Ωραίο κορμί·
μοιάζει ο κορμός σου, ούτε λίγο ούτε πολύ, με νεαρής ελιάς —
λεπτός, χαριτωμένος, ταπεινός θα έλεγε κανείς.
Εξαιρετικά μετρημένος, εξαιρετικά ελληνικός,
σαν εκείνη τη θεά, την Κυπραγενή, την Αναδυομένη.
Μοιάζουν τα χέρια σου λευκά σαν άνθη πορτοκαλιάς,
σαν να μην τα ’δε ο ήλιος ποτέ, σαν να μην έφτασαν οι Πέρσες ποτέ.
Μοιάζουν τα πόδια σου λευκά σαν ασπρισμένα κλαδιά,
σαν να μη τα ’δε ο ήλιος ποτέ, σαν να μην έγιναν ξυλεία ποτέ.
Μοιάζουν οι ελίτσες στο κορμί σου ώριμες·
εσύ το έπαθλο, κι ο εραστής σου νικητής των Παναθηναίων.
Τα στήθη σου ικανά να πείσουν τους ειρηνοδίκες της Αθήνας —
εσύ δεν είσαι άνθρωπος καθόλου, μα μιαν άλλη Αφροδίτη,
μια δάφνη ανυπόφορη, που δεν υπέφερε,
μια ελιά, η θάλασσα, του ουρανού τα αμελέτητα,
που σαρκώθηκαν εξ επί τούτου:
να πιστέψουν οι άνθρωποι στην ομορφιά, στον έρωτα,
στη γυναικεία χειραφέτηση και δαιμόνιο.
Φρυνη;
Φρύνη των κακών αγγέλων,
της λάσπης και του ποδόγυρου,
γιατί διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου
κι αποφασίζεις να λουστείς
σε μια θάλασσα στον Πειραιά;
Για ποιον κλαίγεις και σκούζεις;
Επιτέλους, τι σε νοιάζει ποιο είναι του Απελλή
το αγαπημένο έργο;
Γιατί ανοίγεις τα χέρια και τα πόδια σου;
Τι σημαίνει για σένα το ερωτοσμίξιμο;
Τι σημαίνει για σένα η προσφορά;
Τι τους έχεις εσύ τους Θεσπιείς;
Τι κόπτεσαι για τα δεινά των,
και τα τείχη των προστρέχεις
και προσφέρεσαι να χορηγήσεις;
«Ήτο πάθος ερωτικό και δεσμός αμφιθυμικός».
Φρυνη!
Αθάνατη! Πόσοι άλλοι έχουν να καυχιούνται
ότι τα αγάλματά τους στήθηκαν
εκείθεν και εντεύθεν του Αιγαίου;
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια