Το καλοκαίρι ξεπροβάλλει,
σαν απόκληρος γιος του χειμώνα,
σαν προλετάριος εραστής της φυσικής ομορφιάς.
 
Το κύμα σμιλεύει αδρά τ' ακρογιάλι,
στις λουόμενες φιγούρες των κοριτσιών στέλνει σινιάλο,
με τα κάλλη τους να μεθύσουν τον ολόλευκο, ελληνικό αφρό.
 
Ο ήλιος αγκαλιάζει περήφανα ετούτο τον τόπο,
ερωτοτροπεί απροκάλυπτα με τις κληματαριές,
παραληρεί υπό την επήρεια των ευωδιαστών βασιλικών,
βιώνοντας την ηδονή ενός γαλανόλευκου οργασμού.
 
Θελκτικές Νηρηίδες,
κόρες της θάλασσας, σύντροφοι των δελφινιών,
αναδύουν από το έρεβος του βυθού,
μια κόρη φωτεινή, μια κόρη αιθέρια.
 
Ο έρωτας σελαγίζει σε αμπέλια,
ξαποσταίνει στον κορμό μιας ελιάς.
Άραγε ζει εδώ η αγάπη;
 
Άγνωστη κόρη, νύμφη παράξενη μα και τόσο οικεία, άσε με να φυτέψω στην 
καμπυλότητα των χειλιών σου ένα "σ' αγαπώ", με την ελπίδα να φυτρώσει 
στη σκιά των βλεφάρων σου ένα γεράνι.
 
Κόρη, μη φεύγεις, που πας;
Τι είναι αυτό κρατάς;
 
Άραγε είναι ικανή μια χούφτα μάρμαρο να μας θυμίσει το χρυσό αιώνα της 
ζωής μας;

_

γράφει η Ροδάνθη Πάντου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!