Φέγγεις το βλέμμα του έρωτα
στα χείλη σου το μέλι,
η νύχτα απ' τ' αφανέρωτα
τα μυστικά σου θέλει.
Να ορίσει μοίρα και ζωή
κι απ' την αρχή ν' αρχίσει
στου πόθου το γλυκό κρασί
τη δίψα μου να σβήσει.

Ανοίγει δρόμο η θάλασσα
να φύγω, τ' άστρο λιώνει,
νύχτες και μέρες χάλασα,
το φως σου δεν παλιώνει.
Σ' άλλο τοπίο η καρδιά
κι αλλού η φλόγα καίει
τετράφυλλο παράπονο
το αχ, που δε μου φταίει.

Ας με φιλούσες στη βροχή
με γιασεμί στο χέρι
ν' αλλάξει χρώμα η εποχή
της νιότης τζιβαέρι.
Κυλούν τα δάκρυα που μιλούν
κι οι λέξεις που σωπαίνουν
κλειστά τα μάτια σου απειλούν
όσα στη σκέψη γέρνουν.

Στο φάρο αφήνουν οι ψυχές
το φως σαν προδοθούνε
κι ύστερα φεύγουν μοναχές
στη λήθη πριν χαθούνε.
Σ' έρημη πόλη μάγισσες
καίνε τα καλοκαίρια
τα ασήμαντα που κράτησες
ήταν τα δυο μου χέρια.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου