Διαβάστε το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ, το δεύτερο εδώ, το τρίτο εδώ και το τέταρτο εδώ.

 

-Τι με κοιτάς ρε Λιάκο; Δεν θέλω ούτε να την κοιτάω την χαρχάλω. Μια σκουριά με τέσσερις ρόδες είναι και δεν τό ‘χω σκοπό να φάω τα λυσσακά μου να την κάνω αυτοκίνητο.

- Καλά ρε μάστορα και το ανθρωπάκι δεν το λυπάσαι που έφυγε με κατεβασμένα τα αυτιά. Αυτό έχει, μ’ αυτό πάει στην αγορά και φορτώνει την πραμάτεια για το μαγαζί του, μ’ αυτό πάει καμιά βόλτα την κυρά του, μ’ αυτό κουμαντάρει τη ζωή του.

- Και τι με νοιάζει εμένα ρε, δεν την θέλω την χαρχάλω στο μαγαζί. Δεν τη θέλω το καταλαβαίνεις.

- Κι άμα …

- Άμα τι ρε;

- Λέω άμα την αναλάβω εγώ; Άμα καθίσω εγώ να τη φτιάξω;

- Τι λες ρε; Έχουμε τόση δουλειά στο μαγαζί και θα ασχολούμαστε με τα σαπάκια;

- Όχι ρε μάστορα, όχι την ώρα της δουλειάς. Μετά θα κάθομαι …

- Και μπορείς ρε “μαστοράκο” να την κάνεις τη σαπίλα αυτοκίνητο;

- Αυτοκίνητο όχι μάστορα, λουλούδι θα την κάνω. Λουλούδι να τη ζηλεύεις και να κοπανάς την ξερή σου την κεφάλα στα ντουβάρια.

- Στοίχημα ρε λιμοτάγαρο, στοίχημα ότι δεν μπορείς.

- Πάει…

- Άμα την σουλουπώσεις ρε, όλη η αμοιβή δική σου. Αν όμως δεν τα καταφέρεις θα μου δουλεύεις τσάμπα ένα μήνα. Είσαι;

- Μέσα μάστορα, μέσα. Μόνο που θα μου κάνεις χώρο να δουλεύω.

- Εντάξει ρε, έγινε. Άντε να δω πόσα απίδια πιάνει ο σάκος σου.

 

Η διαμάχη και το στοίχημα έπεσαν για ένα FORD TAUNUS 12M του ’65. Ο κυρ Κώστας ο μπακάλης το είχε από καινούργιο. Όλη του η δουλειά και η οικογένεια είχαν περάσει από αυτό το αυτοκίνητο. Το είχε ξεμπινιάσει. Πέρασαν τα χρόνια, το αμάξι σκούριαζε όσο μεγάλωνε ο κυρ Κώστας, το είχε τρακάρει και όπου μπορούσε να φανταστεί κανένας. Και που έπαιρνε μπροστά και που τσούλαγε θαύμα ήταν. Τόσο χρέπι.

Τώρα στα στερνά του επαγγελματικού του βίου, αποφάσισε να το “μαζέψει” και να το κρατήσει, έτσι σαν ενθύμιο μιας ζωής. Για να αγοράσει καινούργιο δεν έλεγε. Ήταν πανάκριβα. Άσε που είχε μάθει στην χαρχάλω και δεν βολευόταν σε κανένα άλλο. Δεν υπήρχαν πια αυτοκίνητα με ολόκληρο κάθισμα για τρεις μπροστά. Δύο ο κυρ- Κώστας που είχε φουσκώσει από το τσιμπολόγημα και μια για την γυναίκα του την “σαρδέλα”, τόσο φτενή ήταν. Σα σαρδέλα. Αδύνατη και γυναίκα μπακάλη, μια χαρά της το είχαν κολλήσει το παρατσούκλι “η σαρδέλα”.

Τα πόδια στα αυτιά ο Λιάκος, μια και δυο στο μπακάλικο.

- Κυρ-Κώστα τα κλειδιά και σβέλτα.

- Γιατί ρε μικρέ, τι τα θες τα κλειδιά;

- Σβέλτα σου λέω, πριν το μετανιώσει ο άλλος και κάνεις το αμάξι γλάστρα για τα ζαρζαβατικά.

- Εκεί πάνω είναι, πάρτα.

- Που είσαι κυρ-Κώστα, ξέχασε το αμάξι για κάνα μήνα. Βρες τρόπο να κάνεις τι δουλειές και τις τσάρκες σου. Μετά από κάνα μήνα έλα από το μαγαζί να το πάρεις. Μην πηγαινοέρχεσαι. Δεν θα δεις τίποτα. Κανένας δεν θα δει, μέχρι να γίνει αμάξι το ερείπιο.

- Καλά ρε, αλλά …

- Τίποτα κυρ-Κώστα, όπως σου είπα. Τίποτα. Μην αρχίσεις τα σούρτα φέρτα. Μ’ ακούς;

Πριν προλάβει να απαντήσει άκουσε την μηχανή της χαρχάλως να αγκομαχάει στο στενό.

- Ωχ αδερφέ μου λες να την πάτησα; Αυτό θα διαλυθεί πριν φτάσω στο μαγαζί. Λες να την πάτησα και να δουλεύω τσάμπα για κάνα μήνα; Τον ζώσανε τα φίδια. Του κοπήκανε τα ήπατα, αλλά ξόρκιζε το κακό.

- Πάμε ρε, όλα θα γίνουν όπως πρέπει. Λουλούδω θα την φωνάζουν την χαρχάλω σε κάνα μήνα. Λουλούδω!

Όταν το μεσημέρι έφυγαν όλοι από το μαγαζί, κάθισε πάρα πίσω. Να κάνει χώρο, να μαζέψει ότι χρειαζόταν και να στήσει το αμάξι σε ένα σημείο που δεν θα ενοχλούσε στη διάρκεια της μέρας που όλοι θα έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει δουλεύοντας και βρίζοντας.

Με τα χίλια ζόρια το έβαλε στο μαγαζί, το κουμαντάρισε μην χτυπήσει κανένα άλλο. Μια έσβηνε, μια δούλευε, άντε να κάνεις μανούβρες ανάμεσα στις κολώνες και τα εμπόδια. Στο τέλος το έσβησε τελείως και το πάρκαρε με τα χέρια και σπρώχνοντας.

- Άντε κυρά μου, τώρα οι δυο μας, άντε και να δούμε τι θα δούμε.

Το τάκαρε στα τρίποδα με φόβο ψυχής μην φύγει από την σκουριά το σασί και πήγε να το σκεπάσει με ένα μουσαμά όταν σαν φλασιά του κατέβηκε η πρώτη ιδέα.

Αυτό από καινούργιο τό ‘χει ο μπακάλης. Λες να έχει ακόμη το “βιβλίο” του καταχωνιασμένο πουθενά;

Στο ντουλαπάκι, ναι στο ντουλαπάκι θα είναι. Σιγά μην το διάβασε ποτέ ο μπακάλης. Για μπλοκ θα το πέρασε και θα έκανε λογαριασμούς.

Στο ντουλαπάκι ναι, αλλά πώς ανοίγει το ρημάδι που είναι μπλοκαρισμένο; Κατσαβίδι ίσιο, φακό και προσοχή μην το αποτελειώσουμε πριν της ώρας του.

Κρακ, άνοιξε το κουτί του παραδείσου.

Ωχ θεέ μου. Μόνο εγώ λείπω από δω μέσα. Δεν είχες ρε μπακάλη άλλο ντουλάπι να βάζεις πράγματα; Αλλά και εσύ ρε “σαρδέλα”, εδώ τα παρατάς τα κραγιόν και τα καθρεφτάκια;

Ψάξε, ψάξε το βρήκε. Κι όμως ήταν εδώ. Σε κατάσταση πιο άθλια κι από την χαρχάλω, αλλά εδώ.

Το έβαλε στην πίσω τσέπη της φόρμας, σκέπασε, κλείδωσε και έφυγε.

Γραμμή Λιάκο για το σπίτι, έχουμε διάβασμα.

Εμμονή του έγινε. Το μυαλό του δεν έφευγε από το “manual” του αυτοκινήτου και βάλθηκε να το χαζεύει με τις ώρες. Ήταν το αναθεματισμένο στα αγγλικά γραμμένο.

- Α ρε μπάρμπα, είχες δίκιο τελικά. Να μην μείνω στουρνάρι. Είχες δίκιο.

Του έφταναν όμως οι εικόνες και η τεράστια φαντασία του. Ε, και ότι είχε μάθει στην σχολή, βοήθαγε κι αυτό. Βάλθηκε να θυμηθεί την όψη της χαρχάλως και να την συγκρίνει με την αρχική της κατάσταση όπως φαινόταν στις εικόνες του βιβλίου. Μετά έπιασε χαρτί και μολύβι και έγραψε μια προς μία τις ζημιές που έπρεπε να διορθωθούν. Τι ανταλλακτικά ήθελε, τι εργαλεία, σε ποιους από την μαστοράντζα της γειτονιάς θα ζητούσε βοήθεια. Έτσι κι αλλιώς όλα δεν θα τα κατάφερνε μόνος του. Δεν ήταν δα και παντογνώστης.

Του πήρε ώρα πολύ το “σχέδιο”, αλλά στο τέλος τα κατάφερε να δώσει σχήμα και μορφή στο μυαλό του για το τι έπρεπε να κάνει. Από που θα ξεκινήσει και πως θα πάει βήμα προς βήμα.

Περασμένες τέσσερις έπεσε για ύπνο και ακόμη το μυαλό του ήταν ένα μελίσσι. Οι ιδέες έπεφταν βροχή. Κάποια στιγμή αποκοιμήθηκε με το χαρτί στο χέρι και το μολύβι ανάμεσα στα δόντια.

- Καλώς τον το μάστρο Λιάκο. Τι έγινε ρε, τακτοποίησες είδα. Είσαι έτοιμος;

- Καλημέρα μάστορα, έτοιμος είμαι, το απόγευμα αρχίζω την μάχη.

- Εντάξει Λιάκο, άσχετα από το στοίχημα, αν κάπου κολλήσεις εδώ είμαι. Και να χάσω πάλι κέρδος θα είναι για το μαγαζί. Μπλάστρωσέ το εκεί πέρα το σαράβαλο στο στόκο, ρίξε και ένα βάψιμο και όλα καλά θα είναι.

- Όχι μάστορα, καλό θα σου κάνει αν χάσεις το στοίχημα από καλή δουλειά και όχι από απάτη. Τι θέλεις δηλαδή, να πιάσει καμιά βροχή και ο μπακάλης να κάνει τσουλήθρα στον Κηφισό; Εσένα σου πάει;

- Έλα καημένεεεε, που κολλάς, κάνε αυτό που σου λέω, μην σκοτώνεσαι!

- Λουλούδι είπαμε μάστορα, λουλούδι θα παραδώσουμε, όχι μπλαστρωμένη μαϊμού.

- Έγινεεεε, κάνε ότι γουστάρεις, βοήθεια αν θες εδώ είμαι.

Η μέρα κύλησε αργά, λες και μεγάλωσε ξαφνικά ένα πράγμα, ρε παιδί μου. Κάθε τρεις και λίγο, έβγαζε το μπλοκάκι του και σημείωνε. Πότε μια ιδέα για το ένα, πότε για το άλλο. Στον καφέ, στο κολατσιό με τους άλλους, όλο και σημείωνε.

- Τι γράφεις όλη την ώρα ρε; Τό ‘ριξες ξαφνικά στην ποίηση; Σε χτύπησε κεραυνοβόλα κανένας έρωτας και γράφεις.

- Όχι ρε μπαγλαμά, ποιος έρωτας; Έχω δουλειά το απόγευμα και μάλιστα πολύ σοβαρή.

Έφυγαν όλοι από το μαγαζί. Μάζεψε τα τελευταία εργαλεία στον πάγκο και άναψε τσιγάρο καθισμένος απέναντι από το σαπάκι. Το κοίταγε πριν το ξεσκεπάσει σαν να μιλούσε μαζί του νοερά. Σα να λογαριαζόταν μαζί του πριν αρχίσει τη δουλειά.

-Και τώρα αρχίζει η μάχη.

Ξεσκέπασε το θηρίο και άρχισε να το γδύνει σιγά σιγά από τα περιφερειακά ανταλλακτικά του.

Τα απαραίτητα εργαλεία τοποθετημένα με την σειρά τους σε μια γωνιά, σαν σε χειρουργείο, ένας χώρος που από πριν είχε καθαρίσει δεχόταν τα μέρη του αυτοκινήτου. Όλα τακτοποιημένα και όλα με την σειρά τους. Μέχρι και ξεχωριστά κουτάκια για τις βίδες είχε μαζέψει και έγραφε στο εξωτερικό τους μέρος την προέλευσή τους. Δεν ήθελε στο τέλος να μείνει με ένα μάτσο αχρησιμοποίητες βίδες, πράγμα που συμβαίνει συχνά όταν διαλύεις και ξανά μοντάρεις ένα αυτοκίνητο. Σημαίνει ότι κάποια μέρη δεν μπήκαν σωστά στη θέση τους.

