Select Page

Το λουστρινένιο γοβάκι

Το λουστρινένιο γοβάκι

christmas_tree

«Μανολιοοο ε, Μανολιοοο, πιάσε αγόρι μου μια τσιτσιμπύρα».

«Τι να πιάσω αφεντικό;»

«Μια τσιτσιμπύρα σου είπα βρε δεν καλοακούς;»

«Οξύτατη η ακοή μου κυρ Θωμά μου, μα αυτό που μου ζητάς πρώτη μου φορά τo ακούω από τη μέρα που μπήκα σε τούτον εδώ τον καφενέ του θειου μου».

«Καλά, πιάσε μια λεμονάδα με ανθρακικό. Μια γκαζόζα, πώς αλλιώς να σου την πω; Σου κατέβασα όλο τον Μπαμπινιώτη και σα να μου φαίνεται δεν έχεις ακόμη καταλάβει τι θέλω. Έχει ο θείος σου και άλλους ξύπνιους ανεψιούς σαν εσένα;»

«Τώρα σαν να με προσβάλεις κυρ Θωμά. Μήπως και εννοείς καμιά μάρκα μπύρας που δεν την ξέρω; Τσιτσιμπύρα, σε μπύρα δεν παραπέμπει;»

«Σαν να μου φαίνεται πως με δουλεύεις βρε, εκτός και αν θέλεις να αναβιώσουμε την γνωστή σκηνή με τον Γκιωνάκη και τον Σταυρίδη».

«Εμ, τη μια μου λες τσιτσιμπύρα την άλλη γκαζόζα τη ματάλλη λεμονάδα με ανθρακικό πού να καταλήξω στο τι θέλεις και εγώ ο έρμος;»

«Άκουσέ με. Το να σου πω σκέτη λεμονάδα, είσαι ικανός να μου στύψεις δυο τρία λεμόνια με μπόλικη ζάχαρη και άφθονα παγάκια, ναι; Παγωμένη με τέτοιο κρύο! Και μια και το σκέπτομαι αυτό θα κάνεις. Ένα φυσικό χυμό λοιπόν με τρεις κουταλιές της σούπας ζάχαρη και μια θάλασσα από σπασμένα παγάκια».

«Και όλα αυτά θα μπουν σε ένα ποτήρι κυρ Θωμά; Θα χωρέσουν λες;»

«Όχι. Φέρε βρε μια κανάτα, τι πάθαμε με σένα σήμερα!»

Ο Μανολιός κατάλαβε ότι και ο κυρ Θωμάς τον δούλευε όπως και εκείνος τον κυρ Θωμά…

«Αμέσως αφεντικό τσακίζομαι, πάω να σου την ετοιμάσω. Αλλά να μου υποσχεθείς ότι μετά θα μου εξηγήσεις μία μία τις ονομασίες που μου αράδιασες. Σύμφωνοι; Π.χ. για να λες γκαζόζα, μπας και στο μπουκάλι υπάρχει καμιά γκαζά από αυτές του παιχνιδιού που παίζουμε στο χωριό; Και λέω «χωριό» γιατί στην πόλη πώς να παίξεις γκαζές; Γλιστρούν στην άσφαλτο χάνονται και μη τις είδατε. Θέλει χώμα το παιχνίδι, κατάλαβες; Για τέτοιες γκαζές μου μιλάς τόσην ώρα;»

«Α, γεια σου. Για τέτοιες σου μιλώ. Κάποτε μια τέτοια μπίλια έκλεινε αεροστεγώς –ξέρεις τι θα πει βρε «αεροστεγώς;»- το μπουκάλι και με έναν απλό μηχανισμό, το ποτό που περιείχε η φιάλη διατηρούσε τη σπιρτάδα του. Τέτοια γυάλινα μπουκάλια δεν υπάρχουν βέβαια πια αλλά η ονομασία παρέμεινε. Ούτε αυτήν έχεις ακουστά σαΐνι μου έτσι;»

«Με ξανά προσβάλλεις κυρ Θωμά, μα δεν σου το κρατώ. Ίσα ίσα που μορφώνομαι από έναν σεβάσμιο γέρο σοφό σαν εσένα».

