Select Page

Το θαύμα

Το θαύμα

 

 

Πάνε μέρες που ο παπά Μανώλης ξημεροβραδιάζεται στο δρόμο έξω από το χωριό που χτίζεται η καινούρια εκκλησία. Το έλεγε χρόνια τώρα ο δήμαρχος να φτιάξουνε μια εκκλησία μεγάλη έξω από το χωριό σαν όλους τους άλλους, να λάμπει από μακριά να έρχεται κόσμος στις λειτουργίες να γεμίζουν μετά τα καφενεία και οι ταβέρνες.

-Δε γίνεται Παπά μου να λειτουργείς σε τούτο το εκκλησάκι, του ΄λεγε σοβαρός -σοβαρός. Δε χωρά κανείς! Και πώς να έρθει κόσμος από τα άλλα χωριά εδώ πέρα; Δεν έχουμε και καμιά θαυματουργή εικόνα να τον μαζέψουμε.

-Μα κύριε Δεληγιάννη δεν χρειάζεται θαύματα η εκκλησία για να μαζέψει τον κόσμο. Πίστη χρειάζεται και αγάπη έλεγε και ξαναέλεγε ο παπά Μανώλης μάταια…

Με τα πολλά, ο αιώνιος δήμαρχος του χωριού, το κατάφερε. Χώρεσε κάτι κονδύλια από εδώ κι από εκεί και πήρε τις εγκρίσεις του για ένα χωράφι που άνηκε σε ένα μακαρίτη του χωριού που δεν άφησε οικογένεια πίσω του.

-Θα βάλουμε μια πλακέτα με το όνομά του να εδώ... δίπλα από την πόρτα της εκκλησίας έλεγε δείχνοντας τα σχέδια με έναν αρχιτέκτονα στον παπά θέλοντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα

Πάνε μέρες λοιπόν που ο παπά Μανώλης προσπαθεί να βάλει μια τάξη στους εργάτες που του βρήκε ο κυρ δήμαρχος. Βλέπεις… κάποιο λάθος… θα ‘γινε στους υπολογισμούς και τους πληρώνει λίγο. Και δουλεύουν ώρες και ώρες... Και ιδρώνει ο παπάς στο πήγαινε-έλα και στο κουβάλημα… και περιμένουν οι λιγοστοί πιστοί τη λειτουργία του στο εκκλησάκι του χωριού του Αι- Γιάννη του Ριγολόγου.

Μέρα με τη μέρα μάθαινε και τους εργάτες περισσότερο. Ο ένας είχε τέσσερα παιδιά και γυναίκα ανάπηρη. Και τα τέσσερα του παιδιά δούλευαν σε οτιδήποτε έβρισκαν για να βοηθήσουν στο σπίτι. Ο άλλος είχε τους γονείς του κατάκοιτους και δυο παιδιά να τους προσέχουν όσο δούλευε εκείνος και η γυναίκα του για να τα βγάζουν πέρα. Ο άλλος είχε ένα άρρωστο παιδί, κι οι άλλοι 2 ίσα που βγαίνανε με τα χρήματα και τα δάνεια που΄χανε πάρει για να χτίσουν ένα σπιτικό. Κι ήταν και ένας που έφερνε τον 8χρονο του γιο μαζί γιατί δεν είχε πού να τον αφήσει. Εκείνο το αγόρι ήταν πάντα αμίλητο. Καθόταν συνήθως κάτω από ένα δέντρο και κοίταζε το χτίσιμο. Μερικές φορές έπαιρνε ένα ξύλο και σχεδίαζε στο χώμα με τις ώρες…

Μία από εκείνες τις μέρες, σαν έφυγαν οι εργάτες να ξεκουραστούν ο παπάς αποκαμωμένος κάθισε κάτω από το δέντρο να πιει λίγο νερό από την πηγή και να πάρει λίγες ανάσες πριν πάει για τον εσπερινό. Σκουπίζοντας τα μουσκεμένα του γένια, κοίταξε έκπληκτος το σχέδιο του μικρού. Πλησίασε πιο κοντά και χάζευε τις λεπτομέρειες. Ήταν μία πανέμορφη ζωγραφιά που τον έκανε να χάσει και τον εσπερινό αλλά και τον ύπνο του…