Το σχέδιο περιλάμβανε τρία βασικά βήματα. Το πρώτο ήταν να μείνει το αμάξι σκέτος σκελετός. Κουφάρι. Έτσι που κάθε αμυχή, κάθε πληγή σαπίλας να γίνει ορατή.

Καθόλου εύκολη δουλειά. Ήταν σαν να έπρεπε να ξαναφτιάξει ένα αυτοκίνητο από την αρχή. Όλα του τα σημεία, όλες του οι λεπτομέρειες να αποκατασταθούν χωρίς απώλειες.

Όλη αυτή η ιστορία του στοίχισε δεκάδες ώρες δουλειάς και ξενυχτιού. Δεν βιαζόταν και κυρίως δεν έκανε κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά.

Για ό,τι δεν ήξερε φώναζε τους συναδέλφους από τα γύρω μαγαζιά, μηχανικούς, ηλεκτρολόγους, τζαμάδες, ταπετσέρηδες και όποιον τέλος πάντων ήταν ειδικός. Πριν το κάνει όμως, έριχνε μια ματιά στο “βιβλίο”. Ήθελε να τα ελέγχει όλα και να κατευθύνει τους βοηθούς.

Αποκατάσταση. Ήταν το δεύτερο βήμα. Το πιο σοβαρό και πιο δύσκολο. Με το μυαλό στο να χρησιμοποιήσει όσο το δυνατόν λιγότερο στόκο, ξεκίνησε να αποκαθιστά τις σάπιες λαμαρίνες από μέσα προς τα έξω. Πατώματα, πορτ μπαγκαζ, χώρος μηχανής, εσωτερικά φτερών και πάει λέγοντας. Κοπτοραπτική. Μικρά και μεγάλα κομμάτια λαμαρίνας, κόπηκαν, κολλήθηκαν, κουρμπαρίστηκαν, πήραν το αρχικό σχήμα και μπάλωσαν όλο το αυτοκίνητο όπου η σκουριά είχε εισχωρήσει. Επί της ουσίας ξανά έφτιαχνε ότι είχε φτιαχτεί στο εργοστάσιο με μηχανήματα, αλλά χρησιμοποιώντας τα χέρια και κυρίως το μυαλό του. Όσο και αν ακούγεται εύκολο, κάθε κομμάτι ήθελε σκέψη και πρόβλεψη για το πως θα δέσει σε ένα σύνολο. Αυτή ήταν και η δυσκολία.

Αλλά στα δύσκολα φαίνεται η θέληση και το πείσμα. Ο καλός ο καπετάνιος που φαίνεται στην φουρτούνα.

- Λιάκο φεύγω, θες τίποτα;

- Όχι μάστορα μου, όλα εντάξει.

- Σου έφαγε την ψυχή το χρέπι ρε, πλάκωσέ το να το τελειώνεις. Μη βασανίζεσαι ρε μάστορα.

- Τά ‘παμε μάστορα. Λουλούδι.

- Καααλά, αλλά εγώ σου το ξαναλέω, πλάκωσε το το ρημάδι να τελειώνεις και να ξεκουραστείς.

- Δεν κουράστηκα. Άσε και θα δεις σε λίγο.

Είχε πια φτάσει στο στάδιο εκείνο όπου ήταν τα πάντα έτοιμα για να πέσει το πρώτο χέρι ασταριού με το πιστόλι. Αυτό που όταν έπεφτε θα έδειχνε την μορφή που θα έπαιρνε η δουλειά του. Θα ξανά έδειχνε αυτοκίνητο η χαρχάλω.

Αυτή η στιγμή ήταν εκείνο το απόγευμα.

Πήρε τις ανάσες του, ετοίμασε τα απαραίτητα και άναψε τσιγάρο.

-Τώρα γέρο μου θα ξανανιώσεις, είπε και πήρε το αεροπίστολο στο χέρι του. Στην αρχή έτρεμε λίγο, από συγκίνηση. Στα μάτια του όμως είχε την εικόνα “μετά” και έπαιρνε κουράγιο για να αρχίσει.

Όταν η άχνα από το αεροπίστολο κάθισε, το αποτέλεσμα τον έκανε να ψηλώσει δύο με τρεις πόντους. Να αισθανθεί τεράστιος μέσα στο τεράστιο κορμί του. Για μια ώρα καθόταν και το χάζευε χωρίς να έχει στο μυαλό του τίποτα. Ένα κενό, τα είχε καλύψει όλα η εικόνα του αποκαταστημένου πρώην σάπιου αυτοκινήτου.

Περίμενε να στεγνώσει, το σκέπασε με το μουσαμά και έφυγε.

Ήταν η πρώτη βραδιά που έπεσε στο κρεβάτι και ένιωσε η κούραση να του κλείνει τα βλέφαρα. Παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα, ήρεμος και χαλαρός. Η αποκατάσταση είχε ολοκληρωθεί κυρίως στο μυαλό και το σώμα του, μετά από μερόνυχτα ανησυχίας και αγωνίας.

- Με κέρδισες ρε μπαγάσα. Δεν ξέρω τι θα κάνεις από δω και μετά, αλλά αυτό που βλέπω είναι η ήττα μου, τακαρισμένη. Χαλάλι σου τα φράγκα που θα δώσει ο μπακάλης. Χαλάλι σου.

- Ευχαριστώ μάστορα, αλλά να τα μοιραστούμε τα φράγκα, στο μαγαζί σου έγινε όλη η δουλειά και δεν μου πάει.

- Αυτό που σου λέω και μην το συζητάς, το στοίχημα είναι στοίχημα και το κέρδισες. Μη νομίζεις, όταν η χαρχάλω βγει στο δρόμο, διαφήμιση για το μαγαζί θα είναι και έτσι έχει αποζημιωθεί κι αυτό κι εγώ.

Η μέρα της παράδοσης, καλύτερα του θριάμβου δεν άργησε να έρθει. Το τελικό μοντάρισμα μετά το βάψιμο ήταν υπόθεση που ανέλαβαν όλοι οι μαστόροι της γειτονιάς με την καθοδήγηση του Λιάκου. Όλοι οικειοθελώς έτρεξαν να βοηθήσουν στα τελειώματα. Φρόντισαν κάθε λεπτομέρεια που θα βοηθούσε στην τελική εικόνα του αυτοκινήτου την ώρα που ο μπακάλης θα ερχόταν να το παραλάβει.

Τους τράβηξε όλους ο σκύλος απάνω του. Τους προκάλεσε το ενδιαφέρον να βγάλουν όλη την μαστοριά και την τέχνη τους. Ποιοι; Όλοι αυτοί που ξινίζανε τα μούτρα όταν ο κυρ Κώστας σχεδόν τους παρακάλαγε να αναλάβουν το χρέπι για να το φτιάξουν. Αυτοί που έστριβαν γωνία πριν το μπακάλικο για να μην τους γίνει φόρτωμα ο μπακάλης και η σαρδέλα.

Το δάκρυ στο φουσκωμένο μάγουλο του μπακάλη φάνηκε και το χαμόγελό του δεν περιγραφόταν.

- Τι έκανες εδώ ρε μάστορα; Είναι αυτό το αμάξι μου; Δεν το πιστεύω, δεν το χωράει η χοντροκεφάλα μου.

- Κυρ -Κώστα, όλα τα έκανε ο Λιάκος και σε αυτόν τα χρωστάς όλα. Μας έβαλε τα γυαλιά ο τσόγλανος, μας πήρε τα σώβρακα. Σ’ αυτόν να πεις ευχαριστώ. Όλοι οι άλλοι κοπριές είμαστε.

- Την Κυριακή το μεσημέρι η “σαρδέλα” (το ήξερε το παρατσούκλι της γυναίκας του), θα μαγειρέψει μοσχαράκι με μακαρόνια. Τώρα που κρατάει ο καιρός να έρθετε με τον μικρό να φάμε στην αυλή.

- Κυρ- Κώστα, δεν το έκανα μόνος μου. Δουλέψανε όλοι οι μαστόροι της γειτονιάς άλλος λίγο άλλος πολύ.

- Ε και γι’ αυτό σκας ρε τεράστιε. Μακαρόνια στο μαγαζί έχω μπόλικα, θα πάρω και μοσχαράκι για όλους και θα το γλεντήσουμε όλοι μαζί. Η αυλή είναι μεγάλη και μας χωράει όλους. Γι’ αυτό σκας;

- Άμα είναι έτσι μέσα, το κρασί δικό μου. Μη λέει κι ο μάστορας πως τό ‘φαγα το στοίχημα μοναχός μου.

-Ρε άιντε από κει μπόμπιρα που θα πει ο μάστορας, άιντε, ο μάστορας καμαρώνει. Να φέρεις από το καλό του καρβουνιάρη, μην πας και πάρεις τον ξυδιά του άλλου και μας κάνει το κεφάλι κουδούνι!

 

του Βαγγέλη Τσερεμέγκλ​η

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!