Το πιο σωστό λάθος…

22.11.2015

 

 

tree-oak-green

Βαρέθηκα να σας λέω ιστορίες. Αλλά εσείς έχετε καλομάθει και μόλις με δείτε τεντώνετε τα χέρια σας, στρογγυλοκάθεστε στις καρέκλες σας και περιμένετε να πάρω εγώ το τιμόνι. Ας είναι όμως. Για μια και τελευταία φορά θα σας κάνω το χατίρι. Ελπίζω κι απαιτώ την επόμενη να μην με ξαναβάλετε σ΄αυτό το κόπο…

Ήταν που λέτε το 1978 στην…

Τελικά κατάφερε να ξεφύγει από το κυνηγητό της αστυνομίας. Δυο ώρες ξέφρενης καταδίωξης, αρχικά στην πόλη και μετά στην εξοχή. Ευτυχώς το αυτοκίνητο του άντεξε στην βάρβαρη μεταχείριση, ήταν στιγμές που το κοντέρ του άγγιζε τα 220 χιλιόμετρα την ώρα, και σε κάποια στροφή που δεν ήταν ορατή από τους διώκτες του έστριψε σ’ ένα αγροτόδρομο κι έσβησε τα φώτα. Τα αστυνομικά αυτοκίνητα τον προσπέρασαν κι αυτός από φόβο μήπως ξαναγυρίσουν, άφησε το αυτοκίνητο να πηγαίνει με χαμηλή ταχύτητα στα ίχνη του χωραφόδρομου, ελπίζοντας ότι δεν θα έπεφτε σε κάποια λακκούβα ή σε κάποια άλλη παγίδα. Οι σειρήνες των περιπολικών έσβηναν καθώς η απόσταση τους μεγάλωνε και σε λίγο το μόνο που ακούγονταν ήταν η αναπνοή του δάσους και ο μαλακός θόρυβος από τα λάστιχα του αυτοκινήτου του, που κινούνταν αργά. Κάποτε, ούτε κι αυτός κατάλαβε μετά πόση ώρα, έφτασε σ΄ένα ξέφωτο. Πάρκαρε το αυτοκίνητο σε μια πτυχή της βλάστησης, έκοψε κλαδιά για να το κάνει αόρατο. Έπειτα τρύπωσε μέσα και κουρασμένος καθώς ήταν κούρνιασε στο πίσω κάθισμα κι αποκοιμήθηκε.

 

Όπως και να τα υπολογίσεις πάντα υπάρχει κάτι που σου ξεφεύγει, που είναι αδύνατο να προβλέψεις όσο και να προσπαθήσεις, γιατί το σύμπαν δεν κινείται με μαθηματική ακρίβεια. Στην προκειμένη περίπτωση το απρόβλεπτο ήταν η ξαφνική διάρροια του φύλακα, που εξ΄ αιτίας της εγκατέλειψε την περιπολία του νωρίτερα, κατά πέντε λεπτά. Νόμιζαν ότι τον είδαν πρώτοι και τον έθεσαν εκτός μάχης, μ΄ένα καλό χτύπημα στο κεφάλι, αλλά δεν πήραν χαμπάρι ότι δευτερόλεπτα πριν έβαλε σε λειτουργία το σιωπηλό συναγερμό, καλώντας έναν αποθηκευμένο τηλεφωνικό νούμερο από το κινητό του. Μέσα σε τρία λεφτά κι ενώ επέστρεφαν να πάρουν και τα υπόλοιπα λεφτά, έφτασε η αστυνομία και η ληστεία πήγε κατά διαβόλου. Ένας από την συμμορία τραυματίστηκε από σφαίρα. Τους άλλους δυο μάλλον τους μπαγλάρωσαν κι αυτός ίσα που κατάφερε να ξεφύγει γιατί φύλαγε τσίλιες στο αυτοκίνητο, μαζί με δυο από του έξι βαριούς σάκους από τα λεφτά της μισθοδοσίας.

Ξύπνησε γιατί κρύωνε. Έβρεχε δυνατά. Αφουγκράστηκε αλλά δεν άκουσε τίποτα ύποπτο. Ένιωθε σαν να ήταν σε άλλη διάσταση, σε άλλο χρόνο. Για πολλούς λόγους δεν ήθελε να βάλει μπρος το αυτοκίνητο, αλλά κυρίως για να μην χαραμίσει βενζίνη, μια και δεν είχε ιδέα που βρισκόταν. Έβγαλε το μπουφάν του και σκεπάστηκε μ΄αυτό. Αισθάνθηκε καλύτερα αν κι ένας θυμός άρχισε να τον πνίγει. Καταριόταν την γκαντεμιά του. Δεκαέξι μήνες άνεργος με τρία παιδιά και ένα στεγαστικό δάνειο, να δανείζεται απ' όλους τους συγγενείς και φίλους για ν΄αγοράσει τα στοιχειώδη, ενώ οι προοπτικές μιας νέας εργασίας, ότι νάναι, δεν είχε απαιτήσεις, ήταν όλο και πιο χλωμές. Ένιωθε θυμό γιατί η ζωή τον ταπείνωσε στα σαράντα πέντε του και η ληστεία δεν φάνταζε μόνο μια ευκαιρία να ξεφύγει από το οικονομικό αδιέξοδο, αλλά και εκδίκηση σ΄ότι ή σ΄ όποιον ήταν υπεύθυνος για αυτή του την κατάσταση.

Άρχισε να χαράζει. Βγήκε από το αυτοκίνητο με προσοχή κι απομάκρυνε τα κλαδιά.

Έβαλε μπρος και συνέχισε στον ίδιο χωματόδρομο. Δεν ήξερε που πήγαινε. Σαν από ένστικτο, κάθε που ο δρόμος διχαζόταν, έπαιρνε πάντα το τιμόνι δεξιά και μίση ώρα αργότερα βγήκε σε μια απέραντη πεδιάδα. Παρόλο που οι χωματόδρομοι ήταν δαιδαλώδεις αυτός προσπαθούσε να κρατιέται σε διαδρομή ευθεία, απομνημονεύοντας κάποια σημάδια απ’ το τοπίο, ελπίζοντας έτσι να καταλήξει σε κάποιο γνώριμο μέρος. Ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να πηγαίνει γρήγορα σε τέτοιους δρόμους, 30 χιλιόμετρα το πολύ. Αισθανόταν ότι δεν κινείται καθόλου, τόσο μεγάλη και τόσο ομοιόμορφη ήταν η πεδιάδα. Πολλά στρέμματα οργωμένα και, πού και πού, κάνα δένδρο, σπανιότερα κάποιο μικρό ποταμάκι, και σε μεγάλη απόσταση η μια με την άλλη αγροικίες, που φρόντιζε επιμελώς να αποφεύγει. Ώρα μετά, κι ενώ στο βάθος διέκρινε την πόλη, σταμάτησε δίπλα σε ένα ξεχαρβαλωμένο γεφυράκι, πάνω από ένα ρηχό υποτυπώδες ποτάμι, για να σκεφτεί. Συμπτωματικά όπως διαπίστωσε, ήταν στο κέντρο ενός σχεδόν ισοσκελούς τρίγωνου, που όριζαν μια διώροφη αγροικία με γκρίζα κεραμίδια , ένας μύλος και μια αρχαία βελανίδια. Ήταν πια σίγουρος ότι η πόλη δεν είναι μακριά αλλά δεν ήθελε να επιστρέψει πριν νυχτώσει. Δεν ήταν σίγουρος τι θα τον περιμένει αλλά αν όλα πήγαιναν στραβά δεν α γούσταρε να το βουτήξουν με τα λεφτά. Το έδαφος ήταν μαλακό μετά την βροχή κι έσκαψε εύκολα ένα λάκκο για να χωρέσουν οι δυο σάκοι με το θησαυρό. Υπολόγιζε, κάτι, γύρω στις διακόσιες χιλιάδες ευρώ. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να τα μετρήσει αλλά θα του έπαιρνε λίγο χρόνο κι υπήρχε κίνδυνος να γίνει αντιληπτός από κάποιο περαστικό. Έτσι έβαλε λίγα στην τσέπη του και σκέπασε γρήγορα τον λάκκο. Έψαξε για ένα σημάδι και το μόνο που βρήκε ήταν ένα μικρό κλαδάκι δέκα πόντους περίπου ψηλό και το μεταφύτεψε στο σκάμμα. Ύστερα μπήκε στο αυτοκίνητο και αργά χωρίς να βιάζεται καθόλου έβαλε πλώρη για την πόλη.

Πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια όταν μ’ ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο επέστρεψε να ξεθάψει τον θησαυρό του. Ήταν βέβαιος ότι το σημείο ήταν το σωστό παρ΄ολο που στη θέση του μύλου δεν υπήρχαν παρά κάτι χαλάσματα, η αγροικία ήταν καλυμμένη από ένα πράσινο κισσό κι η βελανίδια κομμένη. Το γεφυράκι ήταν εκεί και το ποτάμι επίσης… Δεν θυμόταν με ακρίβεια το σημείο και έλπιζε ότι δεν θα ήταν κάτω από την ακμάζουσα βελανιδιά που σκέπαζε το μέρος.

Έκατσε κάτω από το δέντρο να σκεφτεί. Φυσούσε ένα απαλό ευχάριστο αεράκι. Τον έπιασαν σε μπλόκο στα σύνορα της πόλης. Τα ευρώ που πήρε από τους σάκους τον σύνδεσαν αρχικά με την ληστεία κι αργότερα προστέθηκε κι η μαρτυρία ενός από την συμμορία που παζάρευε να μειώσει την ποινή του. Η ετυμηγορία του δικαστηρίου ήταν ιδιαζόντως αυστηρή γιατί ο φύλακας αποδήμησε εις Κύριον, χωρίς να σκεφτεί ούτε για μια στιγμή την τύχη των μελών της συμμορίας και το κλαδάκι που έβαλε πάνω στο σκάμμα είναι τώρα μια μεγάλη και περήφανη βελανιδιά. Αλλά πώς να μην είναι αφού μεγάλωσε με λίπασμα διακοσίων χιλιάδων ευρώ;

Για ακόμα μια φορά σιχτίρισε τον εαυτό του για την γκαντεμιά που τον δέρνει. Αν και για να είμαστε ειλικρινείς πέρασε είκοσι πέντε χρόνια χωρίς το παραμικρό άγχος αφού ούτε δουλειά χρειάστηκε να ψάξει, ούτε υπήρχε χρέος να ξεπληρώσει. Τα παιδιά του είναι τώρα μεγάλα, μάλιστα η κόρη του έχει κι ένα κοριτσάκι. Δεν τον αναγνωρίζουν σαν πατέρα και δικαίως αφού για την ανατροφή τους πλήρωσαν οι γονείς της γυναίκας του κι ο πατριός που ανέλαβε να την παρηγορήσει. Θάλεγε κάνεις ότι με την ληστεία ταχτοποιηθήκαν όλα τα προβλήματα ως δια μαγείας.

Η κοινωνική Εντροπία έκανε καλά την δουλειά της.

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να...

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Διαβάστε κι αυτά

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

Η Ωραία Θάσος

Η Ωραία Θάσος

- γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη - Θα ‘χε ένα χρόνο τώρα, ίσως και παραπάνω, που ο Σταμάτης ο Δακαρέμης είχε ανοίξει εκείνο το καινούργιο καφενείο στην πάνω γωνία του Νέου Φαλήρου. Προηγουμένως, ο χώρος αυτός ενοικιαζόταν για κάτι παραστάσεις χοροδράματος, δεν...

3 σχόλια

3 Σχόλια

  1. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    Ο Νίκος Γιαννόπουλος γράφει αβίαστα όμορφα δομημένες ιστορίες που η πλοκή τους κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτη έως το έξοχο τέλος όπως εδώ στο “ΣΤΟ ΠΙΟ ΣΩΣΤΟ ΛΑΘΟΣ”. τον συγχαίρω ολόψυχα. Δεν παραλείπω φυσικά να στείλωτα συγχαρητήρια μου και όποιον επέλεξε τη εικόνα για το κείμενο. Υποπτεύομαι ποιός μπορεί να είναι αλλά δεν θα τιμωρηθεί που κλέβει ιδέες από τον Ύψιστο του οποίου γνωρίζει την εριστικότητα.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου