Το εισιτήριο

3.02.2015

 

 

Όνειρο ήταν.

Σε μέρος άγνωστο μια αγκαλιά ανάσες

Το αόρατό σου χέρι μού γύμνωνε την πλάτη

Γυάλιζαν μες τη μνήμη οι περασμένες θάλασσες

Σβήναν τα πρόσωπα του κόσμου κι έμενες μόνο ένα

 

«Το εισιτήριο μη χάσεις, να ΄ρθεις»

 

Τα μάτια σου σφαλούσε η νύχτα σα σκοτεινό μαντήλι

Κι έβλεπες με τα χέρια και την καρδιά μονάχα

Μια ανίκητη στοργή μου΄γλειφε τον λαιμό

Γλιστρούσε ως τον αστράγαλο η δίψα

Γύρω μας πάλιωναν οι άνθρωποι

Πάλιωναν τα αισθήματα κι έραβαν νέους έρωτες

Ένα κοπάδι μαύρες φτερούγες

Θάμπωναν τα τζάμια απ΄την αγωνία

Γύρω μας γυρνούσαν οι εποχές, ταξίδευαν τα χρόνια

 

«Το εισιτήριο» φώναξες «θα περιμένω»

 

Σκέπασε τη φωνή σου ο θόρυβος των τρένων

Πέτρινα ρούχα, χούφτες άμμο και θρύψαλα νύχτας

η περσινή κληρονομιά μας

Κι ένα εισιτήριο στο χέρι τώρα

που πονούσε κι έκαιγε τη χούφτα

μα το ‘σφιγγα όλο και πιο πολύ κοντά μου.

 

Όνειρο ήταν.

Ραγίζαν τα φεγγάρια, γκρεμίζονταν η νύχτα

Κλείναν οι πόρτες με ορμή, έπεφταν σκόνη οι τοίχοι

Ξύπνησα.

Ο χάρτης ένα κενό, άφαντοι όλοι οι δρόμοι

Το εισιτήριο

Με τι; Πότε; Για πού;

Κίτρινο, ξεθωριασμένο, μετανιωμένο έγραφε:

 

«Για Πάντα».

 

_

γράφει η Μαίρη Μαργαρίτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Βερούκης

Βερούκης

ΒΕΡΟΥΚΗΣ Ο μάστορας Βερούκης, συνεργείο ονομαστό,  μόνος ήρθε απ’ το χωριό, 17 στα 18, έφτυσε αίμα, να το ανοίξει, δούλευε σαν το σκυλί, μα η ζωή καλή μαζί του, έγινε κάποιος και αυτός, έχει πια 6 υπαλλήλους, χρειάζεται και έβδομο, του προτείνανε παιδί, πατριώτη, απ’...

πλάκες – συγγράμματα

πλάκες – συγγράμματα

  Στην ακατάστατη μάντρα των αζήτητων αναμνήσεων θα βρεις τις πλάκες με τα συγγράμματα, τα ρητά  που ανακατεμένα πια δε βγάζουν νόημα. Μόνο σε μπερδεύουν, το μηδέν και το άγαν, το τίποτα με το άπαν, η δόξα συναντά τη λόξα και οι προσευχές τις κατάρες. Τα ονόματα...

Στην ερημιά της ελπίδας

Στην ερημιά της ελπίδας

Η μέρα τελειώνει, το φως χαμηλώνει η δύση αρπάζει φωτιά και ματώνει ο ήλιος βαθιά στον ορίζοντα γέρνει στην μοναξιά της ελπίδας μια αχτίδα του στέλνει   Η νύχτα που φέρνει μια μπόρα θυμώνει η αγάπη μονάχη στο κρύο παγώνει της βροχής οι ριπές αντηχούν στο περβάζι...

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

γράφει η Άντια Αδαμίδου - Οι μικροί γαλαξίες Του Νικηφόρου Βρεττάκου Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ...

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

Διαβάστε κι αυτά

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

Ρότα τ’ αγνώστου

Ρότα τ’ αγνώστου

Με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι ένα πρωί, πανιά θ’ ανοίξω πάλι στο γαλάζιο, παίρνοντας μια βαθειά αναπνοή, της θάλασσας τις στράτες σαν διαβάζω. Η βάρκα μου ένα όμορφο σκαρί, σε ταρσανά χτισμένο με μεράκι, να σκίζει τα νερά και να ‘ν’ γερή, με μένα καπετάνιο στο δοιάκι. Ο...

Γυναίκα

Γυναίκα

Ρόδο εσύ της άνοιξης, αστέρι της καρδιάς μας γλυκιά νότα της ποίησης, πηγή της ομορφιάς μας. Με σένα η μέρα ξεκινά και η ζωή αρχίζει με σένα αγάλλεται η αυγή κι ο έρωτας ανθίζει.   Κάθε ανάσα σου, πνοή, κάθε σου γέλιο, ελπίδα απάγκιο και αναπνοή, μέσα στην...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    […] Γύρω μας πάλιωναν οι άνθρωποι
    Πάλιωναν τα αισθήματα κι έραβαν νέους έρωτες […]

    ένα ουτοπικό όνειρο..να ξεφτίζουν όλοι γύρω κι εμείς αλώβητοι… Και το απότομο ξύπνημα στο αμαρτωλό “για πάντα” ..

    Πολύ όμορφα γραμμένο…και η φωτογραφία ιδανική..

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου