boy_ball

Ο κύριος Αριστείδης κατηφόριζε το στενό με την ξύλινη μαγκούρα του. Ίδια ώρα, κάθε απόγευμα, λίγο μετά το μεσημεριανό του ύπνο. Ο κυρ- Ανέστης, ο ιδιοκτήτης του καφενείου της γειτονιάς, είχε ήδη βγάλει τα τραπέζια του έξω με το που ξεπρόβαλλε ο πρώτος ανοιξιάτικος ήλιος, και ακόμα και αν οι συχνές ανοιξιάτικες βροχές τα κατέβρεχαν, εκείνος συνέχιζε κάθε πρωί να τα στοιβάζει ένα-ένα στο πεζοδρόμιο.

Σαν τον είδε να κατεβαίνει το στενό, τίναξε δυο καρέκλες από τη γύρη και τα φύλλα που άφηναν οι λεμονιές του και σκούπισε γρήγορα με ένα πανί ένα τραπέζι. Τον κοίταζε που κατέβαινε αργά. Το σώμα του γέρικο, πλησίαζε τα ογδόντα πλέον και τα κόκκαλά του, τον είχαν προδώσει. Μα πιο πολύ τον είχε προδώσει η ζωή. Δεν ήξερε την ιστορία του, μα ήξερε πως σε εκείνη τη γέρικη πλάτη που έγερνε, κουβάλαγε ένα βάρος που ποτέ δεν ομολόγησε ακόμα κι αν προσπάθησε αρκετές φορές να του πιάσει τη κουβέντα για να μάθει το παρελθόν του.

-Καλώς τον καλώς τον, είπε χαρούμενα και του έδειξε με το χέρι να κάτσει

-Ανέστη δε θέλω να σε στεναχωρήσω αλλά για βροχή άκουσα στο ράδιο. Μήπως να τις βάζαμε μέσα τις καρέκλες και τα τραπέζια σου; Κάθε μέρα σχεδόν πήγαινε-έλα κάνεις, του είπε έχοντας σταματήσει να περπατά για να πάρει μια ανάσα.

-Α… κυρ- Αριστείδη όλα κι όλα. Μάη έχουμε πια! Δε πα να ρίξει καρέκλες ο ουρανός, τις δικές μου δεν τις κουνάω. Θέλουν την Άνοιξή τους όπως και εγώ!, είπε και κοίταξε εκνευρισμένα τον ουρανό.

Ο κύριος Αριστείδης του χαμογέλασε και κάθισε στο τραπέζι που του ετοίμασε. Έβγαλε την εφημερίδα που είχε τυλίξει στην τσέπη του σακακιού του και φόρεσε τα γυαλιά του που είχε κρεμασμένα στο λαιμό. Παρήγγειλε έναν ελληνικό σκέτο στον Ανέστη και βυθίστηκε στα χαρτιά του. Λίγη ώρα μετά, στα πόδια του έμπλεξε μια μπάλα που πετάχτηκε με φόρα από το απέναντι πάρκο. Μια μάνα κυνηγούσε ένα πιτσιρίκι από πίσω να το προλάβει να μην περάσει απέναντι στο δρόμο. Μόλις είδε ότι δεν περνά κάποιο αυτοκίνητο, το συμβούλεψε να πάει απέναντι να πάρει τη μπάλα του. Του ψιθύρισε και κάτι άλλο στο αυτί και ο  πιτσιρικάς χαμήλωσε το κεφάλι του συγκαταβατικά.

-Συγγνώμη που πέταξα τη μπάλα μου πάνω σας, είπε χαμηλόφωνα ο μικρός και πήρε τη μπάλα κάτω από τα πόδια του

-Δεν έγινε κάτι μικρέ μου. Κι εγώ σαν κλωτσούσα τη μπάλα με τους φίλους μου δε λογάριαζα πού μπορεί να βρεθεί. Η μπάλα έχει δικά της φτερά και πάει όπου θέλει, του είπε και γέλασε και του χάιδεψε το κεφάλι.

Σαν γύριζε απέναντι στη μάνα του, που τον φίλησε επιβραβεύοντάς τον για τη συμπεριφορά του, ο κύριος Αριστείδης σκοτείνιασε. Τον κοίταζε να αγκαλιάζει τη μάνα του, ύστερα να παίζει με ένα σκυλί μαζί με τη μπάλα και τα μάτια του βούρκωσαν. Δεν είδε καν τον Ανέστη που είχε έρθει να τον σερβίρει. Ο Ανέστης σεβάστηκε τη θλίψη του και δε μίλησε. Άφηνε αργά αργά τον καφέ και το ποτήρι με το νερό και έριχνε και εκείνος κλεφτές ματιές στο πάρκο που είχε κολλήσει το βλέμμα του φίλου του. Σαν είδε ότι δεν πρόκειται να σπάσει τη σιωπή του, έφυγε για το μαγαζί.