«Για στάσου ρε. Ποιον είπες γέρο; Συμμαθητές με το θείο σου ήμασταν. Γέρος είναι και λόγου του;»

«Αμ τι είναι κυρ Θωμά μου; Συνομήλικος της Ακρόπολής σας, ραμολιμέντο, που όσα λεφτά και αν ξοδεύει το Ελληνικό Δημόσιο για πάρτη της, ερείπιο ήταν, ερείπιο παραμένει. Με τα εκατομμύρια που ξοδεύονται για τη συντήρησή της όχι μία, αλλά δέκα ολοκαίνουργιες θα μπορούσατε να φτιάξετε. Αμάν εσείς οι πρωτευουσιάνοι. Τέτοια αναξιοσύνη πια και η δική σας! Να με συγχωρείς μα δεν σας το είχα. Έλεγα, από την περασμένη φορά που την είδα τυλιγμένη με τεράστιες σκαλωσιές, ότι τούτη τη φορά θα μύριζε ανανέωση φρεσκαδούρα μα δε βαριέσαι; Ως και ο θείος μου ο Ελληνο-Αμερικάνος γεμάτος απορία με ρώτησε: «Βρε συ Μανολιό τόσα ντόλλαρς σας δώσαμε ακόμα γκρεμισμένη την έχετε την έρμη την Ακρόπολή σας;» Τα ‘δες; Ρεζίλι μας έχετε κάνει και πέραν του Ατλαντικού…»

«Κοίτα σαΐνι μου, εμένα δεν βρέθηκε ο άνθρωπος που θα με δουλέψει. Κόφτο λοιπόν το αστείο μη φας καμιά ανάστροφη. Αρκετά. Για πες μου τώρα, μήπως και πήρε το μάτι σου τους φίλους μου τον Γιώργη τον Κώστα και το Δημητρό που παίζουμε ξερή, το γνωστό δηλαδή ακτύπητο κουαρτέτο;»

«Ω, ναι. Πώς μου διέφυγε; Μου είπαν να σου πω μη φύγεις θα έρθουν οσονούπω».

«Τς Τς Τς οσονούπω ο Μανολιός!!! Έφτιαξε ο κόσμος…».

«Συμπλήρωσαν δε ότι ίσως ο Δημητρός μην έρθει, κάτι του έτυχε δεν καλοκατάλαβα τι ακριβώς ήταν αυτό. Αλλά μη σκιάζεσαι τη θέση του θα την αντικαταστήσω εγώ».

«Ο ποιος; ΕΣΥ; Τι άλλο θ’ ακούσω σήμερα από σένα να ήξερα. Ο Μανολιός χαρτιά με τους πρωταθλητές Ελλάδος;»

«Σου διαφεύγει κυρ Θωμά μια ουσιαστική λεπτομέρεια ότι ελόγου μου έχω πολλές φορές ανακηρυχτεί «πρωταθλητής ξερής» πάντων των Βαλκανίων Τι στην ευχή δεν κυκλοφορούν τέτοια σπουδαία νέα στο σινάφι σας; Κακώς πολύ κακώς. Θέλεις να σου δείξω και την περγαμηνή μου; Την κουβαλώ μαζί μου υπερηφάνως όπου και αν πάω Είναι κάτι σαν διαπιστευτήριο».

«Όχι όχι σε πιστεύω. Άσχετο, μα σαν να έπιασε πολύ κρύο σήμερα. Δεν το βάζεις μπρός αυτό το μαραφέτι το air condition;Πάγωσε και η αίθουσα. Εμ τι περιμένεις Δεκέμβρης μήνας και πάλι καλά να λες. Ακόμη όχι χιόνι δεν είδαμε μα ούτε ψοφόκρυο. Να το πάει λες έτσι μέχρι τα Χριστόυγεννα; Μακάρι. Βλέπεις τούτη εδώ την πανάρχαια μαντεμένια σόμπα που πια είναι μουσειακό είδος και που ο θειος σου την κρατά σαν ενθύμιο μιας εποχής όπου έζησε μέρες δόξας λαμπρής; Με ξύλα θες; Να μοσχοβολά το δαδάκι. Με κάρβουνα θες; Με κωκ θες; Με σανίδια και καρεκλοπόδαρα μαζί με ό,τι φανταστεί ο νους τ’ ανθρώπου στις μέρες της Γερμανικής Κατοχής. Με, με, με. Βλέπεις αυτά τα μπουριά; Όταν η σόμπα ήταν στο φουλ της κοκκίνιζαν όχι από ντροπή αλλά από ευχαρίστηση από τον πλούσιο καπνό που ρουφούσαν και ο καφενές γινόταν φούρνος. Το τι κάστανα ψήναμε πάνω της που να μοσχοβολά ο τόπος.

