Φιμωμένη κραυγή, της Μάχης Τζουγανάκη

8.02.2015

 

 

Έχω ένα λευκό χαρτί. Εδώ και μέρες έχει πάρει θέση στο γραφείο μου. Στο σπίτι μου. Παντού.  Εδώ και μέρες έχει κολλήσει απάνω μου. Όπου και να πάω, με πιάνει από το χέρι και έρχεται μαζί μου. Κάνω να αφήσω το χέρι μου και εκείνο το γραπώνει. Το λυπάμαι. Και δεν το αφήνω. Είναι παιδί μου λέω. Μια μέρα σαν κι αυτή φθινοπωρινή γεννήθηκε με πόνο. Σαν παιδί σου λέω. Κάποια λόγια που ταξίδεψαν ψυχρά και θυμωμένα σπάσανε τα νερά και το 'βγαλα πρόωρο. Μπορεί και όχι τόσο πρόωρο. Μπορεί και χρόνια να ‘θελα να το γεννήσω μα ας είναι...

Έχω ένα λευκό χαρτί. Κάθομαι στη δουλειά μου και εκείνο βγαίνει πάνω στο πληκτρολόγιο και μου φωνάζει "Γράψε με σε παρακαλώ!" σουφρώνει και τσαλακώνεται, το ισιώνω και το χαϊδεύω. "Σε λίγο. Όχι τώρα" απαντώ σαν πολυάσχολος γονιός και το χωράω στη τσάντα. Τη βλέπω να κουνιέται ολόκληρη και κάνω πως δε βλέπω. "Θα με περάσουν για τρελή! Σταμάτα!" του φωνάζω και μετά στεναχωριέμαι. Μα δεν είναι η ώρα του και το ξέρω.

Τα απογεύματα στο αυτοκίνητο του βάζω δυνατά τη μουσική και ηρεμεί. Κάτι θλιμμένες μελωδίες το κάνουν να τυλίγεται ρολό σα να κοιμάται σα να παραδίνεται. Σα να χωράει όλο ετούτο το κενό στη μελωδία. Γαμώτο πώς μου μοιάζει! Έχω ένα λευκό χαρτί. Διψά να πει. Διψά να ακουστεί. Διψά να γαληνέψει την ψυχή. Μα συνεχώς δεν το αφήνω. Του αντιστέκομαι εδώ και μέρες. Εδώ και χρόνια μα ας είναι...

Έχω ένα λευκό χαρτί. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως θα ‘ταν καλύτερα να το γεμίσω με ζωγραφιές. Μικρές καρικατούρες παιδικές. Με ήλιο και σπιτάκι, με λουλούδια πιο μεγάλα από το σπίτι και με μπαλόνια καρδιές. Να βάλω τη μαμά το μπαμπά τα αδέρφια και ένα σκύλο σε σειρά να γελάνε και να παίζουν. Και να σου ένας τεράστιος κίτρινος ήλιος στον ουρανό που θα γελάει και σύννεφα παιχνιδιάρικα που μπλέκουν πάνω τους γραμμές από πουλιά. Κάπως έτσι θα έπρεπε να γεμίσει. Το ξέρω. Κάπως πρέπει και εγώ να αρχίσω τούτο το διάλογο. Ή έστω ετούτο το μονόλογο...

Έχω ένα λευκό χαρτί. Θέλω να πάρω ένα στυλό και με μανία να γράψω. Και θυμό. Και πίκρα. Και παράπονο. Θέλω να γίνει ολόμαυρο από τα λόγια μα φοβάμαι. Πώς να χαλάσεις ετούτη την αθώα ψυχή με τόσο μίσος... ψιθυρίζω κοιτάζοντάς το να παίζει κρυφτό με τα μολύβια και τις γόμες. Το λυπάμαι. Και ύστερα φοβάμαι. Φοβάμαι κείνους που θα το διαβάσουν μη το σκίσουν. Δε θα το αντέξω. Άλλες φορές το σκέφτομαι πειστήριο σε κάποιο δικαστήριο που θα με κρίνει ένοχη και άλλες φορές μα λίγες το φαντάζομαι να μπαίνει σε ένα συρτάρι κομοδίνου δίπλα από ένα κρεβάτι για να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί μέχρι να λύσει το μυστήριο της ψυχής. Μέχρι να λυθούν εκείνα τα ξόρκια να ανταμώσει η αγάπη με τις λέξεις...

Έχω ένα λευκό χαρτί. Έρχεται τα βράδια και κουρνιάζει δίπλα μου. "Γράψε μου ένα παραμύθι" μου λέει με θλιμμένα μάτια. "Πες μου για εκείνους που αγαπούν και δεν ξεχνάνε. Εκείνους που δε λησμονούν. Που νοιάζονται και αγαπάνε.  Πες μου για εκείνους που δε ζούνε μοναχοί μα συμπορεύονται. Πες μου για τα χαμόγελα πού πάνε όταν φεύγουν. Πες μου για τους ανθρώπους που μισούν πώς γίνεται να ξεμισήσουν, να σκεφτούν..να νιώσουν..."

Έχω ένα λευκό χαρτί. Που έτσι άδειο και φτωχό με κάνει να κλαίω. Πέφτουν τα δάκρυα πάνω του και το μουλιάζουν και εκείνο ανταλλάσσοντας τους ρόλους μου λέει σαν μάνα τρυφερή: "Έλα γράψε τον πόνο σου εδώ για να στον πάρω..."

Έχω ένα λευκό χαρτί, το βούτηξα στο μωβ και έδυσε ο ήλιος της αγάπης.  Και μπόρεσα και ένωσα τις λίγες μου τις λέξεις...

«Αν αγαπάς κι αν σ ‘αγαπούν 
χρυσός είναι ο κόσμος, 
μα αν σε μισούνε μάτια μου
της λύπης είναι ο δρόμος..
Τρέχεις σε εκείνο το βουνό
τη θλίψη σου να κρύψεις
το πληγωμένο σου γιατί
μήπως και βοηθήσεις
Αν μόνο αγάπη έδωσες
και πόνο πήρες πίσω
δύσκολο θα ‘ναι να το πεις
το πάλι θα αγαπήσω
Φιμώνει τότε η ψυχή
φιμώνουν και οι λέξεις
σπαράζει εντός σου μια κραυγή
που δε μπορείς να αντέξεις»

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Ο ανάποδος καθρέφτης

Ο ανάποδος καθρέφτης

Έτσι θα έλεγα τον κόσμο καθρέφτη ανάποδο,Ανάποδο καθρέφτηκαθρέφτηχωρίς τζάμι Τον εαυτό σου βλέπεις,άνθρωπε,άνθρωπε τι γυρεύεις;Ξέρει ο καθρέφτης Ο κόσμος έδειξε τι είσαιγιατί ότι κάνεις το δείχνειπονάει, μα δεν σπάειεδώ είναι ο καθρέφτης._γράφει ο...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Κλέφτης ονείρων

 Κλέφτης ονείρων έγινες,καταστροφές του κόσμουέκλεψες και το δικό μου όνειροκαι ας μην το ξέρεις Γιατί όταν κλέβεις έναΧάνονται χίλιαΓίνονται στάχτη, τέρμαΈτσι όπως πας δεν θα απομείνει κανένα._γράφει ο Ευθύμιος- Ραφαήλ Αγγελής Μην ξεχνάτε ότι το σχόλιο...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Δεύτερη ζωή δεν έχει

Ποτέ δε θα ξεχάσει, το πρώτο τεστ που έγραψε στο δημοτικό. Ακόμη θυμάται το γραπτό του. Τα αποτελέσματα απογοητευτικά.Κανένας όμως δεν τον μάλωσε. Αντιθέτως, όλοι του είπαν να μη στεναχωριέται, γιατί στο δεύτερο θα τα πάει καλύτερα. Δεν τους πίστεψε....

Ζωή σε δόσεις

Ζωή σε δόσεις

  Τι να πουν κι άνθρωποι; Τι να κάνουν; Τους δίνουν την ζωή σε δόσεις μέχρι να τους ξεφτιλίσουν   Έπρεπε όμως να δεχτούν και ήρθε ο πόλεμος, και συνταγογράφησε συνταγογράφησε δυστυχία   Στην πρώτη δόση βομβαρδισμούς, στην δεύτερη μετανάστευση, στην Τρίτη...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Το σπίτι που μικραίνει

Μπορεί η οικογένειά της να ήταν φτωχή όπως και το σπιτικό τους, αλλά όλοι είχαν να μιλάνε για το μεγάλο δέσιμο και την αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Πέντε αδέρφια στο σύνολο και κανένα δεν επιβάρυνε την οικογένεια. Το αντίθετο, όλοι δούλευαν και προσέφεραν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο ανάποδος καθρέφτης

Το σπίτι που μικραίνει

Μπορεί η οικογένειά της να ήταν φτωχή όπως και το σπιτικό τους, αλλά όλοι είχαν να μιλάνε για το μεγάλο δέσιμο και την αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Πέντε αδέρφια στο σύνολο και κανένα δεν επιβάρυνε την οικογένεια. Το αντίθετο, όλοι δούλευαν και προσέφεραν...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Κλέφτης ονείρων

Μια γαλήνη απλώνεται στης νύχτας τα μυστικάτα εγκαταλελειμμένα βλέφαρα τρεμοπαίζουν στη σιγαλιάβάλσαμο στάζει στης νοσταλγίας το φιλίστην γκρίζα πολιτεία,ο κόσμος χορεύει, στων αστεριών τη μουσικήστα γυμνά ερείπια, παγερό περιδιαβαίνει τ' αγέριγέρνουν τ'...

Ο ανάποδος καθρέφτης

Η μετακόμιση των χρωμάτων

Η Αγγελική έκλεισε το τηλέφωνο και με χορευτικές φιγούρες έφερε πάνω κάτω τη μικρή της γκαρσονιέρα, που ξαφνικά έγινε πιο φωτεινή κι ας είχε για θέα τον ακάλυπτο. «Αύριο το πρωί στις εννέα» έλεγε και ξαναέλεγε με μελωδικό οίστρο, αφήνοντας χαρούμενα...

2 σχόλια

2 Σχόλια

  1. Αννα Ρουμελιωτη

    Σας ευχαριστω οποιο αλλο σχολιο και να κανω θα ειναι λιγο!!!!!!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Εγώ ευχαριστώ για τη ζεστή παρουσία σας στα κείμενά μου…

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου