xmas_presents

Τα μικρά ξωτικά μαζεύτηκαν απορημένα και ανήσυχα έξω από το εργοστάσιο του Άγιου Βασίλη. Ένα χρόνο πάλεψαν για αυτά τα παιχνίδια με κόπο, χαρά και φαντασία. Αλλά βλέπεις Τρόικες, Δντ, μνημόνια και λοιποί τους βάζανε συνεχώς τρικλοποδιές εδώ και χρόνια και κλείσανε τελικά το εργοστάσιό τους και αδύνατον να προχωρήσει πια το καθιερωμένο πρόγραμμα του Άγιου Βασίλη.

Είχαν περάσει πλέον αρκετές μέρες που λεωφορεία τραμ και λοιπά δεν πηγαίνανε καν στην Καισάρεια και τα ταρανδάκια δεν κουνούσαν τα ελκηθράκια έτσι άφαγα και κουρασμένα όπως ήταν μετά από μια εξαντλητική προσπάθεια να ανυψωθούν στον γκρίζο ουρανό, απλήρωτα καιρό με ένα σωρό μειώσεις. Τα μικρά ξωτικάκια περπατάγανε δρόμους και δρόμους κάθε μέρα για το εργοστάσιο, να προλάβουν να φτιάξουν όλα τα παιχνίδια να γεμίσει και να ξαναγεμίσει ο μαγικός ο σάκος. Φόροι, χαράτσια και ό,τι άλλο ήταν της μοδός, τους κάνανε να χάσουν τον ύπνο τους και τη διάθεσή τους για οποιαδήποτε δημιουργία.

Σήμερα λοιπόν το βρήκανε κλειστό το εργοστάσιό τους. Με μία από τις ωραίες ταμπέλες που αποκτήσανε πολλά εργοστάσια τελευταίως. Κλειστό λόγω πτώχευσης και σε μια γωνία ένας κόκκινος σκούφος πεταμένος στο πεζοδρόμιο και ένας σκυφτός γεράκος με τα χέρια στο πρόσωπο καθισμένος στο δρόμο, βυθισμένος στις σκέψεις του, δε μπορούσε να πάρει ανάσα. Το κόκκινο παντελόνι του έχει μαυρίσει, πάλεψε να μην τους αφήσει να το κλείσουν. Γύρω του τα ξωτικά εκείνης της βάρδιας με μουτρωμένα τα κεφαλάκια τους, του κρατάνε τους ώμους χωρίς να μιλάνε.

Ένα καινούριο ολόμαυρο μνημόνιο λέει, τους διέλυσε το σπιτικό τους και εκείνες οι πράσινες, οι κόκκινες και οι μπλε σημαίες από όλους εκείνους που τις ψήφιζαν, τους φάγανε τα λεφτά και χαθήκανε τα υλικά και κατέβηκε ο γενικός στις μηχανές τους. Απλήρωτοι μισθοί, απλήρωτοι και οι μακρινοί προμηθευτές, απλήρωτοι όλοι και οι τσέπες του γεράκου γυρισμένες ανάποδα προς τα έξω, μαρτυρούν την καινούρια φτώχεια.

Τα ξωτικάκια της επόμενης βάρδιας πλησιάζουν στο εργοστάσιο και βλέπουνε την κατσουφιασμένη παρέα και την ταμπέλα και πετάνε τα πράγματά τους κάτω. Οργή... Θυμός! Τότε ένα από δαύτα ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο και έβαλε τα χέρια του πλάι στο στόμα του δεξιά και αριστερά και φώναξε «Ε ΟΧΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ!» Όλοι γυρίσανε να το κοιτάξουν και τότε ένα άλλο από την παρέα σηκώθηκε και άπλωσε ένα χέρι στο χέρι του και του είπε «ΟΧΙ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ!». Το ένα ακολούθησε το άλλο και ξαφνικά γίνανε τόσα πολλά ετούτα τα «ΟΧΙ» και ξαφνιάστηκαν ακόμα και τα ίδια και ήρθαν και τα άλλα ξωτικά της επόμενης βάρδιας και ο χώρος γέμισε από αμέτρητα ΟΧΙ και η αλυσίδα που έκλεινε το εργοστάσιο έσπασε εύκολα και ο σκυφτός γεράκος σηκώθηκε όρθιος και φώναξε ένα μεγάλο «ΕΜΠΡΟΣ ας αρχίσουν οι μηχανές!» και ανέβασαν γενικό και άρχισαν οι γνώριμες φασαρίες.

Οι προμηθευτές μάθανε πως άνοιξε ξανά το εργοστάσιο σε πείσμα των καιρών αλλά και των υπαλλήλων του και ήρθανε από κοντά με πράγματα, κάνανε νέες συμφωνίες, μειώσανε τιμές και μπήκανε και εκείνοι στο εργοστάσιο να δουλέψουν. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον και το εργοστάσιο άρχισε να δουλεύει κανονικά. Τα ξωτικά κάνανε διπλές και τριπλές βάρδιες, ακούραστα, ακόμα και οι τάρανδοι στο ΟΧΙ αυτό πηγαινοερχόντουσαν στα σπίτια τους για να τους βοηθάνε στις μετακινήσεις.

Η Αγιο-Βασίλαινα οργάνωσε το κέτερινγκ του εργοστασίου δίνοντας πού και πού καμιά στο χέρι του άντρα της που ερχόταν και για δεύτερη μερίδα. «Δουλειά» του έλεγε τρυφερά «δουλειά κι υπομονή, να τους νικήσουμε όλους αυτούς» και τον παρακινούσε να συνεχίσει. Ήρθανε κάποιοι να το κλείσουνε και πάλι, αλλά τελικά όταν τα ξωτικά μπήκανε στη σειρά για να το προστατέψουν, ήταν περισσότερα από όλους τους άλλους. Ξαφνικά δε νιώθανε και τόσο λίγα, αλλά πολύ περισσότερα! Το εργοστάσιο έφτιαξε χιλιάδες παιχνίδια σε πείσμα πολλών, για όλα τα παιδιά του κόσμου.

«Κανείς δε μπορεί να αφήσει παιδάκια χωρίς τη χαρά των Χριστουγέννων» λέγανε και δουλεύανε κι άλλο. «Μειώσεις, απεργίες, καταλήψεις, εφεδρείες, χαράτσια, φόροι, απολύσεις, δντ και μνημόνια, δε θα κερδίσει κανείς, δε θα μας φάει κανείς! Εμείς το ανοίγουμε το εργοστάσιο, εμείς μόνο το κλείνουμε!» Τάγκα Τούγκα οι μηχανές, φτιάξανε όλα τα παιχνίδια του σάκου και ο Άγιος Βασίλης με τη φρεσκοπλυμένη κατακόκκινη στολή του, ξυρίζεται, φρεσκαρίζεται, βάζει κολόνιες και χαϊδεύει το φρεσκοφτιαγμένο του μούσι και χαμογελάει κοιτάζοντας το εργοστάσιο και τα μικρά του ξωτικά.

 «Παραλίγο να νικηθώ...» ψιθυρίζει. «Παραλίγο να με κάνουν να πιστέψω ότι δε μπορώ! Παραλίγο να στερηθώ και να στερήσω...» μονολόγησε. Κοιτάζει τα γράμματα των παιδιών φίλων του στη μεγάλη του αποθήκη και αντιστοιχίζει τα νέα δώρα. Είναι έτοιμος να ταξιδέψει πια. Το έλκηθρο τον κοιτάζει γυαλιστερό. Οι τάρανδοι περιμένουν με αγωνία. Τα ξωτικά στη σειρά όλα χαμογελούν.

«Κι αυτά τα Χριστούγεννα πρέπει και θα είναι μαγικά!» τους φωνάζει και χαμογελάει ηχηρά.

«...όπως μαγική είναι και η κάθε μορφή επανάστασης...» λέει καθώς απογειώνεται στον ουρανό. «Κάποια ΟΧΙ μικρά μου μπορούν να πετύχουν τα πάνταααααα» φωνάζει και εξαφανίζεται στα σύννεφα.

«…εκτός και αν περνάνε από δημοψ...» πάει να πει ένα μικρό ξωτικό και του κλείνουν το στόμα.

«Σσσσσς θα χαλάσεις τη μαγεία!» του λένε τρυφερά και εκείνο σωπαίνει.

Στο κάτω κάτω έρχονται Χριστούγεννα. Ας τα αφήσουμε όλα λίγο στην άκρη, ναι;

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!