Το ψεγάδι του Καρυωτάκη

18.06.2021

_

γράφει ο Σωκράτης Τσελεγκαρίδης

_

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην εκπνοή του 19ου αιώνα στην Τρίπολη και είναι από τους κύριους εκφραστές της λογοτεχνικής γενιάς του 1920. Το ποιητικό έργο του χαρακτηρίζεται από λυρισμό και δεν είναι λίγοι εκείνοι που του χρεώνουν πεσιμισμό σε υπέρτατο βαθμό· και όχι άδικα. Ο ίδιος, δευτερότοκος γιος πενταμελούς οικογένειας, πραγματοποιεί νομικές σπουδές και αργότερα διορίζεται δημόσιος υπάλληλος. Το 1928 παίρνει μετάθεση για την Πρέβεζα, όπου και στις 21 Ιουλίου του ίδιου έτους, δίνει τέλος στη ζωή του. 

Ο Καρυωτάκης έχει την τύχη να γεννηθεί σε οικογένεια δίχως οικονομικά προβλήματα και μεγαλώνοντας εισέρχεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δεν καταφέρνει, λόγω περιορισμένης πελατείας, να σταδιοδρομήσει ως δικηγόρος για αυτό και στρέφεται στον δημόσιο τομέα. Συμμετέχει, επιτυχώς, σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της εποχής του, και σε μικρή ηλικία παίρνει μια θέση ανάμεσα στους ποιητές της νέας γενιάς. 

Τα πρώτα χρόνια, μπορεί κάποιος να βρει στην τέχνη του Καρυωτάκη σφιχτά νοήματα, δομημένα ποιήματα, αρτιμελή πονήματα, κάτι που με τον καιρό σπάει μάλλον συνειδητά ο ίδιος ο ποιητής. Αρχικά, η στάση ζωής του υπαγορεύει ότι ενδεχομένως θέλησε να αποδείξει στον εαυτό του -και μόνο- πως μπορεί να υπάρξει καλός ποιητής με τα τότε πρότυπα. Ωστόσο, αργότερα στην τέχνη του δεν τον απασχολεί τόσο η μορφή (αν και σχεδόν πάντα κρατάει την ομοιοκαταληξία και τον λυρισμό) ούτε φοβάται να σπάσει τα παραδοσιακά πλαίσια της ποίησης. Τουναντίον, αφήνεται στον εαυτό του αδιαφορώντας για κάθε μορφής ‘πρέπει’, καθώς «η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε». Και σε ένα καταφύγιο ο εαυτός μας είναι γυμνός, ελεύθερος.

Στην πρώτη του ποιητική συλλογή, «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων», ο Καρυωτάκης συστήνεται μέσα από τον βιωματικό του πόνο. Πιστεύει ακράδαντα πως «υπάρχουν άνθρωποι που την κακήν ώρα την έχουν μέσα τους», και αυτό ακριβώς πρόσφερε στον εαυτό του διαρκώς. Έναν μοιρολατρικό πόνο δίχως πραγματική λύτρωση. Αν και θεωρούσε πως η αγάπη θα μπορούσε να επιτελέσει μια μορφή ανακούφισης: «Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι. Και με είδε μια αχτίδα», ποτέ του δεν επιδίωξε την βίωση μιας ουσιαστικής αγάπης. 

Μεταφράζει ξένους ποιητές (κυρίως Γάλλους), ενώ σταδιακά φαίνεται πως η λογοτεχνία είναι ο μόνος λόγος που ζει, και ζει για να γράφει. 

Στην δεύτερη ποιητική συλλογή που εκδίδει, «Νηπενθή» (σ.σ. νηπενθής είναι εκείνος που δεν αισθάνεται πένθος), δείχνει να αυτοσαρκάζεται αλλά και να τον κατατρώει η ματαιοδοξία:

«και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί
ποιος άδοξος ποιητής θέλω να πούνε
την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι»

παραμένοντας αμέτοχος και θλιβερά ανικανοποίητος από τη ζωή:

«είναι ζωή, θα λέω, το φέρετρο όπου
λύπη, χαρά τελειώνουνε του ανθρώπου»

Σατιρικός, και με πολιτική άποψη, ξεγυμνώνει τον άνθρωπο αλλά και ολόκληρη την κοινωνία:

«και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικά πως ρέει
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο»

Οι δύο πρώτες συλλογές του Καρυωτάκη, χαρακτηρίζονται από ρομαντισμό και νοσταλγία. Με μελαγχολική διάθεση κοιτάει, και καταγράφει τις συμφορές που βλέπει στον εαυτό του και στους άλλους. Και αν και υπάρχουν σαφείς αναφορές στον θάνατο, δεν είναι τόσο απροκάλυπτες όσο στην τρίτη του συλλογή, «Ελεγείες και Σάτιρες»:

 «τι νέοι που φτάσαμε εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη»

«μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά
η ελπίδα και η νιότη έννοια αφηρημένη»

«το θάνατό μάς χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών
αν έρθει πάλι η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμαστε σκιών»

Ο Καρυωτάκης σε αυτήν την συλλογή, φέρεται να έχει πλήρη επίγνωση για την έκβαση της ζωής του, «ζοφερή Νύχτα ξέρω, πλησιάζεις, με ζητούνε τα νύχια σου», με την πιστολιά που ακούστηκε στην Πρέβεζα να κάνει τραγικά κατανοητό το νόημα των τριών έργων του: «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο», «Ιδανικοί αυτόχειρες», «Δικαίωσις».

Στην Πρέβεζα, λίγο πριν το τέλος της ζωής του γράφει το ομότιτλο έργο του όπου τα πάντα για αυτόν είναι προ τετελεσμένα, «κι ακόμη ο ήλιος θάνατος μέσα στους θανάτους»

Σύγχρονες μελέτες καταδεικνύουν πως ο Καρυωτάκης πιθανώς έπασχε από κατάθλιψη. Αλλά ακόμη και σήμερα υπάρχουν σημεία της ζωής του όπου οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες. Λέγεται πως έπασχε από σύφιλη και η ενασχόλησή του με τον συνδικαλισμό τον οδήγησε σε ρήξη με τον προϊστάμενό του με επακόλουθο την δυσμενή μετάθεση στην Πρέβεζα. 

Ο Καρυωτάκης με την εξέλιξη του έργου του δείχνει πως σιχάθηκε τη ζωή, τους ανθρώπους, τον εαυτό του. Απαισιόδοξος από την αρχή ως το τέλος, αταλάντευτα εγκλωβισμένος στον πόνο του, θέλησε να ζήσει στη δυστυχία, και τελικά δεν την άντεξε. Σιχάθηκε τα πάντα στη ζωή του, κι αντί να παλέψει να αλλάξει ζωή ακολούθησε την μόνη επιλογή που του φάνταζε ταιριαστή:

«Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι
έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω»

Είδε την γυμνή αλήθεια του κόσμου πέρα από στολίδια, ωστόσο ξέχασε να παραμείνει ανθρώπινος. Είδε τον ρεαλιστικό γκρεμό που οδηγείται η κάθε ύπαρξη, μα φοβήθηκε να προσπαθήσει να πετάξει πάνω από αυτόν. Και αυτό είναι το ψεγάδι του. Αφέθηκε μοιρολατρικά στο κενό. Ενώ παρατήρησε και έζησε με περισσή ευαισθησία τον πόνο, ξέχασε στην ματαιότητά που τον κατάπιε να κρατήσει το συστατικό εκείνο που έχει υποχρέωση να κουβαλάει κάθε άνθρωπος. Την αέναη προσπάθεια. Εκείνος είχε παραδοθεί άνευ όρων. Δεν υπήρχε ζωή.

Ο ίδιος γράφει:

«Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό»

για να απαντήσει χρόνια μετά σε έναν ασύγχρονο ποιητικό διάλογο ο Σαχτούρης:

«εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω»

και να ολοκληρώσει ο Ελύτης:

«την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις.
Και ή πας να παίξεις τρικυμία ή πνίγεσαι»

Το έργο του αγαπήθηκε από το ευρύ κοινό καθώς εξέφρασε το τέλμα μιας ολόκληρης εποχής. Μάλιστα δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι επίδοξοι ποιητές που προσπάθησαν να μιμηθούν (αν όχι να αντιγράψουν) την μελαγχολική ατμόσφαιρα του Καρυωτάκη. Την δεκαετία του 1930 κυκλοφόρησαν μερικά άρθρα / δοκίμια απαξιωτικά προς τον ποιητή. Αυτό έδωσε την αίσθηση «αντικαρυωτακικού κινήματος». Ωστόσο, μεγάλοι εκπρόσωποι της γενιάς εκείνης όπως οι Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, μόνο αρνητικοί δεν ήταν προς το έργο που άφησε ο Καρυωτάκης.

Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης υπήρξε στην ποίησή του απλός, ουσιαστικός, μινιμαλιστής, μα και ταυτόχρονα δεν είχε όραμα για ζωή. Και αυτό του κόστισε τη δική του ζωή. Ήταν έξυπνος, χαρισματικός, προικισμένος, βαθύτατα ειλικρινής και τελείως αδιάφορος για τις γήινες στιγμές ευτυχίας. Η συνεισφορά του στην νεοελληνική λογοτεχνία είναι σημαντική και μέχρι τις μέρες μας, αποτελεί σημείο αναφοράς για τον ρομαντισμό, τον λυρισμό και την απαισιοδοξία του.

Ακολουθήστε μας

Οι πόλεμοι πάντα ξεκινούν για ένα μήλο!

Οι πόλεμοι πάντα ξεκινούν για ένα μήλο!

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πόλεμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προσπάθεια επιβολής τής ισχυρότερης ορμής. Ορμής που πηγάζει από κάποιο ομολογημένο ή μη πόθο και εδράζεται πάντοτε πάνω στην υπεροπτική σιγουριά τής ισχύος, στρατιωτικής συνήθως αλλά εσχάτως...

Ιστορίες λογοκρισίας: Οδυσσέας, του Τζαίημς Τζόυς

Ιστορίες λογοκρισίας: Οδυσσέας, του Τζαίημς Τζόυς

  γράφει η Γεωργία Βασιλειάδου   Τον "Οδυσσέα" του Τζαίημς Τζόυς (James Joyce) τον γνώρισα στην 8η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης όταν οι εκδόσεις Κέδρος παρουσίαζαν την επανέκδοση της μετάφρασης του Σωκράτη Καψάλη που πρωτοκυκλοφόρησε το 1990. Ένα έργο...

Τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν παιδιά

Τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν παιδιά

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Ο ‘δαίμων’ των αρχαίων Ελλήνων δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε, ο διάβολος άλλωστε δεν είχε ακόμα εφευρεθεί! Ο ‘δαίμων εαυτού’ ήταν η θεότητα που ζούσε μέσα στον άνθρωπο για την ευημερία και την πρόοδό...

Αρχέτυπα, Στερεότυπα και Μοτίβα: Ο Δαβίδ ο Σασούνιος

Αρχέτυπα, Στερεότυπα και Μοτίβα: Ο Δαβίδ ο Σασούνιος

- γράφει ο Ανδρέας Αντωνίου - Ο Δαβίδ ο Σασούνιος είναι ένα έπος το οποίο ανήκει στην λαϊκή παράδοση της Αρμενίας. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Βακχικόν σε μετάφραση και σχολιασμό του Γιώργου Μολέσκη, ενώ την εικονογράφηση επιμελήθηκε η Μαριάμ...

Γιατί ο Γκιλγκαμές

Γιατί ο Γκιλγκαμές

- γράφει ο Ανδρέας Αντωνίου - Πολλές φορές, όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάποιο λογοτεχνικό κείμενο ή για κάποιον συγγραφέα, το ερώτημα που μας απασχολεί είναι το ερώτημα περί της σημασίας τού για την σύγχρονη εποχή και τον σύγχρονο αναγνώστη. Αυτό το ερώτημα γίνεται...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Γιατί ο Γκιλγκαμές

Γιατί ο Γκιλγκαμές

- γράφει ο Ανδρέας Αντωνίου - Πολλές φορές, όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάποιο λογοτεχνικό κείμενο ή για κάποιον συγγραφέα, το ερώτημα που μας απασχολεί είναι το ερώτημα περί της σημασίας τού για την σύγχρονη εποχή και τον σύγχρονο αναγνώστη. Αυτό το ερώτημα γίνεται...

Ιστορίες λογοκρισίας: Charles Baudelaire, «Τα Άνθη του Κακού»

Ιστορίες λογοκρισίας: Charles Baudelaire, «Τα Άνθη του Κακού»

- γράφει η Γεωργία Βασιλειάδου   Η συλλογή του Charles Baudelaire «Les fleurs du mal» (Τα Άνθη του Κακού), αποτελούμενο αρχικά από εκατό έμμετρα ποιήματα, θεωρείται σήμερα ένα κλασικό έργο, ένα αριστούργημα, κατά τους ειδικούς, της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, που...

Edith Sodergran

Edith Sodergran

- γράφει η Βάλια Καραμάνου - Edith Sodergran Η Σουηδική λογοτεχνία του 20ου αιώνα έχει αναδείξει μεγάλα ονόματα στον χώρο της ποίησης. Ιδιαίτερη θέση μέσα σε αυτόν κατέχει η Edith Södergran (1916-1923). Μια φιγούρα που η τραγικότητα της ασθενικότητάς της και – ως εκ...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου