time_clock

Ώρα εξίμισι το πρωί…

Την είδα να στέκεται όρθια στην πόρτα

με φαγωμένα γόνατα και σκόνη στα μάτια.

Δεν την κάλεσα, απρόσκλητη ήρθε

με τα θαμπά μαλλιά πιασμένα αλογοουρά

και τα μάγουλα ανοιγμένα

σαν να ’χαν σκάψει μέσα τους τρύπες θεόρατες.

Δε μίλησε, ίσως γιατί ντρεπόταν ν’ ανοίξει το στόμα.

Ύστερα πρόσεξα πως είχε ράψει τα χείλια με χοντρές κλωστές

πασαλειμμένες μπογιά ή αίμα.

Της ζήτησα να φύγει.

Δε σάλεψε.

Την έδιωξα.

Δε σάλεψε.

Ύψωσα πάνω της το δείκτη και τον αντίχειρα

στραμμένα σαν όπλο.

 

_

γράφει η Ελένη Χριστοφοράτου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!