Το ημερολόγιο της Αλίκης

Δημοσίευση: 3.09.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

_

γράφει η Κατερίνα Κουρμούλη

_

24 Αυγούστου 1922

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, μοιάζει με όνειρο. Με πολύ κακό όνειρο. Σωστός εφιάλτης. Μα γιατί δε με τσιμπάει κάποιος να ξυπνήσω;

Σήμερα το πρωί, αξημέρωτα, ο θείος μου μας ανακοίνωσε με φωνή συγκινημένη και αποφασιστική ότι το βράδυ αργά πρέπει να φύγουμε με το βαπόρι για τον Πειραιά. Ήμουν στο εξοχικό τους στον Μπουτζά1. Παραθέριζα με τα ξαδέρφια και τη θεία μου. Τα σκέφτηκε τα πράματα, είπε και βρήκε πως έτσι θα ’ναι καλύτερα. Θα έμεναν με τον πατέρα μου μια δυο μέρες να τακτοποιήσουν τις δουλειές τους. Μετά, αν χρειαζόταν, θα έρχονταν με τη μητέρα και τ’ αδέρφια μου να μας βρουν και θα ήμασταν όλοι μαζί.

Η θεία μου έπεσε να πεθάνει! Μέχρι κι εμετό έκανε, έβγαλε τα σωθικά της. Όπως τότε στην καταστροφή του Αϊντινιού.

«Μπα; Και πώς τώρα δα, στα καλά καθούμενα;» κατάφερε να ξεστομίσει, μόλις σκούπισε τα χείλη της.

«Η στρατιωτική ηγεσία συγκεντρώθηκε στη Σμύρνη κι εξέδωσε διαταγές. Αλλά οι επικοινωνίες έχουν διακοπεί κι οι στρατιώτες δεν υπακούουν. Τα σώματα στρατού έχουν αποκοπεί και κατευθύνονται στα παράλια της Μικράς Ασίας», είπε ο θείος και συνέχισε με μια αγωνία στο πρόσωπό του:

«Το καζάνι άρχισε πάλι να βράζει».

Η θεία με την παρατρεχάμενή της, την κυρα-Χρυσή, μάζεψαν ό,τι πολυτιμότερο υπήρχε γεμίζοντας δυο πελώριες κασόνες. Έπειτα, μ’ έβαλε στο τρένο με κατεύθυνση την Πούντα2, για να πάω στο σπίτι μου να πάρω τα απαραίτητα. Μέσα μου πάλευε η πίκρα με την οργή. Γιατί πάλι αυτή η αναταραχή κι η τρικυμία; Γιατί οι άνθρωποι του τόπου μας έπρεπε να τρέχουν κυνηγημένοι; Γιατί, Θε μου, έπρεπε να σκοτώνονται;

Όταν έφτασα στο σπίτι, η κυρα-Ευανθία σερβίριζε έναν μυρωδάτο μουσακά και σουλήνες παραγεμιστές, ενώ η αδερφή μου έπαιζε στο πιάνο το Τροβατόρε και τα αδέρφια μου είχαν πέσει με τα μούτρα στο φαγητό.

Μόλις τους ανακοίνωσα την απόφαση του θείου, ο πατέρας γέλασε.

«Τι λέει, μωρέ, ο σαλόζης3; Πάντα υπερβολικός ο αδερφός μου! Αφού οι ελληνικές αρχές μάς διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας και η Σμύρνη μας, το διαμάντι του Αιγαίου, δε θα εγκαταλειφθεί απ’ τον στρατό!» είπε όλο σιγουριά και περηφάνια.

«Έτσι θα μας άφηναν; Στο έλεος των Τούρκων;» Μας κοίταξε τρυφερά.

«Ας είναι, κάνετε το ταξιδάκι σας!» είπε και με φίλησε στο μέτωπο. Βγήκα στην εξώπορτα, αγκάλιασα τη μητέρα μου και της είπα:

«Όταν χρειαστεί, με το πρώτο βαπόρι, με το πρώτο καΐκι… Έτσι, μανούλα;»

Τώρα, είμαι στο βαπόρι με τα ξαδέρφια και τη θεία. Εκείνη δεν έχει πάρει τα μάτια της απ’ το λιμάνι, αν και δύσκολα το διακρίνεις πια. Τα πολυτελή κτίρια της προκυμαίας Κε4, ο κεντρικός λιθόστρωτος δρόμος, το τραμ που το σέρνουν άλογα, οι καλοντυμένοι άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν στα ξενοδοχεία, στα εστιατόρια, το πολύβουο πλήθος από μεροκαματιάρηδες αχθοφόρους και πωλητές που διαλαλούν την πραμάτεια τους, μικραίνουν, ξεθωριάζουν, εξαφανίζονται. Τα βιεννέζικα βαλς, που αντηχούσαν απ’ το ΚΑΦΕ BUDAPEST, σιώπησαν.

Ταξιδεύω για Πειραιά με την γκρίζα βαλιτσούλα μου και σταχτιά σύννεφα στην καρδιά. Φοβάμαι τόσο πολύ! Τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί να μην ξαναδώ τη μαμά, τον μπαμπά, τα αδέρφια μου, τους φίλους μου, τη γειτονιά μου.

Η πανέμορφη γειτονιά μου… Η Πούντα. Σεργιανίζουμε τα βράδια και ρουφάμε τη θαλασσινή δροσιά. Εμείς συνηθίζουμε να τρώμε μ’ ορθάνοιχτες τις πόρτες. Η ώρα του φαγητού ιερή. Κι είναι για όλους η ίδια. Ντυνόμαστε γιορτινά και καθόμαστε στο συγυρισμένο τραπέζι με λαχτάρα. Οι κυράδες, που φροντίζουν τα σπιτικά μας, πάνε κι έρχονται στην κουζίνα, για να μη μας λείψει τίποτα. Μας περιποιούνται και μας νοιάζονται. Καμιά φορά, κοιτώ κι εγώ όταν περνώ έξω από άλλα σπίτια. Κάνω χάζι και μου ανοίγει η όρεξη. Οι μοσχοβολιές, φορτωμένες μπαχάρια και μυρωδικά, ορμούν απ’ τα παραθύρια κι απ’ τις ανοιχτές πόρτες μες στα ρουθούνια και φτάνουν στην ψυχή. Γλυκαίνει ο κόσμος με τούτες τις μυρωδιές.

Πώς φοβάμαι στη σκέψη ότι μπορεί να μην ξαναδώ το σπίτι μου! Αχ, το σπιτάκι μου! Ένα διώροφο αρχοντικό με τα σκαλιά του τα μαρμάρινα, τέσσερα όλα κι όλα, να σε οδηγούν στην εξώπορτα. Κι όταν μπαίνω στον παράδεισό μου, μπροστά μπροστά η τραπεζαρία μας, το μέρος που μαζεύεται όλη η οικογένεια. Η κυρα-Ευανθία με το μαύρο της φουστάνι, την κατάλευκη ποδιά, με τον χαμηλό κότσο της και το πλεκτό μπονεδάκι, στολίδι στο κεφάλι της, φέρνει τα νόστιμα μπερκέτια στο τραπέζι, αφού το έχει στρώσει με φρεσκοσιδερωμένο, λινό τραπεζομάντηλο κι αστραφτερά σερβίτσια. Κι αρχίζουν τα γέλια μας, τα τραγούδια, οι χαρές και σχεδόν πάντα η βραδιά κλείνει με το σέρι του πατέρα και τις κλασικές μελωδίες της αδερφής μου στο πιάνο.

Τα δάκρυά μου μουσκεύουν το χαρτί. Έτσι μου ’ρχεται να βουτήξω στη θάλασσα και να γυρίσω πίσω κολυμπώντας. Να χωθώ στην αγκαλιά της μαμάς μου και να μη βγω ποτέ από κει. Η θεία με κοιτάζει, μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Επαναλαμβάνει πολλές φορές:

«Όλα θα πάνε καλά, γιαβρί μου5. Όλα θα πάνε καλά, τζιέρι μου6…»

Γύρισα μόνο και την κοίταξα με μάτια δακρυσμένα, γεμάτα αγάπη.