Την επόμενη μέρα, σαν ήρθε ο παπάς στο χωράφι να παρακολουθήσει τις εργασίες δεν έκανε καμιά υπόδειξη. Οι εργάτες που τον είχανε αγαπήσει, κοίταζαν ο ένας τον άλλον μην ξέροντας τι συμβαίνει. Εκείνος κοιτούσε το αγόρι από μακριά. Πού και πού συναντιόντουσαν οι ματιές τους και ο παπάς του γέλαγε. Και εκείνο ντροπαλό όπως ήταν, κατέβαζε το κεφάλι και συνέχιζε να κάνει σχέδια…

Σαν ήρθε η ώρα του εσπερινού, ο παπάς τους ευχαρίστησε όλους και έφυγε βιαστικός για το εκκλησάκι του Αι-Γιάννη. Δεν πρόλαβε καν να φτάσει στην εκκλησία, όταν είδε την παπαδιά να τρέχει πανικόβλητη με τα χέρια ψηλά μες στο χωριό και να φωνάζει… Θαύμα θαύμα…!!! Οι χωριανοί τρέχαν μαζί της και γελάγανε.

-Θαύμα θαύμα παπά μου! τον πήρε σχεδόν αγκαλιά σαν τον πλησίασε

-Τι ναι Μαρία; Τι έγινε; τη ρώτησε με σοβαρό ύφος ο παπάς

- Η εικόνα… παπά… η εικόνα… μάτωσε η εικόνα του Αι Γιάννη!

-Τι;;;;; φώναξε δυνατά ο παπάς! Θεέ μου! Αυτό είναι οιωνός!!! είπε με έντονη φωνή ο παπάς σαν είδε όλους τους χωριανούς γύρω του. Ο Άγιος μίλησε! Μάτωσε η καρδιά του που τον αφήνουμε για να χτίσουμε άλλη εκκλησία! Ο Θεός θα μας εκδικηθεί!! Δήμαρχε... τα ακούς;

Οι χωριανοί άρχισαν να σταυροκοπιούνται. Ο δήμαρχος κοκκίνισε. Δεν ήξερε τι θέση να πάρει. Ο παπάς τον πλησίασε και τον έπιασε από τον ώμο συμπονετικά.

-Μη στεναχωριέσαι δήμαρχε. Θα σταματήσουμε τα έργα. Και να… για να μην πάει άδικος ο κόπος των εργατών θα χτίσουμε στη θέση της ένα σχολείο που μας λείπει! Και τα λεφτά για την εκκλησία που περισσεύουν θα τα μοιράσουμε στους εργάτες να μπορούν να φέρνουν τα παιδιά τους εδώ να τα διδάξουμε! Έτσι ο Θεός θα μας συγχωρέσει και ο Αι Γιάννης – κάνει το σταυρό του αργά και με κλειστά τα μάτια – θα συνεχίσει να είναι ο προστάτης του χωριού…

 

Οι χωριανοί άρχισαν να χειροκροτάνε τον παπά και να γελάνε. Μπράβο παπά Μανώλη φωνάζαν… Μπράβο δήμαρχε! Μην μπορώντας να κάνει αλλιώς ο δήμαρχος έδωσε τις εντολές να σταματήσουν να χτίζουν την εκκλησία και να βάλουν μπρος το σχολείο...

Το βράδυ εκείνο ο παπά Μανώλης γύρισε χαρούμενος σπίτι του. Έβγαλε τα ράσα του και έπλυνε το πρόσωπό του στο μπάνιο νιώθοντας πιο καθαρός από ποτέ. Μονάχα κάτι κόκκινες γραμμές στα δάχτυλα θέλανε λίγο παραπάνω τρίψιμο για να βγουν μα δεν τον ένοιαζε. Γελούσε και φώτιζε το δωμάτιο.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και ονειρεύτηκε εκείνο το σχολείο, όπως το χε φτιάξει εκείνος ο μικρός στο χώμα. Και σα θυμήθηκε τη γκριμάτσα του δήμαρχου, ξεκαρδίστηκε στα γέλια και αποκοιμήθηκε…

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!