Έτσι όμως και μπούκωναν καμιά φορά τα μπουριά ή ο αγέρας που λυσσομανούσε απ’ έξω γύρναγε τον καπνό ανάποδα, έβλεπες το θείο σου στην προσπάθειά του να τα ξεβουλώσει, να γίνεται σαν τον θερμαστή ατμομηχανής, μαύρος και κατάμαυρος και το κέφι της πελατείας στο ζενίθ, γελούσαμε σαν μικρά παιδιά. Μαύρο το τούνελ της ζωής μας μεν, αλλά διαφαινόταν δε και ένα αχνό ελπιδοφόρο φως στη μακρινή του άκρη. Ενώ τώρα…

Η σχέση του θείου σου με τούτη τη σόμπα σαν ερωτική. Εκείνος και αυτή, το δίδυμο της φωτιάς και της φιλίας όπως λέγαμε. Η κινητήριος δύναμη του καφενέ τον χειμώνα, πόλος έλξης πελατείας, κέντρο θαλπωρής. Μα και οι δικές μας σχέσεις μαζί της ιδιαίτερες, αγαπησιάρικες. Άλλος εξιστορώντας δίπλα της τα παθήματά του στο στρατό, άλλος τον έρωτά του, κρατώντας σε αυστηρή αντρίκια ανωνυμία το όνομα της καλής του, και ας ήταν κοινό μυστικό. Για τις εξορίες και τα βάσανα άλλων, ιστορίες να ακούσουν τα αυτιά σου.

Στην παρέα ήταν και ένας γραφιάς που καθόταν αμίλητος και έγραφε έγραφε ασταμάτητα στο τεφτέρι του και όλο έξυνε το μολύβι του με μια περίεργη ξενόφερτη ξύστρα που όμοιά της δεν είχαμε ματαδεί. Αργότερα το όνομά του έγινε διάσημο, πρόκειται για τον συγγραφέα και ποιητή Κ.Β. Μεγάλο Σχολείο ο Καφενές σαΐνι μου μικρή Βουλή το λέγανε. Οι πολιτικές συζητήσεις τελειωμό δεν είχαν.

Μιλάς για ντέρμπι στα γήπεδα. Ε, πού να ήσουν και να έβλεπες ένα ταβλίσιο ντέρμπι. Ναι μεν δύο οι αντίπαλοι μα οι πελάτες του καφενείου χωρισμένοι κι’ αυτοί στα δυο στρατόπεδα. Αλαλαγμοί χαράς, επιφωνήματα χαριτωμένα, έκλεινε μια πόρτα στο τάβλι και άνοιγαν πενήντα στόματα, άλλος να κατεβάζει μουρμουρίζοντας καντήλια, άλλος να επικαλείται όλους τους αγίους που όμως δεν πίστευε στην αγιοσύνη τους και άλλος που πίστευε στην αγιοσύνη αλλά δεν ήθελε να τους ανακατέψει στη φασαρία φοβούμενος την μήνη τους. Μα τω Θεώ ρε Μανολιό, πολλές φορές βλέποντας αυτό το πανηγύρι που σου περιέγραψα, είχα την φευγαλέα εντύπωση ότι και οι Άγιοι έσπαγαν πλάκα και ήταν και αυτοί χωρισμένοι σε στρατόπεδα. Γιατί πώς να εξηγήσω το γεγονός να φωνάζει ο ένας: «Άγιε μου Τάδε, φέρε μου εξάρες να τον διαλύσω τον άσχετο» και ως δια μαγείας να τού έρχονται οι εξάρες νικώντας όλα τα πιθανά και απίθανα ενδεχόμενα; Χα χα χα .Σύμπτωση, το ξέρω αλλά και πάλι! Αν τύχαινε δε ο ένας ταβλαδόρος ή και οι δύο σκόπιμα να θέλουν να δώσουν ένα σόου και ήταν και χαρισματικοί, τύφλα να ’χε η θεατρική επιθεώρηση να πεθαίνεις στα γέλια. Να τους ακούς να μιλούν στα ζάρια, να προκαλούν τον αριθμό που ήθελαν και έτσι και τους καθόταν, γινόταν χαλασμός. Κάνανε σαν μικρά παιδιά και εδώ που τα λέμε μήπως και είχαμε άλλες διασκεδάσεις που όμως με τίποτα δεν θα τις αλλάζαμε, με τίποτα. Χρόνια πάμπτωχα μα όμορφα. Το φως στο τούνελ που λέγαμε σιγά σιγά πλησίαζε Το ίδιο εκείνο τούνελ και σήμερα αλλά δίχως στην άκρη του φως!

Υπήρχαν μοναχικά άτομα κυρίως, που έπιαναν στασίδι από πρωί πρωί στο Καφενείο «Η ΑΛΑΜΠΡΑ». Έφευγαν το μεσημεράκι για φαγητό στο σπίτι τους και αμέσως μετά του σκοτωμού επιστροφή στον καφενέ. Τυχερές οι συμβίες τους, δεν τους είχαν μες τα πόδια τους, όπως καμάρωναν να λένε στις φιλενάδες τους! Μία ιδιότυπη ελευθερία και από τις δυο πλευρές, Η συμβία ήσυχη ότι το αρσενικό της δεν έβοσκε σε ξένα λιβάδια και ο σύζυγος ότι λόγω του παρωχημένου της ηλικίας της κυρίας, ήλπιζε το κούτελό του πεντακάθαρο. Έτσι νόμιζε ο δόλιος. Γιατί υπήρξαν και τέτοιοι παθιασμένοι έρωτες ηλικιωμένων που κανείς από τους μεγάλους συγγραφείς δεν ανέφερε ποτέ, γιατί ούτε που μπορούσε να τους φανταστεί. Το κουτσομπολιό έδινε και έπαιρνε μα που ποτέ σχεδόν δεν έφθανε στα αυτιά του ή της απατημένης. Και έτσι, όλα καλά και όλα ωραία. Ακόμη και το κέρατο είχε μια ποιότητα βρε παιδί μου. Αλλά εσύ νιάνιαρο πού να καταλάβεις από γεροντικό σεβντά. Γι αυτό, μόνο άκου και μη μιλάς!»

Μ΄ αυτά και μ’ αυτά η ώρα περνούσε μεν αλλά οι θύμησες του κυρ Θωμά σταματημό δεν είχαν. Και έτσι όπως βρήκε ευήκοα τα ώτα του νεαρού συνέχιζε τις αναμνήσεις. Πώς έγινε όμως ξαφνικά και η κουβέντα πήρε άλλη τροπή εκτός καφενείου. Ήταν γιατί τους διέκοψε μια παραγγελιά για τρείς καφέδες στο γραφείο της απέναντι μεγάλης πολυκατοικίας. Μεγάλη μόνον; Οι κάτοικοί της, όσοι ένα μεγάλο χωριό. Και όταν ο Μανολιός εκτέλεσε και αυτό το καθήκον με βαθμό επιτυχίας 9 με άριστα το 10, ο κυρ Θωμάς απτόητος έπιασε το νήμα της κουβέντας από εκεί που το ’χε αφήσει.

«Βλέπεις σαΐνι μου τούτο τον κολοσσό;» είπε δείχνοντας με το μπαστούνι του την πολυκατοικία που λέγαμε. Πριν κάτι δεκαετίες δεν ήταν παρά ένα τεράστιο διώροφο οικοδόμημα κατοικιών Και πιο πριν ακόμα ήταν το διοικητήριο του Βύρωνα και η πρώτη του κατασκευή μετά το μακελειό της Σμύρνης το 1921. Άντεξε κάμποσες δεκαετίες σαν διατηρητέο αλλά τα συμφέροντα μεγάλα και οι άρχοντες ευάλωτοι. Έτσι, για μια φορά ακόμα γκρεμίσαμε την ιστορία μας, χάριν της τσέπης της γεμάτης μας ό,τι και αν σημαίνει αυτό.

Είχε δύο σκάλες εξωτερικές μια δεξιά και μία εξ ευωνύμων Η χαρά των πιτσιρικιών της περιοχής. Εκεί που τα έβλεπες στην γειτονιά τους, εκεί με μιας βρισκόντουσαν στην πέρα γειτονιά. Πώς λέμε «δυο πόρτες έχει η ζωή;» ε, αυτά είχαν δυο σκάλες. Η μία ξύλινη και η άλλη μαρμάρινη, το γιατί αυτή η διαφορά του υλικού δεν το μάθαμε ποτέ. Κάτω από την ξύλινη τη σκάλα σε έναν χώρο που αποκλείεται να ήταν μεγαλύτερος από 1.5 χ 1 τμ., είχε στήσει το τσαγκαράδικό του ο Μπάρμπα Χατσής ένας αξιαγάπητος Αρμένιος που το σπίτι του ήταν μακριά σε άλλη συνοικία.

Ο Μπάρμπα Χατζής που λες. Ο τσαγκάρης. Μέχρι και πριν λίγο καιρό έτσι και βαριόσουνα το καλοστεκούμενο ακόμα παπούτσι σου ή το πετούσες ή το ξεχνούσες στα ντουλάπια της παπουτσοθήκης σου το αντικαθιστούσες όχι με ένα, αλλά και με δύο ή και παραπάνω καινούργια πιο μοντέρνα πατούμενα. Σήμερα, με την τρύπα στη σόλα να την απειλεί στα σοβαρά, όπως και επί των ημερών του Χατζή, καταφεύγεις στον τσαγκάρη της γειτονιάς σου που νεκρανάστησε θαρρείς το επάγγελμα τούτο λόγω της κρίσης. Λίγο το έξοδο και το παπούτσι ξαναζεί μια νέα άνοιξη».

Και ο κυρ Θωμάς βρήκε την ευκαιρία που ώρα τώρα του γαργάλαγε θαρρείς τη γλώσσα, να πει στο Μανολιό την μικρή ιστορία που ακολουθεί…

«Θα σου διηγηθώ μια ιστορία που σίγουρα θα την γράψεις σε βιβλίο μια μέρα όπως θα έκανε παλιά ο Κ.Β ο γραφιάς της νιότης μου».

Άλλο που δεν ήθελε ο πιτσιρίκος που ψόφαγε για τέτοιες ιστορίες. Πελάτης στο μαγαζί δεν υπήρχε και η ευκαιρία ήταν μοναδική. Η θαλπωρή του air condition έστω και κυρίως το Πνεύμα των Χριστουγέννων διάχυτο στην ατμόσφαιρα ακόμα και σε έναν τέτοιο χώρο. Αν υποτεθεί ότι τα Χριστούγεννα είναι γιορτή για τα παιδιά και οι μιας κάποιας ηλικίας έχουν την ίδια ευαισθησία…

«Κάθισε λοιπόν δίπλα μου σαΐνι μου και δώσε βάση. Ο Μπάρμπα Χατζής λοιπόν. Ο ένας και μοναδικός τοίχος του τσαγκαράδικου που δεν ήταν παρά μέρος του εξωτερικού τοίχου του μεγάλου οικοδομήματος, γεμάτος με κρεμασμένα εργαλεία της δουλειάς. Ένα περίεργο τραπεζάκι φως φανάρι αυτοσχέδιο, στη μέση του πανελάχιστου χώρου και δεξιά και ζερβά του, μια χαμηλή καρεκλίτσα μια για τον ίδιο και μια για τον πελάτη ή τον επισκέπτη. Την αδερφή μου μικρότερη από μένα, πού την έχανες πού την εύρισκες παρέα με τον Μπάρμπα Χατζή. Μέσα στην απορία οι δόλιοι οι γονείς μας, σαν τι ενδιαφέρον μπορούσε να βρει ένα κοριτσάκι ευκατάστατης οικογένειας σε έναν γέρο με το παράξενο επάγγελμά του. Το στόμα του τσαγκάρη πάντοτε γεμάτο πρόκες που μία μία τις έβγαζε και τις κάρφωνε με επιδεξιότητα πάνω στο τραυματισμένο ή σαραβαλιασμένο παπούτσι που σε λίγο θα το έκανε και πάλι γερό και εμφανίσιμο. Στα μάτια του μικρού κοριτσιού η κίνηση αυτή του μάστορα να τον πω, μπαλωματή να τον πω, φάνταζε ταχυδακτυλουργική. Πώς και ποτέ του δεν κατάπιε καμιά από αυτές τις μυτερές ατσάλινες ακίδες δεν μπορούσε να το καταλάβει και δεν ήταν βέβαια και η μόνη που είχε την απορία αυτή. Άλλο περίεργο φαινόμενο πώς και ποτέ δεν πέρασε βροχή σ’ αυτόν τον χώρο με τον ένα και μοναδικό τοίχο που είχε για σκεπή τα απότομα ξύλινα σκαλιά που οδηγούσαν στον 2ο όροφο του κτιρίου. Όλα αυτά πιθανόν, συν τις ιστορίες που διηγιόταν ο γέροντας βιοπαλαιστής, όνομα και πράμα, ήταν που έκαναν τον χώρο μαγικό και πόλο έλξης της μικρής προς μεγάλη απελπισία του πατέρα μας κυρίως. Μια πόρτα χοντρή και ασήκωτη σφράγιζε τον μικροσκοπικό χώρο σαν έκλεινε το «μαγαζί». Έκτοτε, δεν είδα στη ζήση μου ξανά έναν παρόμοιο σε μέγεθος και ιδιαιτερότητα επαγγελματικό χώρο. Και τώρα πια, όταν πιάνουμε με την αδελφή μου τις παλιές τις θύμησες μου λέει και μου τονίζει ότι θαλπωρή σαν εκείνην που ένιωθε στου Μπάρμπα Χατζή το τσαγκαράδικο δεν ξανάνιωσε ποτέ ξανά. Και κάθε φορά μου διηγείται και μια από τις ουράνιες ιστορίες του γέροντα σαν τούτη που τώρα θα σου πω και μου την είπε και μένα επ’ ευκαιρία των Χριστουγέννων, πριν δυο μέρες.

Παραμύθι μύθι μύθι
το κουκί και το ραβύθι
μαλώνανε στη βρύσ
Έτρεξε και η φακή
Να τους βάλει φυλακή
Μα η φάβα της φωνάζει:
Φακήήή άσε δεν πειράζει…

«Ήταν παραμονές Χριστουγέννων (σημ. η ιστορία σε πρώτο πρόσωπο από τον ίδιο τον γέροντα) και ετοιμαζόμουνα να κλείσω. Καθώς κατέβαζα ρολά που λένε, εμφανίζεται μια πανέμορφη κοπελίτσα ξανθιά και γαλανομάτα που θαρρείς και τα μάτια της που λαμπίριζαν, πήραν το χρώμα τους από το Αιγαίο. Στα χέρια της κρατούσε ένα υπέροχο λουστρινένιο γοβάκι και με παρακάλεσε να της φτιάξω το τακούνι του που είχε υποστεί ανήκεστο βλάβη. (αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε ο τσαγκάρης που απίστευτο μα ήταν και γραμματιζούμενος άνθρωπος). Πήρα το παπούτσι πολυτελείας και πίστεψέ με ωραιότερο παπούτσι δεν είχαν πιάσει τα χέρια μου που βλέπεις αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου είχα την αίσθηση και μη σκιαχτείς μ’ αυτό που λέω, ότι είχε ζωή, ότι ήταν μαγικό σαν βγαλμένο από κάποιο παραμύθι. Χωρίς να πω κουβέντα ένευσα της κοπελιάς ότι ναι θα της το έφτιαχνα, εκείνη με ευχαρίστησε και έφυγε χαρούμενη.

Ξέχασα ότι ήταν η ώρα μου να φύγω, ξανακάθομαι στο καρέκλι μου και μη δίνοντας σημασία σ’ έναν περίεργο πονοκέφαλο που είχα, σημάδι ότι με τριγύρναγε και μια γρίπη, βάλθηκα να διορθώσω το κακό που βρήκε το κομψό το τακουνάκι. Και Ελενάκι μου ορκίζομαι ότι με την πρώτη σφυριά της ασημένιας μικρής προκίτσας πάνω του, το παπούτσι φεύγει από τα χέρια μου και πέφτει καταγής, αφήνοντας κάτι σαν κραυγή πόνου. Σκιάχτηκα, αλήθεια σου λέω. Ένιωσα σαν γιατρός χειρουργός που έκανε εγχείρηση στον ασθενή του χωρίς αναισθητικό! Το παπούτσι πάει και τελείωσε, ήταν ζωντανό και πονούσε. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, σκύβω το σηκώνω από το πάτωμα τρυφερά το απίθωσα στα πόδια μου που τρέμανε και άρχισα να το χαϊδεύω και να του μιλώ σαν σε ζώσα ύπαρξη. «Καλά φιλαράκο δεν θέλεις προκίτσα δεν σου βάζω. Ό, τι πεις. Θα κάνουμε κάτι άλλο καθόλου επώδυνο. Βλέπεις αυτό το σφραγισμένο βαζάκι; Έχει μέσα μια κόλλα που μου την έφεραν από πέρα μακριά από την Ανατολή και οι συνάδελφοι εκεί μ’ αυτήν επιδιορθώνουν και την παραμικρή βλαβίτσα στα τσαρούχια και τις μπότες του Πασά. Δεν παίζουν μ’ αυτά μη και ο Πασάς τους πάρει το κεφάλι αν δεν είναι αποτελεσματική. Μ’ αυτήν λοιπόν θα σου γιάνω το τακουνάκι ούτε που θα καταλάβεις τίποτα.»

Λέγοντας τα λόγια αυτά στο παπούτσι, κάνω μιαν αυθόρμητη κίνηση και τα μάτια μου πέφτουν στο καλαντάρι το πολύχρωμο που είναι και το μόνο στολίδι του καταστήματος. Σε κάθε περίπτωση μου δίνει κι έναν ωραίο στίχο που μετά τον μαθαίνω απ’ έξω και τον γράφω σε ένα τεφτέρι που έχω γι’ αυτόν και μόνο το σκοπό. Το έχω σπίτι μου. Να θυμηθώ μια μέρα να το φέρω να το δεις. Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό το τετράδιό μου. Βλέπω λοιπόν που λες το καλαντάρι και διαβάζω ότι είναι Παραμονή Χριστουγέννων. Ντράπηκα γιατί με τούτα και με τα’ άλλα το είχα ξεχάσει τελείως. Ντράπηκα τους δικούς μου που τούτη την ξεχωριστή Ημέρα δεν θα τους πρόσφερα κάτι το διαφορετικό. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά για μια έστω φορά δεν θα έπρεπε να φύγω από τη δουλειά νωρίς να είμαι όπως όλοι οι άνθρωποι με την οικογένειά τους στο φτωχικό μου; Παραμονή Χριστουγέννων και γω χωμένος στην τρύπα μου σαν τον πόντικα; Είπα «τους δικούς μου»! Ποιους δικούς μου; Πέρσι τέτοιον καιρό είχα στην αγκαλιά μου την μικρή μου δισέγγονη και φέτος όχι μόνον αυτή δεν έχω, αλλά ούτε τον εγγονό μου και πατέρα της».

Στο σημείο αυτό, τον διέκοψα έκπληκτη για να τον ρωτήσω σαν τι να έγινε και χώρισαν τούτοι οι άνθρωποι, και για πότε μιλούσε. Αυτός κούνησε το κάτασπρο κεφάλι του που μου θύμιζε Αγίους από τα εικονίσματα της γιαγιάς μου και είπε θλιμμένα: «Μη βιάζεσαι θα σου τα πω όλα με τη σειρά τους όμως. Ομιλώ για την εποχή της Ιστορίας που σου διηγούμαι. Μικρή μου Ελενίτσα να ξέρεις όταν την ΑΓΑΠΗ την παραμελείς, όταν προτιμάς τον εγωισμό σου από εκείνη, δεν το αντέχει. Σηκώνεται υπερήφανα και φεύγει παίρνοντας μαζί της ό,τι το πιο όμορφο υπήρχε στη ζωή σου. Στη δική μου τη ζήση το πιο όμορφο ήταν η Φανίτσα μου. Μα σαν μαλώσαμε με τον πατέρα της αυτός για να με τιμωρήσει μου την στέρησε. Είχα ένα ολόκληρο χρόνο να την δω και ήταν Χριστούγεννα Θεέ μου», είπε ο Μπάρμπα Χατζής και το δάκρυ στην άκρη των ματιών του θαρρείς και καρφώθηκε με μια από τις ασημένιες μικρές του προκίτσες και δεν το άφησε να κυλήσει και να πέσει στα χιονάτα του γένια. Και συνέχισε:

«Ξαφνικά δεν ήξερα τι να κάνω. Να αφήσω το λουστρινένιο γοβάκι χωρίς να το αποτελειώσω και να πάω στη γριά μου; Άλλος κανείς δεν με περίμενε. Να φύγω να πάω στο τσαρδί μου δηλαδή και να κλάψω με την ησυχία μου; Προτίμησα να τελειώνω με το παπούτσι. Τρίβω που λες Ελενίτσα μου το χαλασμένο τακουνάκι με ένα στρεσόχαρτο και απλώνω πάνω του μια στρώση κόλλα από αυτήν του πασά. Μάρτυράς μου ο Θεός, μα σαν να άκουσα κάτι σαν γουργουρητό σαν στεναγμό ανακούφισης. Να ταίριαξε λες απολύτως και ήταν η κόλλα τόσο δυνατή που εγγυάτο ότι ήταν αδύνατον να ξεκολλήσει; Κοντολογίς το παπούτσι έγινε τέλειο. Το απίθωσα με τρυφερότητα στο ραφάκι που βάζω τα προς παράδοση διορθωμένα υποδήματα και πια ετοιμάστηκα να φύγω. Ώρα ήταν, γιατί άρχισε να σουρουπώνει και για τεχνητό φως το κατάστημά μου ούτε λόγος, δεν διέθετε, όπως και τώρα άλλωστε. Δεν πρόλαβα να κάνω πως σηκώνομαι και να σου εμφανίζεται η όμορφη σαν νεράιδα ξανθούλα του λουστρινένιου παπουτσιού.

«Πέρασα να δω τι απέγινε με τη γοβίτσα μου», είπε με ένα χαμόγελο που πλάτυνε κι άλλο καθώς είδε το παπούτσι της να την περιμένει ολόλαμπρο σαν καινούργιο, στο ραφάκι μου πάνω. Τρελάθηκε από τη χαρά της. Αστραπιαία σκύβει με φιλά στο μάγουλο και αφήνει στο τραπεζάκι μου πάνω ένα νόμισμα. Χαρούμενος κι εγώ για τη χαρά που μπόρεσα με την τέχνη μου να προσφέρω, κάνω να την ευχαριστήσω μα εκείνη είχε εξαφανιστεί σαν αερικό, σαν μια οπτασία που διαλύθηκε μέσα στα χρώματα του δειλινού της Παραμονής των Χριστουγέννων. Αφηρημένος και καταγοητευμένος από την μαγεία της σκηνής που προηγήθηκε, κοιτάζω το νόμισμα που μου είχε αφήσει πάνω σε μια καρτούλα μικροσκοπική. Τι ήταν και τούτο Θεέ μου; Μια ολόχρυση λίρα με την βασίλισσα Βικτωρία πάνω της να με κοιτά χαμογελαστή. Σαστισμένος παίρνω στα χέρια μου την καρτούλα και διαβάζω με την βοήθεια ενός μεγεθυντικού φακού της δουλειάς μου: «Βιάσου άνθρωπε η ΑΓΑΠΗ κουράστηκε τόσον καιρό να περιμένει. Μην αργείς…»

Από τη στιγμή αυτή και μετά, θαρρείς και τις κινήσεις μου τις υπαγόρευαν ουράνιες δυνάμεις, γιατί έκανα πράγματα που είχα ξεχάσει πώς γίνονται. Μπήκα στο μεγάλο κατάστημα της περιοχής και αγόρασα τα πιο όμορφα παιχνίδια. Κουτιά μεγάλα και μικρά με χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα φορτώθηκαν σε ένα καρότσι και περιχαρής όδευσα προς το φούρνο της γειτονιάς. Βουνά από μελομακάρονα και κουραμπιέδες γίνονταν σιγά σιγά από βουνά λοφίσκοι με την πελατεία την αργοπορημένη να εφορμά πάνω τους καθώς ο φούρναρης λόγω Παραμονής είχε μειώσει και τις τιμές.

Έτσι φορτωμένος σαν τον Αι Βασίλη έκπληκτος πρώτα πρώτα εγώ ο ίδιος με τον εαυτό μου φτάνω σπίτι μου. Κτυπάω το κουδούνι για να κάνω χάζι με την απορία της συμβίας μου και βλέπω την πόρτα να μου την ανοίγει η Φανίτσα μου καταφανώς μεγαλωμένη μα που η καρδιά μου την αναγνώρισε με μιας. «Παππού να τα πούμε τα κάλαντα;» με ρώτησε γελαστή και χαρούμενη! «οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η φύσις όληηηηη… Όλα αυτά τα δώρα για μένα παππού; Βοηθός του Αι Βασίλη είσαι;»

Πιο κει ο εγγονός μου έχοντας αγκαλιάσει τη γιαγιά του από τη μέση χαμογελαστός και νομίζω βουρκωμένος μου λέει: «Ήθελα να σου πω και εγώ τα κάλαντα παππού μα δε θυμάμαι τα λόγια. Πειράζει να σου πω μόνο Συγγνώμη, σ’ αγαπώ και χρόνια πολλά;»

Και τότε κατάλαβα. Κατάλαβα εγώ ο ταπεινός τσαγκάρης, πως είχα δεχθεί ένα μεγάλο δώρο από το ίδιο το Πνεύμα των Χριστουγέννων που παίρνει διάφορες μορφές και από Πνεύμα μεταμορφώνεται σε οντότητα σαν αυτή της ξανθούλας με το λουστρινένιο γοβάκι που με έκανε να νιώσω πλουσιότερος από όλους τους βασιλιάδες της Γης!»

«Σου άρεσε η ιστορία σαΐνι μου; Γράφτην. Στόλισέ την με μπόλικη χρυσόσκονη φαντασίας και γλύκανέ την με πολύχρωμο κάντιο που δεν πουλάνε πια τα ζαχαροπλαστεία. Εν ανάγκη βάλε λίγη ζάχαρη άχνη αν κάντιο δεν βρεις…» συμπλήρωσε ο κυρ Θωμάς και έφυγε από τον καφενέ αφήνοντας το Μανολιό σκεπτικό και συγκινημένο…

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

9 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Μια υπέροχη χορταστική και τρυφερή ιστορία. Το καφενείο και οι συζητήσεις ολοζώντανες, πολύ όμορφες εικόνες και η δεύτερη ευκαιρία τόσο ελπιδοφόρα και γεμάτη αγάπη. Μου άρεσε πολύ! Καλή χρονιά Λένα…με αγάπη σαν αυτή που δίνεις τόσο έντονα με την ιστορία σου!

    Απάντηση
  2. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Ετχαριστώ Μάχη για τα τόσο καλά σου λόγια. Να είσαι καλά….

    Απάντηση
  3. Λεανδρος Καραΐσκος

    Πολυ ωραια ιστορια!!!

    Απάντηση
  4. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Ευχαριστώ καλέ μου

    Απάντηση
  5. Έλενα Σαλιγκάρα

    Για άλλη μια φορά υπέροχη η Λένα μας!!

    Απάντηση
    • Λένα Μαυρουδή Μούλιου

      Έλενα σέυχαριστώ και κυρίως γι’ αυτό το υπέροχό σου ΜΑΣ,
      ΚΑΛΉ ΧΡΟΝΙΑ κρίτσι μου

      Απάντηση
  6. Σοφια Ντουπη

    Αχ βρε Λένα τι πένα είναι αυτή;Με μαγεύεις και κάθε φορά δεν θέλω να τελειώσει αυτό που μοιράζεσαι μαζί μας. Την αγάπη μου και καλή χρονιά!!!

    Απάντηση
  7. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Κι’ εσύ Σοφία να το ξέρεις ότι κάθε φορά με κάνεις και κοκκινίζω με τα πανέμορφα λόγια σου.
    Καλή μου φίλη σου εύχομαι μια θαυμάσια χρονιά

    Απάντηση
  8. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Γοητευτικά αισιόδοξη γιορτινή ιστορία, με άξιαγάπητους χαρακτήρες, από μια πέννα βουτηγμένη στην τρυφερότητα!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!