Όλα θα πάνε καλά, αγαπημένο μου ημερολόγιο! Θα ’ναι πολύ ωραία στην Αθήνα. Θ’ αγοράσω δώρα για όλους και θα ’χω πολλές ιστορίες να τους διηγηθώ όταν επιστρέψω. Δε θα γίνει πόλεμος. Το είπε κι ο μπαμπάς. Απαισιόδοξα τα βλέπει όλα ο θείος. Ένα ταξιδάκι είναι!…

(Εμπνευσμένο από το διήγημα της Διδώς Σωτηρίου «Oι Νεκροί Περιμένουν»)

_____

  1. Μπουτζάς: Φημισμένο προάστιο της Σμύρνης, ονομαστό για το καλό κλίμα και τις ωραίες επαύλεις του. Κατάλληλο για παραθερισμό.
  2. Πούντα: Παραλιακή συνοικία της Σμύρνης, όπου είχαν τις κατοικίες τους αρκετοί ευκατάστατοι Φραγκολεβαντίνοι και Έλληνες Σμυρνιοί.
  3. Σαλόζης: Σαχλός, χαζοβιόλης, ανισόρροπος.
  4. Κε (από το γαλλικό Quai [αποβάθρα]): Παραλιακή, κοσμοπολίτικη συνοικία, όπου κατοικούσαν πλούσιοι Ευρωπαίοι αλλά και πολλοί Έλληνες.
  5. Γιαβρί μου: Τρυφερή προσφώνηση, μωρό μου, μικρό μου, αγαπούλα μου.
  6. Τζιέρι μου: Τρυφερή προσφώνηση, μωρό μου, ψυχή μου, αγάπη μου.

Ακολουθήστε μας

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πριν ακόμα τελειώσουν τα μαθήματα στο σχολείο, ο Ιορδάνης ετοίμαζε με ανυπομονησία τα πράγματά του για να είναι έτοιμος για τις καλοκαιρινές διακοπές στο σπίτι του παππού του. Αν δεν ήταν ζαχαροπλάστης ο παππούς, σίγουρα θα ήταν ο...

Η μπλε μπερζέρα

Η μπλε μπερζέρα

Τα πήρε όλα. Δηλαδή, σχεδόν όλα. Τουλάχιστον έχω ακόμα κάπου να κάθομαι. Τούτη την πολυθρόνα που δεν τη χώνεψε ποτέ. Θυμάμαι τα μούτρα της όταν την πρωτοείδε. Πιο ξινά κι από το μπαλσάμικο που έπνιγε τα φαγητά της. Ήταν, λέει, μπλε. Πολύ μπλε σε σχέση με το υπόλοιπο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Η μπλε μπερζέρα

Η μπλε μπερζέρα

Τα πήρε όλα. Δηλαδή, σχεδόν όλα. Τουλάχιστον έχω ακόμα κάπου να κάθομαι. Τούτη την πολυθρόνα που δεν τη χώνεψε ποτέ. Θυμάμαι τα μούτρα της όταν την πρωτοείδε. Πιο ξινά κι από το μπαλσάμικο που έπνιγε τα φαγητά της. Ήταν, λέει, μπλε. Πολύ μπλε σε σχέση με το υπόλοιπο...

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Όταν άκουσα τη μητέρα σου να λέει στη δική μου, πως το είχες πάρει απόφαση να συνεχίσεις τις σπουδές σου στο εξωτερικό, αισθάνθηκα ένα μαχαίρι να καρφώνεται με δύναμη στα σωθικά μου. Σ΄έχανα… σ΄έχανα γι΄ακόμη μια φορά… μόνο που αυτή τη φορά δε θα ήταν μια ακόμη...

Η πλεκτάνη

Η πλεκτάνη

Στα σκοτεινά και ανήλιαγα δικηγορικά γραφεία και στις δημόσιες υπηρεσίες υπηρετεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες η Πηνελόπη.  Την Πηνελόπη τη γνωρίζει από την καλή και από την ανάποδη, ο δικηγόρος Σωτήριος: την είχε υπερασπιστεί ενώπιον της έδρας, χωρίς να ευοδωθεί η...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

  1. Κατερίνα Κουρμούλη

    Οι ιστορίες της μαμάς Αλίκης που της άκουγε από τη γιαγιά της Καπολιό και τη μαμά της Βασιλεία σε συνδυασμό με το διήγημα της Διδώς Σωτηρίου « Οι νεκροί περιμένουν» γέννησαν «Το ημερολόγιο της Αλίκης»
    Ευχαριστώ θερμά τον ιστότοπο τοβιβλίο. νετ @ [100050531257499:2048:http://xn--kxafa1aluf7a.net/%5D για την τιμή να φιλοξενήσει το κείμενό μου και τη Stella μου για την επιμέλεια – υποσημειώσεις αλλά και την παρότρυνση να το βγάλω από το συρτάρι και να το δημοσιοποιήσω!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου