Έρημοι δρόμοι

κατεβασμένα ρολά, 

πρόσωπα σκυθρωπά.

 

Μια άνοιξη παράξενη

θλιμμένη.

Αντιβαίνει ο λογισμός το προφανές.

Πώς να αντιλογίσεις την ερημιά, 

καρδιά μου

Την μοναξιά, την πίκρα;

 

Άνθρωποι λιγοστοί 

βιαστικοί, φοβισμένοι.

Σκιές γκρίζες, βουβές,

μελαγχολικές.

Τρέχουν

κάπου να χωθούν,

να προλάβουν.

Κυνηγημένα αγρίμια, 

στο έλεος, αλήθεια ποιού;

 

Βρίθει η σιωπή, άρωμα μελαγχολίας.

Η ερημιά ζέχνει πόνο και θλίψη.

Το αποτύπωμα του φόβου

χαραγμένο στη ψυχή.

Και το στίγμα του φονικού ιού 

ανάγλυφο μέσα μας..

 

-Φοβάμαι, είπες.

Εσένα, εμένα

τον καθένα.

 

Πώς να ντύσεις τη γύμνια,

της αόρατης ελπίδας;

Πώς να ντύσεις την γύμνια του τίποτα, 

με λέξεις;

Δεν ξεγελιέται η απελπισμένη κραυγή

με όμορφα ψέματα.

Δεν ημερεύει ο τρόμος, με ωραία λόγια.

 

Ένα πρωτόγνωρο σκηνικό φόβου

έχει στηθεί.

Άνθρωποι παραδομένοι 

σε ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι τρόμου,

στο έλεος του αόρατου εχθρού.

 

Φυλακισμένοι 

στην πιο παράξενη φυλακή

του ίδιου τους, 

του φοβισμένου εαυτού.

 

Περιμένοντας πότε θα σιγήσει η νύχτα

πότε θα σημάνει η μέρα

πότε θα σαλπίσει

η Άνοιξη…

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος