Select Page

Το παιδί από το χωριό

Το παιδί από το χωριό

 

Εκείνο το βράδυ το φως δεν άναψε στο μικρό σπιτάκι. Η νύχτα είχε απλωθεί για τα καλά ντύνοντας με τα μαύρα χρώματά της και τα αστέρια της που λαμποκοπούσαν ολόκληρη την πλάση. Όμως οι πόρτες του μικρού δωματίου, που έμενε ο μικρός Μανώλης, ήταν κλειστές και τα παράθυρα κλειστά ακόμη, χωρίς ίχνος από φως που να δείχνει σημάδια ζωής εκεί μέσα. Δεν το είχε ξαναδεί αυτό η Αγγέλα με τη μεγάλη αγκαλιά και την πολλή αγάπη και ανησύχησε πολύ. Έτρεξε στο σπίτι και χτύπησε την πόρτα. Καμία απάντηση. Νέα λαχτάρα. Ξαναχτύπησε και νόμισε πως πέρασαν ώρες μέχρι που να ακούσει κάτι. Μια βραχνή φωνούλα που ίσα, ίσα ακουγόταν έδωσε το σημάδι πως το παιδί βρισκόταν μέσα... Πανικοβλήθηκε και έσπρωξε, χωρίς να περιμένει καμιά άλλη απάντηση, την πόρτα. Και τότε τρόμαξε!

Το θέαμα που αντίκρισε την έκανε να βγάλει από μέσα της φωνή δυνατή. «Θεέ μου! Τι βλέπω;» φώναξε και ο πόνος της έσκισε την καρδιά της στα δύο. Στο ξύλινο κρεβάτι σκεπασμένο με μια φτηνή, φτωχή κουβερτούλα τουρτούριζε ο Μανώλης, το μικρό παιδί από το μακρινό χωριό που ζούσε μόνο του για να μπορεί να πηγαίνει στο Γυμνάσιο της Πόλης.

«Καρδούλα μου τι έπαθες; Τι σου συνέβη και είσαι έτσι;» Το πλησίασε και ακούμπησε το χέρι της στα μάγουλά του. Ψήθηκαν, κάηκαν τα χέρια της. Το παιδί έλιωνε στον πυρετό. Το μικρό, λεπτό του κορμάκι σπάραζε, καθώς ο πυρετός ανέβαινε και όλο ανέβαινε, λες και είχε στοιχηματίσει να φτάσει στα ύψη. Κανένα έλεος, καμία ευσπλαχνία και ο μικρός καιγόταν, ανήμπορος να κάνει κάτι για να ανακουφιστεί. Δεν άργησε η Αγγέλα. Άρχισε αμέσως τις φροντίδες. Αλλά με τι αφού στο δωματιάκι του Μανώλη δεν υπήρχε τίποτε; Έτρεξε στο σπίτι της, έφτιαξε μια σουπίτσα με ζωμό από κότα, έβαλε και μια φρυγανίτσα μέσα και από φαγητό εντάξει. Τώρα έπρεπε να φροντίσει και για τα γιατρικά. Οινόπνευμα και ασπιρίνες είχε, της έλειπαν όμως τα αντιβιοτικά και ούτε ήξερε και τι πρέπει να του δώσει. «Θα ρωτήσω το γιατρό μας» σκέφτηκε, αλλά πρώτα θα πρέπει να ταΐσω το παιδί και ύστερα όλα τα άλλα...

«Βρογχοπνευμονία» είπε ο γιατρός που είδε το μικρό και η Αγγέλα ανασκουμπώθηκε για τα καλά. «Τώρα το καθήκον εδώ με καλεί, εδώ πρέπει να δώσω την προσοχή μου και τι να κάνω; Να ειδοποιήσω τους γονείς και πώς να έρθουν; Πολλά τα διλλήματα! Δεν άργησε και πήρε την απόφαση. «Μόνη μου, λοιπόν, και ο Θεός ας με βοηθήσει» σκέφτηκε και άρχισε το έργο της... Ένας ανάλαφρος κυματισμός διαπέρασε την ψυχή της. Την ώρα εκείνη νόμιζε ότι επιτελεί έργο θείο. Μέσα της σχηματίστηκε ένας πύρινος δίσκος με χρώματα και ανταύγειες κόκκινες και κίτρινες και θαλασσί και ανασκουμπώθηκε για το έργο. Ένας μικρός κόσμος, ένα μικρό γαλάζιο βασίλειο ένιωθε ότι πλανιέται μέσα της. «Εδώ η προσφορά, εδώ και η χαρά» σκέφτηκε και ρίχτηκε στον αγώνα για να γιάνει ο Μανώλης, που ήταν τόσο αδύνατος και τόσο καχεκτικός, που ένας ισχυρός πυρετός σαν κι αυτόν που είχε τώρα θα τον οδηγούσε σε καταστάσεις πολύ άσχημες.

Καθισμένη κοντά του μίλαγε συνέχεια σα να το νανούριζε, σα να ήθελε με την κουβέντα της να ρίξει βάλσαμο στον πυρετό που έκαιγε τα σωθικά του. Και ήταν τόσο γλυκό και τρυφερό αυτό το νανούρισμα, λες και το σιγομουρμούριζε τ’ αγέρι, που φυσούσε ξέγνοιαστο μέσα στην ηρεμία της νύχτας με τη σελήνη την αλήτισσα να περιδιαβαίνει τον ουρανό και να ξεσηκώνει τ’ αστέρια, ρίχνοντας το φως της μέσα στα κλαδιά των δέντρων που βεργολυγιζότανε από το απαλό αεράκι που όλο και φυσούσε σα να συνόδευε όλη αυτή τη μαγεία. Η Αγγέλα ζούσε τώρα έντονα την αγωνία για το ποια θα είναι η εξέλιξη της κατάστασης του Μανώλη. Αυτό το παιδί το αισθανόταν, από τότε που ήρθε στη γειτονιά της, σαν δικό της παιδί και τώρα αυτή η κατάσταση τη στενοχωρούσε πάρα πολύ. Έτσι που το ένιωθε μόνο του και ανυπεράσπιστο από τους γαβριάδες της γειτονιάς, έτσι που το ένιωθε να φυτοζωεί, το πόνεσε και άρχισε να το φροντίζει. Τώρα όμως η κατάστασή του αυτή τη στενοχωρούσε πάρα πολύ. Τη θύμωνε. Τη θεωρούσε κάτι σαν αδικία! Αυτή η αντίθεση που υπήρχε έξω, με την ομορφιά της ολοφώτεινης νύχτας, και τον πόνο και την αγωνία που κυριαρχούσε στο μικρό δωματιάκι την τρέλαινε. Όλες οι σκιές και τα νυχτερινά φαντάσματα είχαν βγει από την κάθε ρωγμή του δωματίου και της δημιουργούσαν καταστάσεις φοβερές, σα να είχαν δραπετεύσει από τον Άδη φιγούρες αλλόκοτες, μαυριδερές, σκελετωμένες. Σηκώθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Κούνησε το κεφάλι της μπρος πίσω και έβαλε τα δυνατά της να μην ξανασκεφτεί κάτι κακό. Στο νου της ήρθε η λαϊκή παροιμία... «Καλομελέτα και έρχεται, κακομελέτα και δεν αργεί» Το πήρε απόφαση! Όχι πλέον σκέψεις άσχημες, μόνο καλές και σταθερές. Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά» και άρχισε και πάλι από την αρχή τη φροντίδα..

Ο Μανώλης καταγόταν από ένα χωριό ανεβασμένο στα πολύ ψηλά βουνά, όπου μόνο ο Θεός το βλέπει και φροντίζει για τους ανθρώπους αυτούς. Φτωχή η οικογένειά του με μόνη περιουσία ένα μικρό σπιτάκι και λίγα γιδοπρόβατα, που ήταν ικανά να τους δώσουν το γάλα μόνο για τη φαμίλια τους και τίποτε άλλο. Ήταν όμως πανέξυπνος και ο δάσκαλος είπε στον πατέρα και στη μάνα, πως είναι κρίμα τέτοιο μυαλό να πάει χαμένο. Θα πρέπει να κατεβεί στην πόλη και αυτός θα το σύστηνε σε μια οικογένεια που μπορούσε να του διαθέσει ένα μικρό δωματιάκι ε! και όλο κάτι ακόμα θα έκανε και ο ίδιος ίσως για το παιδί. Κάποια βοήθεια θα μπορούσε να του δώσει... Έτσι ο Μανώλης βρέθηκε στην πόλη με μόνο εφόδιο το μυαλό του και μια κάπα φτιαγμένη από μαλλί κατσικιών και προβάτων, που δεν ήταν μόνο σκληρή, αλλά και περίεργη κι έτσι ο δύστυχος ο Μανώλης αντιμετώπιζε και τις κοροϊδίες των γαβριάδων της γειτονιάς. Και μια μέρα κάποιος από αυτούς βρήκε ένα κλούβιο αυγό και του το έβαλε στην τσέπη του. Περπατούσε αμέριμνος Ο Μανώλης, όταν κάποιος τον χτύπησε στην τσέπη και το αυγό έσπασε και γέμισε ο τόπος από την άσχημη μυρωδιά... Δεν έκλαψε, δεν είπε τίποτε σε κανένα από τα παιδιά αυτά που λυνόντουσαν στα γέλια. Και το είδε η Αγγέλα και έτρεξε και καθάρισε την κάπα και έβαλε τέτοιες φωνές στα παλιόπαιδα όλα που ξεσήκωσε τη γειτονιά. Κρύφτηκαν εκείνα στα στενά, αλλά το μυαλό τους δούλευε μόνο για το πώς θα κάνουν ρεζίλι τον καημένο το Μανώλη. Όμως ο Μανώλης αν και στενοχωρούνταν από την κατάσταση αυτή, δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Στόχος του και σκέψη μοναδική ήταν το πώς θα πάει καλά στο Σχολείο, το πώς οι βαθμοί του θα είναι καλοί για να χαίρονται και οι γονείς του, που τους έκαιγε το μαράζι... Το είκοσι ήταν η μόνιμη βαθμολογία του Μανώλη. Τώρα έτρωγε και καλά, αφού η Αγγέλα είχε πλέον αναλάβει και επίσημα τη φροντίδα του και την προστασία του. Και έφτασε στο τέλος του τότε Γυμνασίου και έδωσε και εξετάσεις στη φιλοσοφική των Αθηνών και μπήκε ανάμεσα στους πρώτους. Έλα όμως που η φτώχεια τον κατάτρωγε και τώρα και έτσι, κάποτε που ήταν στη σειρά για να πληρώσει τα δίδακτρα για τη σχολή του, λιποθύμησε από την πείνα και από την τσεπούλα του πετάχτηκε μια κόρα μόνο από ψωμάκι; Γέλασαν κάποιοι που τα λεφτά των πατεράδων τους έρχονταν σ’ αυτούς κάθε μήνα πολλά και ακόμα περισσότερα. Τι ανάγκη είχαν; Τι να καταλάβουν αυτοί οι χαραμοφάηδες από πείνα και δυστυχία; Μήπως αντιμετώπισαν ποτέ τέτοιες φοβερές καταστάσεις, που το στομάχι σου πονά από την πείνα και συ δεν μπορείς να βρεις, έστω και ένα κομμάτι ψωμιού; Όμως ο Μανώλης δεν λύγισε! Ήξερε να παλεύει και με τη φτώχεια και με την ειρωνεία και με πολλά άλλα πράγματα που αντιμετώπιζε στο διάβα της ζωής του... Γιατί ήταν ο Μανώλης ο αγωνιστής!

Το παιδί που ήρθε από τα ψηλά ελάτια και ύψωνε και αυτό τη δύναμή του για να τα βγάλει πέρα με τους αέρηδες που το χτυπούσαν κάθε λίγο! Έτσι τελείωσε το Πανεπιστήμιο με άριστα και διορίστηκε ως Φιλόλογος στο Γυμνάσιο Τρικάλων. Ήταν καταχαρούμενος. Θα έπαιρνε στα χέρια του τα πρώτα του λεφτά και η σκέψη του πέταξε στο χωριό του και στα αδέρφια του. «Θα τους πάρω τρόφιμα, θα τους πάρω και δώρα για να χαρούν, θα τους πω πως από δω και πέρα η ζωή τους θα αλλάξει, θα γίνει καλύτερη, θα τρώνε καλύτερα και θα έρθουν και στην πόλη μαζί του για να δουν πώς είναι και στην πόλη οι άνθρωποι. Τώρα πλέον δεν θα πεινούν, δεν θα αισθάνονται κατώτεροι από τους συγχωριανούς τους, γιατί ο μεγάλος τους αδερφός θα φροντίζει για όλους». Μ’ αυτές τις σκέψεις ζούσε τώρα ο Μανώλης και η ζωή του άλλαξε χρώμα και ρόδισε και είδε τον ήλιο πιο λαμπερό και τη φύση πιο όμορφη και χάρηκε τόσο πολύ που θα μπορούσε τώρα να ανασάνει και αυτός ύστερα από την τόση ταλαιπωρία που πέρασε όλα αυτά τα χρόνια!

Ήταν ευτυχισμένος και την Αγγέλα δεν την ξέχασε ποτέ! Το πρώτο δώρο ήταν για εκείνη! Τρελάθηκε από χαρά και συγκίνηση η Αγγέλα και έσφιξε στην αγκαλιά της το Μανώλη, όπως τότε που ήταν μικρό παιδί και άρρωστο... Δυστυχώς όμως! Ο Μανώλης ήταν ακόμα αδύνατος και κίτρινος. Και ας είχαν περάσει περίπου πέντε χρόνια από τότε που διορίστηκε και μπόρεσε να φάει καλά, δεν κατάφερε να το πάρει επάνω του... Η φτώχεια και η δυστυχία που είχε περάσει άφησαν έντονα τα σημάδια πάνω του και κατάφαγαν σιγά, αλλά σταθερά τον οργανισμό του. Και Μανώλης αρρώστησε πολύ! Για την Αγγέλα ήταν χτύπημα. Το παιδί αυτό το είχε αγαπήσει πολύ, το αισθανόταν σαν δικό της. Έτρεξε, αγωνίστηκε, ξόδεψε χρήματα, χωρίς να σκεφτεί τίποτε, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να πολεμήσει την αρρώστια, όπως πολεμούσε τότε τους γαβριάδες που το κορόιδευαν. Από το πλευρό του δεν έφυγε καθόλου. Εκεί κολλημένη πάνω του να του μιλά, να τον ενισχύει, να τον χαϊδεύει, σα δικό της παιδί, να τον κοιτά και να λιώνει από την αγωνία. Και ένα πρωινό, την ώρα που ήλιος ξεπρόβαλε δειλά από το κρησφύγετό του, την ώρα που τα πουλιά άρχιζαν το πρωινό τους γλυκό λάλημα, την ώρα που χρύσιζε η δροσιά της νύχτας πάνω στα λουλούδια και στα κλαδιά των δέντρων... την ώρα εκείνη ο Μανώλης, ο αγωνιστής πέταγε για τους ουρανούς. Έφυγε απλά, όπως απλά ήρθε και στην πόλη για να σπουδάσει, μα δεν τα κατάφερε. Πιο δυνατός ο θάνατος από τη δυνατή ψυχή του. Φαίνεται πως οι άγγελοι τον καρτερούσαν εκεί κοντά στο Θεό που πίστεψε, για να αναπαύσουν την κουρασμένη του ψυχή και το ταλαιπωρημένο του σώμα. Και η Αγγέλα τον έντυσε γαμπρό και ύστερα έκλαψε και έκλαψε πολύ και έκλεισε μέσα της την εικόνα του παιδιού, που ήξερε να παλεύει, αλλά που δεν νίκησε στο τέλος το θάνατο! Ήταν το παιδί από το χωριό, που το λέγανε Μανώλη! Ήταν ο Μανώλης ο μεγάλος αγωνιστής!!!!!!!

 

γράφει η Αλίκη Οικονόμου Γιωτάκου

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

5 Σχόλια

  1. Μαργαρίτα Αρβανίτη

    Πόσο συγκινητικό το κείμενό σου Αλίκη! Δυνατή η γραφή σου , ο εικονες επίσης! Κάθε παράγραφος και ένα ζωντανό σκηνικό από την εξέλιξη της ζωής του Μανώλη! Και εμείς τον αγαπήσαμε τον Μανώλη , παράδειγμα δυνατό για τις προσπάθειες που πρέπει να καταβάλλει ο καθένας μας για να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής οι οποίες όμως δεν είναι πάντα αρκετές όταν η κοινωνία σου, το κράτος σου “επιτρέπει ” να φτάσεις σε ανεπανόρθωτες και ακραίες μορφές στέρηση, με “βλάβες” χωρίς γυρισμό! Σειρά-σειρά ζήσαμε την αγωνία για την τύχη του Μανώλη! Ευχάριστο δεν ήταν το τέλος, όπως ευχάριστη δεν είναι και η ζωή όταν οι ευκαιρίες όχι μόνο δεν είναι ίδιες για όλους τους ανθρώπους αλλά υπάρχουν και κάποιοι σαν τον Μιχάλη που στερούνται το αυτονόητο του δικαιώματος της επιβίωσης… να γίνεσαι και περίγελως της κοινωνίας εκείνης που η αξία και η προσωπικότητα ταυτίζεται με την οικονομική σου “επιφάνεια”… όταν δεν ανήκεις ,σαν φυσική “προέλευση” στην “προνομιούχα” αυτή τάξη των “αρίστων” της κοινωνίας! Πολλά και σημαντικά τα κοινωνικά ζητήματα Αλίκη που θίγεις ! Θα μπορούσαμε να πουμε ότι το διήγημά σου μας θυμίζει αλλοτινούς καιρούς….να πούμε ότι σαν Ελλάδα είχαμε καταφέρει να έρθουμε , σε μεγάλο ποσοστό τουλάχιστον , στο να έχουμε αξασφαλίσει το αυτονόητο της επιβιωσης των οικογένειών! Καταστάσεις σαν αυτές του ΜΙχάλη θα λέγαμε ότι μας θυμίζουν ένα δύσκολο παρελθόν ακραίας φτώχειας και …δυστυχώ φτάσαμε στο σήμερα που η ιστορία σου “φωτογραφίζει” και πάλι την αναβίωση της πολύ δυσάρεστης και άδικης αυτής κατάστασης, της αδυναμίας για επιβίωση πολλών οικογενειών και ότι αυτό σημαίνει! Και ποιοί …εμείς οι “περήφανοι” απόγονοι των αρχαίων ελλήνων ! Πολύ δυνατό , το κείμενό σου Αλίκη που γίνεται συγκλονιστικό όταν σε “προβολή” του μέσα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα αποκαλύπτει που οδηγεί η έλλειψη ισονομίας, ισοπολιτείας , οι ίδες ευκαιρίες επιβίωσης και εκπκλήρωσης ονείρων! Οδηγεί δραματικά …στο να μετράμε θύματα , απώλειες ανθρώπινης ζωή! Αλίκη μου με ενδιαφέρον περιμένω και άλλες σου ιστορίες που ξέρω ότι υπάρχουν και κάθε φορά έχουν κάτι ενδιαφέρον να δείξουν, να πουν!

    Απάντηση
  2. Dimitri Giotakos

    Mανώλης, ο αγωνιστής! Και πράγματι είναι αγωνιστής, αφού εν μέσω δυσχερειών, ανυπέρβλητων πολλές φορές, κατάφερε να γίνει ο επιστήμονας. Το άδικο τέλος του σκληρό, αλλά η ζωή έχει και αυτές τις αναποδιές. Το κείμενο από άποψη λογοτεχνική είναι πάρα πολύ καλό με τις δυνατές περιγραφές, με τις εικόνες, τις χαρακτηριστικές, με τη λυρική και ωραία γλώσσα….
    Αφήνει έντονες εντυπώσεις και παραδείγματα προς μίμηση, αλλά και προς αποφυγή…

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Υπέροχο το διήγημα αυτό. Συγκινητικό, ανθρώπινο, αληθινό. Αγωνιστής ο Μανώλης! Η πείνα και η εξαθλίωση δεν τον εμπόδισαν να είναι ο πρώτος στη Φιλοσοφική Σχολή. Άτυχος όμως, καθώς η υγεία του δεν τον ενίσχυσε. Προδομένος από την αδυναμία και την αρρώστια χάνεται, μένει όμως η αγωνιστικότητά του για μίμηση και θαυμασμό σε όλους μας. Καλογραμμένο με ύφος δυνατό, εικόνες παραστατικές και έντονες, ύφος γλαφυρό και γλώσσα πολύ ευχάριστη. Στο τέλος μας μένει και ο θαυμασμός για το Μανώλη και η πικρία για το χαμό του!

    Απάντηση
  4. Maroulla Panagou

    Πάρα πολύ ωραίο Αλίκη και μόνο κάποιος που τα έχει περάσει, μπορεί α καταλάβει πόσο ακριβά κοστίζουν τα όνειρα .Κάποια πολύ γνωστή μου παρ όλο που δεν μπόρεσε να διαβεί τις πόρτες των σκολειών όμως δεν το έβαλε κάτω .Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της πρακτικής και τα κατάφερε Μακάρι όλοι να εχουν την θέληση του Μανώλη του αγωνιστή,όπως και της φίλης μου κι ο κόσμος θα ήτανε πολύ πιο καλός

    Απάντηση
  5. Άννα Ρουμελιώτη

    Αγώνας και πάντα αγώνας η ίδια η ζωή σύντομη ή όχι έιναι ένας διαρκής αγώνας να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι!!!Συγχαρητήρια Αλίκη!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος