bird_tree
Έστησε βρόχια ο κυνηγός σ’ ενός βουνού τη μέση
και ξόμεινε να σωντηρά μέσα τους τι θα πέσει.
Κι ως έστεκε σιωπηλός μπροστά του βλέπει θάμα
τ’ αηδόνι και ο αετός πιαστήκανε αντάμα.
Ο αετός περήφανος στεκόταν σκλαβωμένος
τ’ αηδόνι κοίταζε θαρρώ καλά συλλογισμένος.
Και τότε απόκτησε λαλιά κι έλεγε του ανθρώπου...


“Άσε τ’ αηδόνι, κυνηγέ, να πάει σ’ άλλους τόπους.
Να κελαηδεί, να χαίρεται, να κάνει αηδονάκια
είναι μικιό κι ανήμπορο μα ξέρει από μεράκια.”
Ο κυνηγός ξεστάθηκε, κοντά μπλιό δε σημώνει
κι άκουσεν ανθρώπινα να λέει το αηδόνι...


“Κράτησ’ εμένα, κυνηγέ, τον αετό ν’ αφήσεις
γιατί δεν πρέπει λεβεντιά εσύ να κυνηγήσεις.
Έχει μικρά αετόπουλα στην κορυφή στο χιόνι
κι η δόλια η μανούλα τους κατέχω το κρυγιώνει.”
Ο αετός δεν ήθελε, κουβέντα δε σηκώνει
πως θα ’ναι αυτός ελεύθερος χωρίς το αηδόνι...


Μα ο κυνηγός κατάλαβε πως η αδελφοσύνη
έχει φτερά και έδειξε κι αυτός την καλοσύνη.
Τα δυο πουλιά ελεύθερα αφήκεν να πετάξουν
με τις φτερούγες της χαράς στον ουρανό να φτάσουν.

Τ’ αηδόνι πάντα πήγαινε στου κυνηγού την πόρτα
κι εγλυκολάλιε καθ’ αυγή καλύτερα από πρώτα.
Κι ο αετός περήφανος πετούσε προς τα όρη
στην Κρήτη μας τη λυγερή και την πανώρια κόρη.

 

-

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!