-Ανέστη, τον σταμάτησε με έναν ψίθυρο σχεδόν ο  κύριος Αριστείδης

-Έφτασεεεε , είπε ο Ανέστης που με γρήγορα βήματα ήταν και πάλι μπροστά του ανυπομονώντας να μάθει κάτι παραπάνω για τον ευγενικό του πελάτη

-Θα μου φέρεις ένα χαρτί και ένα στυλό Ανέστη σε παρακαλώ; του είπε χωρίς να τον κοιτά

-Ναι κυρ Αριστείδη, ό,τι αγαπάς, είπε και έφυγε γρήγορα μέσα να του φέρει όσα ζητούσε και πολύ σύντομα τα ακουμπούσε στο τραπέζι του.

Ο κύριος Αριστείδης, πήρε με το τρεμάμενο χέρι του το στυλό και άρχισε να γράφει. Πρέπει να πέρασε μία ολόκληρη ώρα που δεν ακούμπησε καν τον καφέ του για να μη σταματήσει. Τα μάτια του βούρκωναν πολλές φορές και τα σκούπιζε φευγαλέα με το άλλο χέρι βγάζοντας αναστεναγμούς. Ο Ανέστης τον κοίταζε λυπημένος από μακριά, μη μπορώντας να κάνει κάτι άλλο. Πρώτη φορά τον έβλεπε να εξωτερικεύει τούτη τη θλίψη. «Άραγε να γράφει το μυστικό που κουβαλά σε τούτες τις σελίδες;» αναρωτιόταν

Σαν τέλειωσε το γράψιμο, απέμεινε να κοιτά τις σελίδες ξανά και ξανά. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στο απέναντι περίπτερο και ξαναγύρισε με έναν λευκό φάκελο και ένα γραμματόσημο. Έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα μικρό χαρτί κιτρινισμένο και βλέποντάς το προσεκτικά, αντέγραψε τα στοιχεία του παραλήπτη. Ύστερα σάλιωσε το φάκελο και τον έκλεισε όσο πιο γερά μπορούσε. Με μια σιγανή φωνή φώναξε τον Ανέστη να έρθει να τον πληρώσει.

-Ανέστη, θέλω να μου κάνεις μια χάρη. Πριν ανοίξεις αύριο το μαγαζί, ρίξε στο κουτί του ταχυδρομείου που είναι δίπλα από το σπίτι σου τούτο το γράμμα, τον παρακάλεσε με τα κλαμένα του μάτια

-Μην ανησυχείς για τίποτα κυρ Αριστείδη μου. Θα το κάνω με χαρά. Εσύ να μη μου στεναχωριέσαι, του είπε και τον χάιδεψε στην πλάτη τρυφερά.

Ο κύριος Αριστείδης, του χαμογέλασε, μην μπορώντας να αρθρώσει κουβέντα και ανηφόρισε για το σπίτι του. Ο ουρανός άρχισε τα μπουμπουνητά και μέσα σε λίγα λεπτά μια δυνατή καταιγίδα μούσκευε τον τόπο. Ο κύριος Αριστείδης περπάταγε σα να μη συνέβαινε τίποτα. «Η δική του καταιγίδα είναι πιο δυνατή από τούτες τις σταγόνες…» μονολόγησε ο Ανέστης κοιτάζοντάς τον λυπημένα να χάνεται στην ανηφόρα.

Λίγες μέρες μετά, σε ένα μαγαζί ηλεκτρονικών ένας όμορφος νεαρός, ο Αντρέας, λάμβανε ένα φάκελο από τον ταχυδρόμο της γειτονιάς. Σαν άνοιξε το φάκελο και διάβασε το γράμμα έμεινε για ώρα ακίνητος. Πήρε μια καρέκλα και κάθισε, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα παρακάτω λόγια:

«Αντρέα μου, γλυκέ μου Αντρέα. Έγινες δυο μέτρα άντρας. Όμορφος σαν τη μάνα σου. Συμπάθα με που σου στέλνω τώρα τούτο το γράμμα, μα το κερί μου σβήνει, το ξέρω, και δε μπορώ παιδί μου να φύγω έτσι από τη ζωή. Είναι μεγάλο το βάρος. Κάθε μέρα σηκώνομαι, ντύνομαι και το φορώ στην πλάτη τούτο το φορτίο. Θεέ μου πόσο βαρύ είναι! Πόσο κουραστικό παιδί μου. Κι εγώ γέρασα δεν αντέχουν τα κόκκαλά μου. Λύγισα. Ούτε η καρδιά μου αντέχει. Αυτή κι αν έχει λυγίσει…

Αντρέα παιδί μου, δεν τη χάρηκα τη ζωή. Δεν τη χόρτασα. Δειλός ήμουν, φτωχός έμεινα σε τούτον τον κύκλο. Και τώρα που έρχεται εκείνο το σκοτάδι, δε φοβάμαι. Το ζητάω όλο και πιο πολύ αγόρι μου. Σα λύτρωση και σαν τιμωρία. Να λυτρωθώ από τούτες τις σκέψεις, να τιμωρηθώ για όσα δεν έκανα και δεν είπα. Κάπως έτσι πήρα σήμερα ετούτο το στυλό και το χαρτί. Μήπως και βγει από την ψυχή μου ετούτο το αγκάθι που την έχει χιλιοματώσει.

Αντρέα μου, αγόρι μου, η μάνα σου ήταν η ομορφότερη γυναίκα της γειτονιάς. Και τα μάτια της έλαμπαν από χρυσή καλοσύνη. Σα σου γελούσε, φώτιζε το στενό. Την είδα παλληκαράκι και θαμπώθηκα. Νέος ωραίος και εγώ, την κατάφερα γρήγορα και αρχίσαμε τα γλυκά μας ραντεβουδάκια. Βόλτες κρυφές στη θάλασσα, στα βουνά, στα πάρκα. Δε τη χόρταινα. Έβραζε το σώμα μου. Τη φίλαγα και καιγόμουν από πόθο για εκείνη. Μια βραδιά που δεν ήθελα να τελειώσει η συνάντησή μας, αράξαμε στην αμμουδιά μιας πανέμορφης θάλασσας και ανταλλάξαν τα κορμιά μας τις σπίθες του έρωτα.

Πέρναγε ο καιρός, κι η μάνα σου άρχισε να σκοτεινιάζει. Δε μίλαγε όπως παλιά. Δάκρυζε χωρίς να μου λέει τι συμβαίνει. Μια μέρα μου το ξεφούρνισε, πως ήταν έγκυος. Ο πατέρας της θα τη σκότωνε αν το μάθαινε. Μούδιασα. Τίποτα δεν είχα στην άκρη. Ούτε σπιτικό, ούτε παράδες. Με κοίταζε απεγνωσμένη, περιμένοντας να της βρω λύση. Κι εγώ άπραγος έφυγα για το σπίτι κοκκαλωμένος, αφήνοντάς την κλαμένη και σιωπηλή.

Πέρασαν μέρες από εκείνη τη συνάντησή μας κι όλο δείλιαζα να τη δω. Κι εκείνη, λες και το ήξερε, δεν ήρθε ποτέ να με βρει. Τότε πήρα την απόφαση να φύγω από τη χώρα. Σαν έφευγα από το σπίτι με τη βαλίτσα στο χέρι, την είδα να στέκεται έξω από την πόρτα μου, λες και το είχε μαντέψει. Δακρυσμένη αλλά σκληρή. Μου φώναξε. Μου είπε ότι δε με αγαπά πια κι ότι το παιδί θα το ρίξει. Ύστερα με πλησίασε και με έφτυσε. Ακόμα και τώρα νιώθω υγρό το πρόσωπό μου και λερωμένο. Σα να κουβαλάω αυτή τη φτυσιά στο πρόσωπο, σημάδι ανεξίτηλο. Σα λεπρός αγόρι μου. Τιμωρημένος από το Θεό.

Σαν πέρασαν τα χρόνια και κατάφερα να μαζέψω λίγα λεφτά, γύρισα στην Ελλάδα. Ο νους μου ήταν στη μάνα σου, στο Λενιώ μου. Να τη δω μετά από τόσο καιρό, να της ζητήσω γονατιστός συγγνώμη, να της πω ότι θα την παντρευτώ, να της χαρίσω ολόκληρο τον κόσμο. Πλησίασα το σπίτι της με τεράστια αγωνία. Έτοιμος ήμουν να πατήσω το κουδούνι της, κρατώντας μια όμορφη ανθοδέσμη από κίτρινα τριαντάφυλλα που της αρέσουν, όταν άνοιξε την πόρτα ένας γεροδεμένος άντρας κρατώντας από το χέρι ένα αγόρι και από πίσω τους ξεπρόβαλλε εκείνη.

Σαν συναντήθηκαν οι ματιές μας, ο χρόνος πάγωσε. Το πρόσωπό της έτρεμε και το δικό μου το ίδιο. Δεν είπε τίποτα όμως. Ο άντρας της, της φώναξε να έρθει και εκείνη περνώντας από δίπλα μου ακούμπησε το χέρι μου για λίγα δευτερόλεπτα, ακόμα θυμάμαι ετούτο το μούδιασμα και τη ζεστασιά της παλάμης της, και εξαφανίστηκε.

Τα είχα χάσει όλα. Η ζωή μου έδινε το λυπηρό τελεσίγραφο. Εγώ ο δειλός είχα χάσει μια και για πάντα την ευτυχία μου. Γύρισα στο νέο μου σπίτι σκοτεινιασμένος. Από τότε θυμάμαι απλά να ζω. Τίποτε άλλο. Έπιασα μια δουλειά, ξύπναγα τα πρωινά, δούλευα, γύριζα μεσημέρι σπίτι, έτρωγα, διάβαζα κανένα βιβλίο και κοιμόμουν. Τίποτε άλλο. Έτσι κύλησαν κοντά τριάντα χρόνια τώρα παιδί μου. 30 χρόνια η ίδια μέρα κάθε μέρα.

Μέχρι, που ένα πρωί, έμαθα από τη γειτονιά πως η Ελένη μου πέθανε. Καρκίνος είπαν. Σαν το έμαθα βρέθηκα σωριασμένος στο δρόμο. Η Αγνή, η φιλενάδα της από τα παλιά, με βρήκε στο νοσοκομείο που με πήγαν. Με κοίταζε λυπημένα. Μου κράτησε το χέρι και μου είπε δακρύζοντας «τη χάσαμε Αριστείδη μου, τη χάσαμε την Ελένη μας». Ύστερα έβγαλε από τη τσάντα της ένα φάκελο και μου τον έδωσε. «Για σένα» είπε και με άφησε μόνο να το διαβάσω.

Το γράμμα αγόρι μου ήταν από τη μάνα σου. Μου έγραφε με παράπονο όσα δεν είχε τολμήσει να μου πει ποτέ. Πώς ένιωσε όταν έφυγα. Τι πέρασε με τους γονείς της. Ύστερα, τα μάτια μου κοκκάλωσαν στη φράση «Κράτησα το παιδί μας άγγελέ μου. Δε μπορούσα να σκοτώσω το μόνο που είχε απομείνει από την αγάπη μας. Σου είπα ψέματα». Η θύμηση με γύρισε σε εκείνη τη συνάντηση. Στο αγόρι που έβγαινε από την πόρτα. Ένα παλληκαράκι ήσουν γιε μου. Ένα παλληκαράκι. Κι εγώ ο τιποτένιος, ο ανάξιος πατέρας σου.

Μια μέρα, θέλοντας να σε δω από κοντά, να σε αγκαλιάσω έφτασα στο μαγαζί σου. Είχα ρωτήσει την Αγνή πού μένεις, πού δουλεύεις. Μπήκα μέσα με ένα χαλασμένο ραδιοφωνάκι που είχα διαλύσει το προηγούμενο βράδυ. «Έσπασε» σου είπα και στο έδωσα. Κι εσύ πρόθυμος και γελαστός σαν εκείνη. Με κάθισες σε μια καρέκλα για να μην κουράζομαι, με κέρασες κρύο νερό και καφέ. Σε παραξένεψε που σε κοίταζα έτσι. Και σου ‘πα ψέματα πως μοιάζεις στο γιο μου. Δεν μπόρεσα όμως να σου πω τίποτα γιε μου. Δεν τόλμησα.

Αντρέα μου, ναι αυτός ήταν ο πατέρας σου. Εγώ. Που του έδωσες ένα ποτήρι νερό και εκείνος δε σου έδωσε ποτέ τίποτα. Δειλός, άχρηστος. Δε σε νανούρισα ποτέ μου, δε ξενύχτησα με τους πυρετούς σου, δε σε αγκάλιασα ποτέ, δεν παίξαμε ποτέ κρυφτό, δε σε καμάρωσα να μεγαλώνεις, να πιάνεις δουλειά.

Τα χέρια μου τρέμουν αγόρι μου γλυκό. Ο χρόνος μετρά ανάποδα. Μα βρήκα επιτέλους λίγη τόλμη ο δειλός να σου πω όσα δε σου έχω πει. 

Σε αγαπώ αγόρι μου. Σε αγαπώ… Συγχώρα με. Σε παρακαλώ παιδί μου. Συγχώρα με… 

Ο πατέρας σου»

 

(Λογοτεχνική δράση: «Όσα δεν τόλμησα ποτέ να πω»)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!