Το πιο καλό κορίτσι

Δημοσίευση: 17.09.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

Κάτι άστραψε έξω από το παράθυρο και μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ύστερα από λίγο ακούστηκε μια δυνατή βροντή. Τρόμαξα, μα η περιέργειά μου ήταν πιο δυνατή. Έτρεξα στο παράθυρο, με πηδηχτά βηματάκια, να δω τι συμβαίνει. Έμεινα έκπληκτη με το θέαμα. Μία τεράστια ντουζιέρα, έβρεχε όλη την αυλή μας. Ήταν τόσο ψηλά που δεν μπορούσα να την δω. Η λεκάνη της μαμάς μου που βρισκόταν έξω, κοντά στην πέτρινη βρύση της αυλής, είχε ήδη γεμίσει νερό και με προκαλούσε να πάω να βουτήξω. Έσπρωξα απαλά την πόρτα. Μια πρωτόγνωρη κι ευχάριστη μυρωδιά γαργάλισε τα ρουθούνια μου. Βγήκα έξω. Ήταν τέλεια! Το νερό ερχόταν από παντού, από πολύ ψηλά, δεν είχα ιδέα ποιός το έριχνε, αλλά ήταν φανταστικά! Άπλωσα τα αφράτα χεράκια μου να πιάσω το νερό. Αμέτρητες σταγόνες έπεφταν με δύναμη και μου γαργαλούσαν τις παλάμες. Σήκωσα το κεφάλι στον ουρανό κι άνοιξα το στόμα μου να πιω. Το νερό με ανάγκαζε να κλείνω τα μάτια μου. Είχε πολύ πλάκα. Άρχισα να χοροπηδάω και να τσαλαβουτάω στα νερά. Η λεκάνη δεν ήταν πια ελκυστική, αφού ολόκληρη η αυλή μας είχε γίνει μια πελώρια λεκάνη με νερό. Τσαλαβουτούσα και γελούσα. Θεέ μου πόση ευτυχία! Δυστυχώς η διασκέδαση δεν κράτησε πολύ. Η μαμά μου με άρπαξε και με έβαλε μέσα. Φώναζε πολύ δυνατά, δεν καταλάβαινα ακριβώς τι έλεγε. Είχε γουρλώσει τα μάτια και ούρλιαζε, χτυπώντας με στον πωπό. Παρόλο που φορούσα πάνα, με πόνεσε. Δεν πονούσε ο πωπός μου τόσο, όσο η καρδούλα μου. Δεν κατάλαβα γιατί με τιμωρούσε. Γιατί μου φερόταν έτσι. Τι κακό είχα κάνει; Ύστερα τα έβαλε με τον πατέρα μου. Φωνάζανε κι οι δύο, χωρίς να καταλάβω γιατί. Η μητέρα μου, με ξεγύμνωσε βιαστικά και με σκούπισε με νευρικές κινήσεις, ενώ παράλληλα συνέχιζε να φωνάζει στον πατέρα μου. Κατάλαβα πως αυτό που έκανα ήταν πολύ σοβαρό. Ύστερα με έντυσε, μου στέγνωσε τα μαλλιά και μ’ έβαλε να καθίσω μπροστά στην τηλεόραση. Ήταν ένα κουτί με αστείες εικόνες. Όμως εκεί έξω, ήταν πολύ πιο διασκεδαστικά. Λυπήθηκα. Μάλλον, δεν είναι σωστό να νιώθει κανείς τόση χαρά, σκέφτηκα. Αλλιώς δε θα γινόταν τόσο έξαλλοι οι γονείς μου.

Τα χρόνια πέρασαν κι όσο μεγάλωνα τόσο καταλάβαινα ότι είναι ντροπή να χαίρεσαι. Όποτε γελούσα δυνατά μου λέγανε «σώπα», «ο κόσμος κοιμάται», «ενοχλείς». Όταν μιλούσα με ενθουσιασμό για κάτι που μου συνέβη, μου κόβανε τη χαρά, «Σσσς πιο σιγά, σ’ ακούω» ή «σταμάτα πια , μας ζάλισες» κι έτσι σταματούσα. Πήγαινα στο δωμάτιό μου κι έπαιζα με την κούκλα μου, μιλώντας σιγά, συνετά, ψιθυρίζοντας σχεδόν, να μην ενοχλήσω, να μην εκνευρίσω κανέναν, να είμαι σωστή. Έτσι όλοι έλεγαν πως ήμουν το πιο καλό κορίτσι! Η γιαγιά μου καμάρωνε για μένα, γιατί ήμουν πάντα ήσυχη στην εκκλησία. Ποτέ δε μιλούσα. Δεν γκρίνιαζα. Δεν ενοχλούσα. Περίμενα με υπομονή να τελειώσει η λειτουργία. Με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στα γόνατά μου. Με την άσπρη μου φουστίτσα και τα δαντελωτά μου καλτσάκια. Ήμουν ντυμένη σαν κουκλίτσα. Κι η δασκάλα μου με αγαπούσε πολύ. «Το διαμαντάκι της τάξης» έτσι με φώναζε. Άκουγα πάντα προσεκτικά ό,τι έλεγε. Κάθε τόσο φώναζε στην τάξη «Ησυχία». Πολλά παιδιά μιλούσαν μέσα στην τάξη κι εγώ τους κοιτούσα με απορία. Δε φοβούνται; Πώς τους αρέσει να τους φωνάζουν; Δεν ξέρουν ότι πρέπει να υπακούν; Εγώ είχα καταλάβει πλέον τι χρειάζεται για να είναι κανείς σωστός στη ζωή του. Αρκούσε μόνο να μην εκφράζει κανείς έντονα την χαρά του και να μην ενοχλεί τους άλλους, κυρίως τους μεγάλους. Οι μεγάλοι είναι εκείνοι που εκνευρίζονταν περισσότερο. Ήταν σχεδόν πάντα κουρασμένοι, οπότε έπρεπε να είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός μαζί τους. 

Μια φορά θυμάμαι, που παίζαμε με την μικρότερη αδερφή μου, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, εκείνη τσίριξε δυνατά. Άρχισε να φωνάζει γιατί ήθελε εκείνη να κάνει την πριγκίπισσα, παρόλο που εγώ το είχα πει πρώτη. Η αδερφή μου ήταν μικρή και δεν είχε καταλάβει ακόμη πώς λειτουργεί ο κόσμος. Ούρλιαζε και έκλαιγε κι εγώ τρομαγμένη της έκλεινα το στόμα. «Σταμάτα της έλεγα, μην κλαις» Τίποτα εκείνη, συνέχιζε ακάθεκτη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Με είχε λούσει κρύος ιδρώτας. Ήξερα πως η μαμά θα τιμωρούσε την λάθος συμπεριφορά της ανόητης αδερφής μου. Οι φωνές της μητέρας μου δεν άργησαν να ακουστούν. «Εσύ είσαι η σκανταλιάρα» μου ‘λεγε «εσύ την τσιγκλάς και κλαίει» . Σοκαρίστηκα. Χρεώθηκα εγώ το κλάμα της. Έτσι κατάλαβα πως δεν αρκεί τελικά να είσαι μόνο εσύ σωστός. Είσαι υπεύθυνος και για την φρονιμάδα των άλλων. Κυρίως των μικρότερων. Από τότε ανέλαβα να μάθω τους κανόνες της ζωής και στα μικρότερα αδέρφια μου. «Μη φωνάζεις, θα ξυπνήσεις τον μπαμπά», « μην χοροπηδάς, ενοχλείς τους από κάτω», «Μην κλαις», «Μη γελάς δυνατά». Ήμουν πολύ καλή δασκάλα, αν και ο αδερφός μου ήταν ανεπίδεκτος μαθήσεως. Άρχισα κι εγώ, λοιπόν, να εκνευρίζομαι σαν τους μεγάλους και του έδινα και καμία στον πωπό, για να συμμορφωθεί.

Κάπως έτσι μεγάλωσα. Σα να ήμουν από πάντα μεγάλη! Συνετή και φρόνιμη. Μα πέρα από τον τίτλο «καλό κορίτσι» που είχα κερδίσει, καμία άλλη επιβράβευση δεν έπαιρνα για τη σωστή συμπεριφορά μου. Οι γονείς μου ήταν διαρκώς απασχολημένοι. Τα αδέρφια μου δεν έπαιζαν μαζί μου αφού με έβλεπαν σαν δεύτερη μαμά. Φίλους δεν είχα πολλούς. Σχεδόν κανέναν. Μονάχα μία κολλητή από το νηπιαγωγείο που κι αυτή με άφηνε πίσω κάθε φορά που δεν ακολουθούσα στις κοπάνες, στις σκανταλιές, στα πειράγματα και σε οτιδήποτε άλλο ξεπερνούσε τα όρια. Τα προσωπικά μου όρια. Τα τείχη της απόλυτης ηθικής που είχα διδαχθεί. «Έλα ρε, αυτά θα θυμόμαστε όταν μεγαλώσουμε» μου έλεγε. Μα δεν τολμούσα, έλεγα «Άσε καλύτερα». Δεν ήθελα μπλεξίματα. Δεν ήθελα να απογοητεύσω όλους αυτούς που με θεωρούσαν καλό κορίτσι. Τους γονείς. Τους δασκάλους. Την γιαγιά μου. Ήμουν το καμάρι της! Πώς να την προδώσω;

 Και το θελα… Αχ πόσο το ήθελα να φύγω κι εγώ κρυφά από το σχολείο με auto stop. Να κατεβώ στην πόλη. Να πιω καφέ. Να κάνω τσιγάρο και να φλερτάρω με τους συμμαθητές μου! Αλλά όλα αυτά θα με γέμιζαν χαρά και ενθουσιασμό κι ήξερα πολύ καλά πως η χαρά τιμωρείται. Μόνο κάτι μικρές, κρυφές στιγμές, το βράδυ στο κρεβάτι μου, όταν όλοι είχαν κοιμηθεί, έβαζα το χέρι μου μέσα στο εσώρουχό μου και χαϊδευόμουν. Ένιωθα τότε μια συναρπαστική ένοχη ηδονή που μούδιαζε τα άκρα μου, συντάρασσε το κορμί μου και θόλωνε γλυκά το μυαλό μου. Μια στιγμή δικιά μου, μακριά από τα πρέπει και τα αυστηρά βλέμματα των άλλων. Μια μικρή, τόση δα μικρή στιγμή ελευθερίας. Όσο διαρκούν λίγα δευτερόλεπτα. Λίγα δευτερόλεπτα γεμάτα χαρά κι ηδονή. Κι ύστερα …. Ντροπή. Ντρεπόμουν τόσο πολύ γι αυτό που είχα κάνει. Έτρεμα στην ιδέα πως κάποιος ίσως με ανακαλύψει. Πως ίσως καταλάβει τι κάνω. Ντρεπόμουν τόσο πολύ για τον εαυτό μου, που μου επέτρεψα να νιώσω τόσο έντονη χαρά. Φοβόμουν! Ήξερα πως η χαρά τιμωρείται. Την άλλη μέρα έτρεμα μη μου συμβεί κάτι κακό. Μπορεί οι άλλοι να κοιμόταν και να μην κατάλαβαν τίποτα. Εκείνος όμως με είδε. Εκείνος είναι πανταχού παρών και ήξερε τι έκανα. Φοβόμουν. Φοβόμουν τόσο πολύ. Ώσπου ένα απόγευμα κι ενώ είχα κλειδωθεί στο μπάνιο, κάνοντας την μικρή μου αμαρτία, ακούω κλάματα και φωνές. Βγαίνω έξω έντρομη. Η μητέρα μου έτρεχε αλαφιασμένη. Είχε σκίσει την μπλούζα της και την έδεσε σφιχτά στο πόδι του αδερφού μου. Αιμορραγούσε και το αίμα πότιζε και το ύφασμα της μπλούζας. Πάγωσα. Ο αδερφός μου σφάδαζε στο κλάμα. Τον πήγαν άρον άρον στο νοσοκομείο. Έμεινα πίσω με την αδερφή μου και δεν μπορούσα να συνέλθω. Τότε μια βασανιστική σκέψη σφηνώθηκε στο μυαλό μου. Ο αδερφός μου πλήρωνε τις δικές μου αμαρτίες. Ένιωσα απαίσια. Ήμουν η χειρότερη αδερφή του κόσμου. Ο πιο άθλιος άνθρωπος που γεννήθηκε ποτέ στη γη. Πώς μπόρεσα; Πώς μπόρεσα να υποκύψω στον πειρασμό της ηδονής; Πώς το ‘κανα αυτό; Ο αδερφός μου γύρισε με πέντε ράμματα στο πόδι, μα η πληγή στην ψυχή μου δεν μπαλωνόταν ούτε με εκατό ράμματα. Δεν μπορούσα να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Καλύτερα να είχα τιμωρηθεί εγώ. Όχι εκείνος. Ήταν πολύ άδικο. Έτσι ορκίστηκα να μην το ξανακάνω. Σιχάθηκα τόσο πολύ τον εαυτό μου που οτιδήποτε είχε να κάνει με ερωτική διέγερση το απεχθανόμουν. Δεν άντεχα να βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται χυδαία στο στόμα. Όταν έδειχνε κάτι τέτοιο η τηλεόραση, γυρνούσα με αποστροφή το κεφάλι. Αν, μάλιστα, η σκηνή ήταν λίγο πιο τολμηρή κι έδειχνε γυμνά σώματα, κοκκίνιζα από ντροπή. Η γιαγιά μου αποδοκίμαζε επίσης τέτοιου είδους θεάματα. «Α να χαθούνε» έλεγε υποτιμητικά, ενισχύοντας μου την άποψη πως όλα αυτά είναι ντροπής πράγματα. Τερτίπια του διαβόλου για να μας οδηγήσει στην κόλαση. «Θα μας κάψει ο Θεός!» έλεγε με στόμφο. 

Μεγάλη αμαρτία η χαρά. Το εμπέδωνα συνεχώς όλο και περισσότερο. Δεν κάνει να γελάς σε κηδείες. Ντροπή να τραγουδάς Μ. Παρασκευή. Δεν είναι σωστό να γελάς δυνατά, με ανοιχτό το στόμα. Πάντα μας μάλωνε η γιαγιά μου. Ώσπου ήρθε η ώρα της δικής της κηδείας. Μετά το μυστήριο μαζευτήκαμε όλα τα ξαδέρφια στην κάμαρά της και ξεφυλλίζαμε φωτογραφίες. Θυμηθήκαμε που ήμασταν μικρά. Θυμηθήκαμε τα παιχνίδια στις αλάνες και γελούσαμε. Γελούσαμε δυνατά. Ένα αστείρευτο τρανταχτό γέλιο, φούσκωνε , σχεδόν με αυθάδεια , τα στήθη μας. Δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Γελούσαμε τρανταχτά, ομαδικά, νευρικά, μέχρι δακρύων. Ώσπου μπήκε έξαλλη η θεία μου. «Σταματήστε καλέ! Ντροπή! Τι θα πει ο κόσμος;». «Αφού μόνοι μας είμαστε ρε μαμά» είπε η ξαδέρφη μου γελώντας. Εμένα μου είχε κοπεί το γέλιο κατευθείαν. Ευτυχώς είχα την ικανότητα να επανέρχομαι στην τάξη αμέσως. «Μας ακούει η γειτονιά. Σωπάστε!» είπε επιτακτικά εκείνη κι έφυγε με γρήγορα βήματα από το δωμάτιο, παίρνοντας πάλι το περίλυπο ύφος της, για να συναντήσει τις άλλες θείες στο σαλόνι.

