Αντιπόλεως 54. Σπίτι της. Παράθυρα ορθάνοιχτα.

«‘Ολα τα άλλα άνοιξέ τα μόνος σου» ψιθύρισε.

Χειρόφρενο. Δέκα βήματα, χέσ’ το κουδούνι - κλειδιά στο χέρι.

Κοίταξε ψηλά κάτι σύννεφα που πάλευαν να βρουν αέρα.

 

_

γράφει η Ρέα Ζαχαριά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!