Select Page

Τόλμα!

Τόλμα!

 

 

Ο καπετάν Σίφης γυάλιζε τη μικρή του φίλη στο λιμάνι. Έχουνε χρόνια σχέση οι δυο τους. Απίστευτα ταξίδια. Έχουν ψαρέψει μαζί, έχουν βρεθεί σε φουρτούνες, έχουν περάσει στεναχώριες μαζί και έχουν κάνει γλέντια με φίλους.

 

Η βάρκα έχει τόσες εικόνες στο μυαλό από το φίλο της. Της έχει πει μυστικά που άλλοι δεν τα κατέχουνε, τον έχει δει να κλαίει με λυγμούς για την κυρά του που έχασε πριν κάμποσα χρόνια, τον έχει δει να θυμώνει και να σπάει ό,τι έχει μπροστά του σαν άγριο λιοντάρι, σαν πεινασμένος λύκος. Κι άλλες φορές σε θάλασσα γυαλί τον έχει ακούσει μουδιασμένη να τραγουδά ριζίτικα που αγγίζανε τα γλαρόπουλα και ερχόντουσαν πιο πέρα στο ταξίδι μαζί τους και αγγίζανε βράχους, βουνά όταν περνάγανε κοντά από το νησί και αγριεύανε τα ψάρια. Έχει κάτι η φωνή του που τον κάνει επιβλητικό τον καπετάνιο…


Από τότε που συναντήθηκαν, βάλανε και οι δυο τους μπροστά την αγάπη τους για τη θάλασσα και την κάνανε παντιέρα στα ταξίδια τους.  Η θάλασσα ήταν πάντα οδηγός στα σχέδιά τους, στα όνειρά τους. Ο καπετάνιος ένιωθε πως μπορούσε να κουμαντάρει την ίδια τη θάλασσα και ας κινδύνεψε μια φορά να χάσει τη ζωή του και να γκρεμοτσακιστούν σε άγρια βράχια, δεν το έβαζε κάτω.

 

Τώρα τον βλέπεις τον περισσότερο καιρό αραγμένο στο λιμάνι του Ρεθύμνου και με τη βάρκα του λίγο πιο πέρα από τα τουριστικά κρουαζιερόπλοια που σιχτιρίζει. «Το χίλιο το διάολό ντους μέσα!» λέει με αγριεμένο ύφος αλλά κάνει πως δε δίνει σημασία και συνεχίζει να την περιποιείται. Έχασε πλέον τις δυνάμεις του και δε μπορεί τα μακρινά ταξίδια, κουράζεται. Μόνο μία στο τόσο, πίνει μια γερή τσικουδιά, σκουπίζει όπως-όπως τα περήφανα γένια του που γυαλίζουν οι σταγόνες πάνω τους στον ήλιο και παίρνει απόφαση και φεύγει προς τα έξω. Τότε η φίλη του βάζει τα καλά της, παίρνει κι αυτή δυνάμεις από το πείσμα του γέρου και κάνει τις καλύτερες διαδρομές.

 

Μια μέρα λοιπόν,  ήρθανε από ένα περιοδικό να του πάρουνε συνέντευξη. Ως γνήσιος Κρητικός δεν τους έδιωξε. Τους κέρασε τσικουδιά και κάθισε μαζί τους να κουβεντιάσει. Τους αγαπά τους ανθρώπους και ας τριγυρνά μόνος από τότε που ‘βαλε το πένθος στη ζωή του.


- «Καπετάν Σίφη, πες μου» του λέει η δημοσιογράφος με δυνατή φωνή, «πες μου μόνος σου ζεις εδώ μέσα; Δεν μένεις στο σπίτι σου;»

- «Μικρή μου δε με χωρά το σπίτι μου. Πάει καιρός απ' άνοιγα την πόρτα του σπιτιού και έλαμπα σα μικρό παλληκαράκι απ’ τη χαρά μου»

- «Και βολεύεσαι εδώ στη βάρκα καπετάνιε μου;» του λέει δειλά

- «Ξάνοιξε κοπελιά μου. Επαέ - και της δείχνει με το χέρι- είναι η βάρκα μου, επαέ και το κρεβάτι μου. Παραθύρι δεν έχω, γιάντα δεν το χρειάζομαι. Έχω τη θέα της θάλασσας όποτε θέλει να γλακά η ματιά μου. Άμα πεινάσω θα πιάσω κάνα ψαράκι να φάω γη θα βουτήξω να πιάσω 2-3 αχινιούς να τους εφάω με λίγο παξιμάδι.  Ίντα άλλο πράμα να γυρεύω; Έχω 2 φίλες μαζί μου συνέχεια. Ετούτηνε τη βάρκα και τη θάλασσα. Δυο γυναίκες στη ζωή μου ίντα άλλο να θέλω στα γεράματα ε;» και της γελάει.

 

Γελά και εκείνη, είναι απλό αυτό που της περιγράφει αλλά όσο μοναχικό και να ακούγεται δε χωρά άλλη ερώτηση και αλλάζει το θέμα

 

- «Καπετάνιε μου, αν σου έλεγα να θυμηθείς πότε κινδύνεψες περισσότερο ποια στιγμή θα θυμόσουν;» του λέει με ενδιαφέρον

- «Αχ...κοπελιά μου… Όντεν είμαστε μικροί κάνουμε κουζουλάδες, θαρρούμε πως κατέουμε τα πάντα οι μπουνταλάδες μα δε κατέουμε πράμα! Έτσα κι εγώ. Ίντα νομίζεις μπορώ να διαφέρω εγώ μωρέ από τσ' άλλους; Όη δα!  Μια μέρα λοιπόν, έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου να οργώσω τη φουρτουνιασμένη θάλασσα αψηφώντας τα δελτία και όλα. Ενόμιζα πως είμαι πιο δυνατός από εκείνη. Πως μπορώ να τη μερέψω, δεν ξέρω κι εγώ ίντα σκεφτόμουν τότες. Πήρα τη δόλια τη βάρκα που γρύλλιζε από το φόβο τση και βγήκα στα ανοιχτά. Όμως, όπως κάνουν και οι γυναίκες, έτσα και η θάλασσα αγρίεψε που ο εγωιστής ήθελα να της δείξω ότι μπορώ να τη τιθασεύσω και με χόρεψε όσο δεν πήγαινε άλλο! Κάποια στιγμή έχασα τις δυνάμεις μου, η βάρκα δεν άντεχε και τα βράχια ήταν μπροστά μας, το ‘ξερα ότι είχα χάσει, είχα καταλάβει πως έκαμα βλακεία και γονατίζω πάνω στη βάρκα μου και της λέω:

"Σγχώρα με θάλασσά μου, σγχώρα με, έχω γυναίκα εκειά στο λιμάνι που με περιμένει, μην τσι φορέσεις τα μαύρα από τη μπουνταλιά μου!" 

Δεν ξέρω ιντά ‘γινε, λιποθύμησα από την αδυναμία και ξύπνησα με τη βάρκα αραγμένη σε ένα κόλπο και αλώβητη. Από τότε δε σου λέω ότι έγινα και ο καλύτερος αλλά ναι από τότε τη θάλασσα τη σεβόμουν. Έγινα ο νοικοκύρης της. Ο φίλος της. Και θαρρώ πως το κατάλαβε γιατί ποτέ ξανά δε μου θύμωσε τόσο...»


Η δημοσιογράφος έχει κάτσει σαν μικρό παιδάκι και παρακολουθεί. Μαγεύει η φωνή του γέρου...
- «Καπετάνιε μου, του λέει γλυκά. Και αν σε ρωτήσω ποια ήταν ως τώρα η πιο όμορφη στιγμή στη βάρκα ποια θα μου ‘λεγες;»
- «Αχ... κοπελιά ίντα μου λες τώρα! Όλες οι στιγμές στη βάρκα μου όμορφες ήταν. Και οι δύσκολες και οι άσχημες και οι χαρούμενες. Κι άμα σου πει κιανείς ότι ο πόνος ή ο θυμός δεν είναι όμορφος να μην του ξαναμιλήσεις γιαντα θα χάνεις το χρόνο σου μαζί ντου, γιατί δεν κατέει ίντα θα πει ομορφιά. Αν όμως μου ζητάς ποια στιγμή δεν ήθελα να φύγει ποτέ τση... ε τότε θα σου πω μια που δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό μου και ούτε θα φύγει ώστε να κλείσω τα μάτια μου…


Ήμουνα εδώ να λίγο πιο πέρα, στο λιμάνι και φώναζα του φίλου μου του Γιώργη από μακριά να μου φέρει έναν καφέ και λίγο παξιμάδι να κάτσουμε να τα πούμε.  Ήμουν χαρούμενος εκείνη τη μέρα, ούτε ήξερα το λόγο! Ετραγουδούσα στιχάκια από τον Ερωτόκριτο όντε την είδα από μακριά να πορπατεί. Πέρασε από δίπλα μου με βήμα αργό και όντεν έφτασε κοντά μου, μου χαμογέλασε και ύστερα απ’ τη ντροπή τση χαμήλωσε τη κεφαλή τση και έφυγε.

Ενόμιζα πως η καρδιά μου θα βγει από το σώμα μου... Πριν φύγει μακριά, εσηκώθηκα πάνω στη βάρκα και τση φώναξα:

"Εε... όμορφη κοπελιάααααα!! Εσένα εγώ μωρέ θα σε κάνω γυναίκα μου!!"

Εκείνη σταμάτησε το περπάτημα γύρισε πίσω τση, με κοίταξε από πάνω ως κάτω και μου ‘πε δυνατά:

"Τόλμα!" και έφυγε γρήγορα.

Ήξερα τότες ότι είχα να κάνω με μια ξεχωριστή γυναίκα. Κι αυτό έκανα. Ετόλμησα. Και τώρα εδά που σου μιλάω δακρυσμένος είμαι ο πιο ευτυχισμένος τολμηρός Κρητικός όλου του κόσμου…» είπε και σκούπισε βιαστικά τα μάτια ντου και σηκώθηκε όρθιος

- «Πράμα άλλο δεν έχουμε να πούμε ε;» της είπε δυνατά

- «Όχι…» του είπε δακρυσμένη και η δημοσιογράφος. Σε ευχαριστώ καπετάνιε μου…

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Koko Mploko

    Μέσα από το κείμενό σας αναδύεται ανάγλυφος ο χαρακτήρας του ανθρώπου που έχει για χρόνια ζυμωθεί με την αλμύρα. Η θάλασσα ανάγεται πια σε φίλη, μάνα, γυναίκα. Μετατρέπεται σε κοσμοθεωρία και τρόπο ζωής. Αληθινό και για μένα προσωπικά πολύ συγκινητικό …

    Κώστογλου Βάσω

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σας ευχαριστώ πολύ…

      Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    Μπορεί να έγινε ένα αναποδογυρισμα στα σχόλια αλλά το είδα το σχόλιό σας κ. Ρουμελιωτη και σας ευχαριστώ όπως πάντα για τη γλυκεια σας παρέα…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!