Είχε αρχίσει να μου τη δίνει όλη αυτή η κατήφεια. Ήθελα να ανασάνω. Είχα φτάσει κιόλας στο λύκειο και είχα αρχίσει να μπαίνω κι εγώ στις μεγάλες παρέες των εφήβων, σιγά σιγά. Είχα χαλαρώσει λίγο τις αναστολές μου. Άρχισα δειλά και προσεκτικά να γελώ με τους συμμαθητές μου εν ώρα μαθήματος. Κι όσο δεν ερχόταν η τιμωρία, τόσο έπαιρνα θάρρος και συνέχιζα. Ήμουν πλέον χαμογελαστή. Έλεγα αστεία. Συμμετείχα σε πειράγματα. Πήγαινα σε πάρτι. Έβγαινα έξω κάθε Σάββατο βράδυ και χόρευα. Ένιωθα όμορφα. Ήμουν αποδεκτή από την παρέα. Τολμούσα να πατήσω τα όριά μου, αλλά ποτέ δεν τα ξεπερνούσα. Μπορεί το Σάββατο να διασκέδαζα με την παρέα μου στα μπαράκια μέχρι αργά, το πρωί της Κυριακής όμως σηκωνόμουν να πάω στην εκκλησία. Να εξιλεωθώ. Ήθελα να ισορροπώ την παρεκτροπή με την σύνεση. Να μην ξεφύγω. Να μην περισσέψει η χαρά. 

Έτσι μοιραία κι αναπόφευκτα ήρθε κι ο πρώτος έρωτας στη ζωή μου. Αθώος, παιδιάστικος, μα πολύ δυνατός. Ζορίστηκα πολύ να πω το ναι. Επί μήνες ζύγιζα καταστάσεις και πρέπει, δεν πρέπει. Εν τέλει υπέκυψα. Είπα να δοκιμάσω. Τα φτιάξαμε. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το χαμόγελο ζωγραφίστηκε μόνιμα στο πρόσωπό μου από εκείνο το βράδυ κι έπειτα. Το χαζοχαρούμενο βλέμμα κι η αφηρημάδα που ακολούθησαν, σήμαναν συναγερμό στο σπίτι. Η μητέρα μου κάτι άρχισε να υποψιάζεται, αλλά δεν τολμούσε να ρωτήσει. Ήταν απαγορευτικό θέμα για συζήτηση. Ντρεπόταν πολύ. Το γεγονός αυτό με βόλευε ιδιαίτερα. Ξετρελαμένη και ερωτευμένη, μετρούσα τις μέρες, να ‘ρθει το Σάββατο, να ανταμώσουμε. Σιγοτραγουδούσα, περπατούσα χοροπηδηχτά και έκανα όλα τα χατήρια στα αδέρφια μου. Τα βράδια αγκαλιά με το ραδιόφωνο, ονειρευόμουν, χαμογελώντας. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη! Μα ήταν πολύ καλό για να μου συμβαίνει. 

 Ήταν η τρίτη φορά που βρισκόμασταν. Όλο το βράδυ δεν μου άγγιξε ούτε το χέρι. Κρατούσαμε τα προσχήματα μπροστά στον κόσμο. Μα όταν φτάσαμε στο κατώφλι του σπιτιού μου, εκεί στα σκοτεινά, μου έδωσε ένα γλυκό, ερωτευμένο, γεμάτο πάθος φιλί. Είχα κλείσει τα μάτια και πετούσα, ταξίδευα σε άλλους κόσμους. Σε ροζ σύννεφα και πουπουλένια λιβάδια. Και γελούσα. Και χόρευα και….. Ο γνώριμος ήχος από το αυτοκίνητο του πατέρα μου με γκρεμοτσάκισε απότομα. Άνοιξα έντρομη τα μάτια μου. Το αγόρι μου έφυγε τρέχοντας. Εκείνος με πλησίασε με οργή. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. «Τι είναι αυτά;» μου φώναξε με γουρλωμένα μάτια. «Ποιος είναι αυτός;». «Ποιος αυτός;» είπα τρέμοντας. «Με κοροϊδεύεις κιόλας;» είπε και μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι. Ήταν το πρώτο που είχα φάει από τον πατέρα μου. Συνήθως η μάνα μου μας χτυπούσε σε μικρότερη ηλικία. Εκείνος έλειπε ,όλη μέρα. Ζαλίστηκα. Ήταν σαν μαχαίρι που μου έκοψε με βία τα φτερά και με προσγείωσε απότομα στη γη. «Τι θα σε κάνουμε; Πουτάνα;» ούρλιαζε στο πρόσωπό μου. Η καρδιά μου σχίστηκε. Νομίζω πως άκουσα τον ήχο της ρωγμής της. Ήθελα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Γι άλλη μια φορά αισθάνθηκα ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου. Δεν μου άξιζε να ζω. Απογοήτευσα τον άνθρωπο που με θαύμαζε περισσότερο. Δεν φάνηκα επάξια του χαρακτηρισμού που με προσδιόριζε μια ζωή. Δεν ήμουν πια το καλό κορίτσι. Εκείνο για το οποίο καμάρωναν οι γονείς του. Εκείνο που επαινούσαν οι δάσκαλοι. Έτρεμα στη σκέψη πως θα χάσω το επίθετό μου, την ύπαρξή μου ολόκληρη. Και τώρα; Ποια θα είμαι; Ανέβηκα ντροπιασμένη πάνω στο σπίτι. Κλείστηκα στο δωμάτιό μου κι έκλαιγα γοερά. Στο σαλόνι ακουγόταν οι γονείς μου. Κατηγορούσε ο ένας τον άλλον για την κατάντια μου. «Εσύ φταις! Εσύ της έδωσες θάρρος», «Εγώ στα ‘λεγα, εσύ επέμενες, ‘ασ’ το το παιδί κι ασ’ το το παιδί. Να τώρα! Φιλιέται με τον πρώτο τυχόντα, κάτω από το σπίτι μας, να μας πιάσει στο στόμα της κι η γειτονιά. Ρεζίλι μας έκανε.». Ήμουν στ’ αλήθεια τόσο ανάξια κόρη. Αυτοί οι άνθρωποι, έκαναν τα πάντα για μένα. Να μεγαλώσω σωστά. Κι εγώ! Κουλουριάστηκα στο πάτωμα κι έκλαιγα απαρηγόρητα. Είχα γίνει μικρή, πολύ μικρή, σαν μυρμήγκι. Δεν υπήρχα. Δεν άντεχα να υπάρχω. Δεν άξιζα να υπάρχω.

