Το σπίτι το πατρικό μου στον πρώτο όροφο μονοκατοικίας. Το χώριζε θαρρείς από το ισόγειο, μια τεράστια τσίγκινη κατασκευή εν είδει... τέντας! Ήταν ό,τι καλύτερο θυμάμαι από τα νιάτα μου.
Σαν άρχιζαν τα Φθινοπωριάτικα πρωτοβρόχια, συνέθεταν πάνω στον τσίγκο μουσική απαράμιλλης ομορφιάς. Τα νοκτούρνο της ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου και ας πέρασε μισός αιώνας από τότε.
Θυμάμαι, άφηνα τη μπαλκονόπορτα κουφωτή να περνά ελεύθερα η μουσική στην κάμαρη, συνοδευόμενη από το εξαίσιο άρωμα του βρεγμένου νυχτολούλουδου, του γιασεμιού και της χωμάτινης γης (ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι ούτε για δείγμα).
Ένα τέτοιο μαγευτικό Φθινοπωρινό βράδυ λοιπόν, με αρκετή δροσιά κοιμόμουνα με μπαλκονόπορτα ορθάνοικτη, κουκουλωμένος ζεστά, απολαμβάνοντας μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου την συναυλία της Φύσης υπό τη μπαγκέτα αόρατου ταλαντούχου μαέστρου. Νανουριζόμουνα ονειρευόμενος παραδείσους.
Ξάφνου, την μουσική πανδαισία και απόλυτη αρμονία, διακόπτει παράφωνος ρυθμικός ήχος που με ξυπνά εντελώς.
Στήνω αυτί που λένε, περιμένοντας ν’ ακούσω ξανά.
ΤΙΠΟΤΑ.
Μόνο η βροχή που είχε δυναμώσει ακουγόταν έντονα στην τσίγκινη τέντα πολλαπλασιάζοντας την έντασή της.
"Η ιδέα μου θα ήταν", σκέφτηκα νευριασμένος και αφέθηκα πρόθυμα στην αγκαλιά του Μορφέα ξανά.
Δεν πέρασε πολλή ώρα όπως υπολόγιζα και να το:
Τοκ, τοκ, τοκ...
Επτά χρόνων παιδί και άρχισα να τα παίζω. Ποιος κτυπάει την τζαμόπορτα νυχτιάτικα; Οι γονείς; Αδύνατον. Αν κάτι ήθελαν, θα έμπαιναν χωρίς την άδειά μου.
«Ποιος είναι;» ρωτώ.
Απάντηση καμιά.
«Ποιος είναι που ο διάβολος να σε πάρει;»
Είπα "διάβολος", μα το μετάνιωσα. "Επίκληση του εξαποδώ κάνω μωρέ νυχτιάτικα; Ώρες είναι να θέλει από μένα κάτι πονηρό και εξαίσια αντιχριστιανικό", είπα και έκανα το σταυρό μου όπως με συμβούλευσε η γιαγιάκα μου να κάνω σε τέτοιες μεταφυσικές περιπτώσεις.
Πετάγομαι. Ανάβω κάθε πηγή φωτός που υπήρχε στο δωμάτιο, αμπαζούρ, πορτατίφ και τους προσκοπικούς φακούς ακόμα. Αν είχα σπίρτα θα άναβα και την λαμπριάτικη λαμπάδα που κρεμόταν πανέμορφη στον τοίχο πάνω από το προσκεφάλι μου. Τι σου είναι όμως το φως! Είτε το πανέμορφο φως του ήλιου, είτε το τεχνητό... Έδιωξε με μιας σκιές, μυστήρια, φόβους.
Με στεντόρεια φωνή τώρα, φωνάζω: «ποιος είναι, το κέρατό μου μέσα;»
Τσιμουδιά.
"Μα πώς και δεν ξύπνησε η μάνα μου από τις φωνές;  Ίσως γιατί η όλη φάση να ήταν αποκύημα φαντασίας και ονείρου", ξανά μανά μουρμούρισα και ησυχασμένος αφέθηκα να πιάσω τ' όνειρο απ’ όπου το άφησα λίγο πριν.
Εντωμεταξύ η φθινοπωριάτικη βροχή εξελίχθηκε σε καταιγίδα. Βροντές, αστραπές, φώτιζαν το καμαράκι μου περισσότερο από την όποια τεχνητή λάμψη. Και πριν αποκαμωμένος παραδοθώ στον ύπνο, να το και πάλι...
Εκνευριστικό και απόλυτα γήινο, ΤΟΚ ΤΟΚ ΤΟΚ…
"Α, μα εσύ δεν υποφέρεσαι όποιος σκατά κι’ αν είσαι", είπα και πετάχτηκα αφρίζοντας ν' ανοίξω την τζαμόπορτα του δωματίου.
Ανοίγω.
ΚΑΝΕΙΣ.
Δηλαδή, όχι και εντελώς κανείς!
Μια τεράστια ακρίδα μεγέθους σπουργιτιού κούρνιαζε στο ακριανό τζάμι. Κτυπούσε με τα κοκάλινα φτερά της ν’ ανοίξω και να ξεκουμπιστεί, μέσω της μπαλκονόπορτας, στους ανοικτούς ορίζοντες που ήταν ταγμένη να ζει. Άγνωστο πώς, είχε εγκλωβιστεί στο σπίτι μέσα όπου καταφανώς ασφυκτιούσε.
Η άτιμη, πετάχτηκε σαν αστραπή και βρέθηκε ηδονικά αντιμέτωπη με την φθινοπωριάτικη καταιγίδα…
«Να γίνεις νόστιμος μεζές από την πρώτη νυχτερίδα που θα συναπαντήσεις», της φώναξα έξαλλος.
Να μ’ άκουσε λες; Τη φωνή μου κάλυψε ένας κεραυνός που θαρρείς και έπεσε στο σπίτι πάνω.
"Βρωμοέντομο, με άφησες ξάγρυπνο απόψε!"

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!