Μετά από κείνο το βράδυ δεν ξαναβγήκα έξω το βράδυ. Μέχρι την πλατεία μια βόλτα με τα αδέρφια μου και πίσω πάλι. Ήθελα να εξιλεωθώ. Κράτησα αυστηρή νηστεία για σαράντα μέρες. Έσβησα το αισχρό χαμόγελο από τα χείλη μου κι αφοσιώθηκα στο καθήκον μου. Έπρεπε να διαβάσω. Να αριστεύσω. Να πετύχω. Ξέχασα, λοιπόν, κάθε χαρά και στρώθηκα στο διάβασμα. Σπίτι, σχολείο, φροντιστήριο. Αυτή ήταν η ζωή μου. Και τα κατάφερα! Πέρασα στο Πανεπιστήμιο, μα όχι στην πόλη μου. Η εφήμερη χαρά μου κόπηκε αμέσως. Ο πατέρας μου ούτε ήθελε να ακούσει για σπουδές μακριά από το σπίτι. Κορίτσι πράμα, μόνο του! Είχα και βεβαρημένο παρελθόν.. Σίγουρα θα με θεωρούσε ελαφρόμυαλη. Συμβιβάστηκα. Δεν έφυγα. Έπιασα δουλειά στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Πληρωνόμουν καλά αν και ξεπατωνόμουν στη δουλειά, για να πω την αλήθεια. Δεν βαρυγκωμούσα όμως. Όσο πιο δυσάρεστη ήταν η ζωή μου, τόσο πιο φυσιολογική μου φαινόταν. Οι σπουδές έγιναν ένα άπιαστο όνειρο, όπως πολλά άλλα. Για την ακρίβεια , όλα μου τα όνειρα είχαν πάντα ένα επίθετο… «άπιαστα». 

Όσο περισσότερο μεγάλωνα, τόσο συνήθιζα στην ιδέα, πως η χαρά είναι αμαρτία. Για να είναι κανείς σωστός, πρέπει να ζει δυστυχής. Μακριά από πάθη και ηδονές. Όταν έφτασε η ώρα να παντρευτώ, διάλεξα ένα καλό παιδί. Συνετό. Τίμιο και φρόνιμο, σαν εμένα. Τον αναγνώρισα αμέσως, από τα σφιγμένα χείλη, τις ρυτίδες θλίψης στο μέτωπο και το ένοχο βλέμμα. Τον έρωτα τον γνώρισα ως μια αγχώδη διαδικασία. Έπρεπε να γίνει σωστά. Έπρεπε να φτάσει στην κορύφωση ο σύζυγος, προκειμένου να τεκνοποιήσω. Κι όσο αυτό δε συνέβαινε, τόσο το άγχος αυξανόταν. Ανεχόμουν το σμίξιμο όσο πιο συχνά γινόταν. Μήπως και τα καταφέρουμε. Πέρασαν έτσι τρία ολόκληρα χρόνια και εγώ κοιμόμουν και ξυπνούσα αγκαλιά με τη θλίψη μου. Μα ένιωθα καλά με αυτό. Ήμουν σωστή κι αυτό με ικανοποιούσε. Η μελαγχολία ήταν μέρος της προσωπικότητάς μου. «Μελαγχολική πριγκίπισσα» έτσι με έλεγε ο άντρας μου. Μου άρεσε. Γιατί όχι; Μια μελαγχολική , τίμια , αξιοπρεπής πριγκίπισσα. Ωραίος τίτλος. 

Σαν από θαύμα κατάφερα τελικά να γίνω μητέρα. Ήταν η πιο συγκλονιστική στιγμή της ζωής μου, όταν έμαθα πως είμαι έγκυος. Είχα χαρεί τόσο πολύ που αμέσως μετά άρχισα να φοβάμαι. Φοβόμουν πως τόση χαρά , δε θα κρατήσει για πολύ. Έτρεμα μην το χάσω. Αγχωνόμουν για τα πάντα. Γιατί φουσκώνει η κοιλιά μου; Γιατί ξεφουσκώνει; Γιατί δεν το ακούω; Γιατί δεν έχω λιγούρες; Είναι φυσιολογικό; Είναι φυσιολογικό να κουράζομαι; Να λαχανιάζω; Γιατί πονάω; Τι συμβαίνει; «Όλα πάνε καλά» μας έλεγε ο γιατρός, μα δεν το πολύ πίστευα. Να δεις που κάτι κακό θα συμβεί, έλεγα μέσα μου. Θα πάθω θρόμβωση. Θα αποβάλλω. Θα γεννήσω πρόωρα. Κι αν ο Θεός μου στείλει ένα παιδί με αναπηρία, για να με δοκιμάσει; Τι θα κάνω; Πώς θα το αντέξω; Αρνητικές σκέψεις με βασάνιζαν σε όλη την εγκυμοσύνη. Και μετά τη γέννα. Τα ίδια. Έκλαιγα κι εγώ μαζί με το μωρό τα βράδια. Γιατί δεν τρώει; Γιατί δεν κοιμάται; Μέρα νύχτα με το άγχος. Κι οι μέρες περνούσαν και τα χρόνια έφευγαν κι εγώ ζούσα την πιο φυσιολογική ζωή του κόσμου. Ευλογημένη και δυστυχής. Κι ήμουν ήσυχη. Ήσυχη που δεν γελούσα δυνατά σαν κάτι παρδαλές. Που δεν ενοχλούσα κανέναν. Δεν ξέρω καν, αν πρόσεχε κανείς πως ζούσα. Περνούσα απαρατήρητη. Σχεδόν πάντα σιωπηλή στις παρέες. Κουνούσα καταφατικά το κεφάλι, κάνοντας πως ακούω τι λένε, μα οι σκέψεις μου δραπεύτευαν. Έφευγε το μυαλό μου και περιπλανιόταν σε κόσμους ονειρικούς. Τα βράδια φανταζόμουν τη ζωή που δεν έζησα. Τι θα γινόταν αν… Αν πήγαινα τελικά να σπουδάσω. Αν δεν χώριζα έτσι άδοξα και πρόωρα με τον πρώτο μου έρωτα. Αν πήγαινα εκείνες τις διακοπές με την παρέα, όταν τελειώσαμε το σχολείο, στο κάμπινγκ, στην Χαλκιδική. Αν μπορούσα να νιώσω κι εγώ τον οργασμό που τόσα χρόνια άκουγα να μιλούν γι αυτόν γύρω μου. Ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, περιοδικά. Παντού μιλούσαν για τον υπέρτατο γυναικείο οργασμό και μένα μου φαινόταν πως μιλούσαν για κάτι φανταστικό, ανύπαρκτο, σαν τον Άι Βασίλη που πίστευα μικρή κι ανυπομονούσα να συναντήσω και να μου δώσει αυτοπροσώπως το δώρο που παρήγγειλα, αλλά ποτέ δε συνέβαινε. Έπεισα τον εαυτό μου πως δεν υπάρχει. Πως καμία δεν το έχει νιώσει. Κι όποια υποστηρίζει πως τον βιώνει ψεύδεται. Κι όποια φωνάζει, απλά προσποιείται, για να κάνει λίγο πιο κινηματογραφική την πράξη. Να ερμηνεύσει πιο καλά τον ρόλο της. Σαν εκείνη την ξενδιάντροπη του τρίτου, που έσκουζε σαν σκύλα κάθε βράδυ. Εντάξει κυρά μου, σ’ ακούσαμε, δε χρειάζεται να φωνάζεις για να μας πείσεις ότι περνάς καλά!

 Ένα βράδυ δεν άντεξα, έγραψα ένα αυστηρό σημείωμα και το κόλλησα έξω από την πόρτα της. «Έχουμε και παιδιά. Σταματήστε να πηδιέστε και να φωνάζετε κάθε βράδυ σαν τα σκυλιά». Δεν τολμούσα φυσικά να της το πω κατάμουτρα. Δεν θα άντεχα να αντικρίσω το γεμάτο λάμψη πρόσωπό της, το επαίσχυντο χαμόγελό της, που θα με γέμιζε με υποψίες, πως ίσως και να μην προσποιείται. Θα μου γκρέμιζε όλο τον κόσμο που με τόση επιτυχία είχα καταφέρει να χτίσω από μικρό παιδί, από τότε που με μάζεψε η μάνα μου από τη βροχή. Όχι κάτι τέτοιο δε θα το άντεχα. Έτσι προτίμησα να της κάνω παρατήρηση γραπτώς. Κρυμμένη πίσω από τα γράμματά μου. Εκείνα ήταν φτιαγμένα από μελάνι. Δεν κυλούσε αίμα στις φλέβες τους για να πληγωθούν. Ούτε καρδιά για να πονέσουν. Πάντα έτσι είχα μάθει να αντιμετωπίζω τους ανθρώπους. Κρυμμένη κάτω από πέπλα και μάσκες. Πίσω από θολά τζάμια και κουρτίνες. Να μην φαίνομαι. Να μην εκτίθεμαι στα μάτια τους. Πίσω από την κουρτίνα. Έτσι έλεγα το ποίημα μου μικρή. Κι αν δεν υπήρχε κουρτίνα, οι μεγάλοι έλεγαν, «Να , δε σε βλέπω» κι έκρυβαν με τις παλάμες τους τα μάτια. Μα το ήξερα ότι έβλεπαν. Έβλεπα το κενό που άφηναν ανάμεσα στα δάχτυλα, για να κρυφοκοιτάξουν. Ήξερα πως ήθελαν να με ξεγελάσουν για να αποκαλυφθώ. Να με δουν. Να δουν ποια είμαι και να γελάσουν. Να γελάσουν δυνατά. Να με κοροϊδέψουν. Γι αυτό κι εγώ δεν φανέρωνα ποτέ τον αληθινό εαυτό μου. Εδώ που τα λέμε, μήπως ήξερα και ποιος ήταν ο αληθινός εαυτός μου; Μου κοτσάρανε μια ταμπέλα από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Το καλό κορίτσι. Αυτή ήμουν. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Με τον ίδιο τρόπο μεγάλωσα και την κόρη μου. Με τον μόνο τρόπο που ήξερα. Την εκπαίδευσα να γίνει κι αυτή ένα καλό κορίτσι. Χωρίς ψεγάδι. Χωρίς άποψη. Δίχως λάθη και προπαντός χωρίς χαρά. Χωρίς αυτή την καταραμένη χαρά που μπορούσε να της φέρει πολλούς μπελάδες στη ζωή της. Καλύτερα να κλαίει αυτή, παρά εγώ, έλεγα. Γιατί ήξερα. Ήξερα πως η χαρά τιμωρείται αυστηρά και δεν ήθελα να πονέσει. Κι εκείνη με άκουσε κι έκρυβε πάντα τη χαρά της. Από παιδί γελούσε χαμηλόφωνα, κρυφά, κρύβοντας με το χεράκι της το στόμα της και σκύβοντας το κεφάλι. Ήξερε πως είναι ντροπή να γελάμε. Να χαιρόμαστε. Να ζούμε αληθινά! Μεγάλη ντροπή! Ζούσε με την ίδια ενοχή.

Κι εγώ πορευόμουν αγέρωχη στα χρόνια που ακολούθησαν. Όλα γύρω μου ήταν μαύρα. Πίκρες και στεναχώριες με πότιζε η ζωή, ανταποκρινόμενη στις προσδοκίες μου. Με κερνούσε δάκρυα κι απογοητεύσεις, αφού αυτά ζητούσα. Δεν άντεχα τα στεγνά μάτια. Έπρεπε να τα ποτίζω συνέχεια, να μη μαραίνονται. Με ανακούφιζαν τα δάκρυα. Συχνά συναγωνιζόμουν στις στεναχώριες με τις μίζερες φίλες μου. Παραβγαίναμε στο ποια είναι πιο δυστυχισμένη. «Μιλάς κι εσύ; Τι να πω κι εγώ που…» 

Κάπως έτσι γέμισε ρυτίδες το πρόσωπό μου. Οι αγαπημένοι μου άρχισαν σιγά σιγά να φεύγουν ένας ένας. Πρώτα ο πατέρας. Ύστερα η μάνα. Οι θείοι κι οι θείες μου. Σειρά πήραν κάτι μακρινά ξαδέρφια, μεγαλύτερα από μένα. Κι ο κατάλογος όλο και μεγάλωνε. Συγγενείς και φίλοι. Έφευγαν. Κι εγώ περίμενα τη σειρά μου. Μόνη πια στο σπίτι μου, κοιτούσα από το παράθυρο. Έξω η ζωή κυλούσε. Άνθρωποι σκυθρωποί. Πιστοί στο καθήκον της δυστυχίας, διαβαίνανε σκυφτοί τον δρόμο τους. Ο άντρας μου έφυγε αθόρυβα μια βροχερή Δευτέρα. Στον ύπνο του. Μα εμένα μου στερέψανε τα δάκρυα. Δεν μπόρεσα να χύσω ούτε ένα εκείνη την μέρα. Κρυφά, τον ζήλευα, που έφευγε. Ίσως εκεί που πήγαινε να ήταν διαφορετικά. Ίσως να μην απαγορευόταν να είναι κανείς ευτυχισμένος και να το δείχνει. Να μην ήταν ντροπή το δυνατό γέλιο! Και ίσως οι άνθρωποι να ήταν ελεύθεροι να βγουν στη βροχή και να βραχούν μέχρι το κόκκαλο. 

Ένα απόγευμα του Αυγούστου ήρθε και η δική μου σειρά να σημάνει η λήξη του παιχνιδιού. Είχα βγει στην παραλία, για έναν ανεξήγητο λόγο. Για πρώτη φορά, έβγαλα τα παπούτσια μου και περπάτησα δίπλα στο κύμα. Δεν μ’ ένοιαζαν τα αδιάκριτα βλέμματα των λουόμενων. Είχα σηκώσει το φουστάνι μου και βάδιζα, βυθίζοντας τις γέρικες πατούσες μου στην άμμο. Απολάμβανα τόσο πολύ την αίσθηση. Προσπερνούσα κάστρα χτισμένα από μικρούς πολεμιστές, πολύχρωμα σωσίβια σε σχήμα πάπιας και μονόκερου. Νεαρά ζευγάρια που φιλιόταν σε κοινή θέα, χωρίς να δίνουν λογαριασμό. Παρέες που γελούσαν ακούγοντας δυνατά μουσική και πιτσιρίκια που χαχάνιζαν πιτσιλώντας το ένα το άλλο. Πρώτη φορά δεν με εκνεύριζε τίποτα από όλα αυτά. Πρώτη φορά που συνειδητοποιούσα πόση χαρά υπήρχε γύρω μου. Οι άνθρωποι γελούσαν δυνατά! Χωρίς ντροπή! Είχαν δικαίωμα να είναι χαρούμενοι, χωρίς να φοβούνται μην τιμωρηθούν! Κοιτούσα γύρω μου σαστισμένη, λες και είχα γεννηθεί εκείνη την μέρα. Λες και δεν έζησα ούτε μια μέρα πάνω σε τούτη τη γη. Οι πρώτες σταγόνες της βροχής μου χάιδεψαν το πρόσωπο. Ο κόσμος έτρεχε πανικόβλητος καθώς ένα δυνατό μπουρίνι έριχνε αμμοβολή πάνω τους. Η θάλασσα αγρίεψε ξαφνικά. Ο ουρανός μαύρισε. Ξέσπασε καταιγίδα. Η παραλία άδειασα αμέσως. Μα εγώ έμεινα εκεί. Άνοιξα τα χέρια μου. Οι σταγόνες γαργαλούσαν τις στυφές μου παλάμες. Σήκωσα το κεφάλι στον ουρανό κι άνοιξα το στόμα να πιω νερό. Η βροχή ήταν τόσο δυνατή που δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια, μα ήταν τόσο συναρπαστικό αυτό. Μια ακατάσχετη χαρά διαπότισε το κουρασμένο μου κορμί. Άρχισα να γελάω δυνατά. Πολύ δυνατά. Με όλη μου τη δύναμη. Ούρλιαζα βγάζοντας ιαχές ενθουσιασμού και γελούσα ακατάπαυστα. Ήμουν ελεύθερη! Ελεύθερη! Ώσπου η καρδιά μου δεν άντεξε τόση χαρά. Σωριάστηκα στο έδαφος. Η τελευταία εικόνα που είδα ήταν ένας ολόλευκος γλάρος που πετούσε σαν τρελός μέσα στην καταιγίδα. Έμοιαζε τόσο ευτυχισμένος! Χαμογέλασα. «Τελικά δεν ήξερα να ζήσω» είπα κι έσβησα, φυσώντας την φλόγα, με την τελευταία μου πνοή.

 

_

γράφει η Ράνια Σιαμορέλη

Ακολουθήστε μας

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

Ο Μάνθος ήτανε πραματευτής. Δηλαδή φόρτωνε, σε μια παλιά κλούβα Φολκσβάγκεν κατσαρολικά, κουταλομαχαιροπήρουνα, ποτήρια, βάζα, γενικά είδη νοικοκυριού, είχε και κάποιες ρόμπες για τις γριές, μαντήλες, κάτι σκούπες, φαράσια κ.τ.λ. και κίναγε για τα απρόσιτα στις...

Εσωτερική υπόθεση

Εσωτερική υπόθεση

Κόντευε το μεσημέρι και η κίνηση ήταν υποτονική στο γραφείο πέντε του τρίτου ορόφου της δημόσιας υπηρεσίας. Κάποιοι συζητούσαν ράθυμα στο διάδρομο, μια γυναίκα έγερνε στο εκτυπωτικό μηχάνημα και πατούσε κουμπιά, ένας μεσόκοπος άνδρας μιλούσε στο τηλέφωνο με αυστηρό...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Εσωτερική υπόθεση

Εσωτερική υπόθεση

Κόντευε το μεσημέρι και η κίνηση ήταν υποτονική στο γραφείο πέντε του τρίτου ορόφου της δημόσιας υπηρεσίας. Κάποιοι συζητούσαν ράθυμα στο διάδρομο, μια γυναίκα έγερνε στο εκτυπωτικό μηχάνημα και πατούσε κουμπιά, ένας μεσόκοπος άνδρας μιλούσε στο τηλέφωνο με αυστηρό...

Όταν οι άνθρωποι γίνανε αριθμοί…

Όταν οι άνθρωποι γίνανε αριθμοί…

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η προσωπική του ανέλιξη ήταν ο αυτοσκοπός της ζωής του. Δε λογάριαζε τις ζωές άλλων ανθρώπων. Έπρεπε να πατήσει ακόμα και επί πτωμάτων προκειμένου να εξελιχθεί επαγγελματικά. Ο κυνισμός του στη λήψη αποφάσεων ήταν παροιμιώδης, απαραίτητο...

Το ημερολόγιο της Αλίκης

Το ημερολόγιο της Αλίκης

_ γράφει η Κατερίνα Κουρμούλη _ 24 Αυγούστου 1922   Αγαπημένο μου ημερολόγιο, μοιάζει με όνειρο. Με πολύ κακό όνειρο. Σωστός εφιάλτης. Μα γιατί δε με τσιμπάει κάποιος να ξυπνήσω; Σήμερα το πρωί, αξημέρωτα, ο θείος μου μας ανακοίνωσε με φωνή συγκινημένη και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου