ΧΑΡΤΙΝΟ  ΟΛΟΓΙΟΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

του Τάσου Κυρτάσογλου

(απέσπασε 2ο έπαινο στον 1ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Πεζογραφίας – Κατηγορία Ελεύθερο Διήγημα Ενηλίκων του περιοδικού ΚΕΦΑΛΟΣ)

– Αυτό δεν ήταν πρεμιέρα! Ήταν διαδήλωση!

Ο Ζαχαρίας πλησιάζει ενθουσιασμένος, αγκαλιάζει τον Αγάθωνα και τον φιλά σταυρωτά. 

-Μπράβο, αγόρι μου, ήσουν εξαιρετικός. Ένας θρίαμβος! φωνάζει χαρούμενος, καθώς απομακρύνεται προς το κυλικείο, αναζητώντας τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης.

Ο Αγάθωνας δεν μπορεί να μη χαμογελάσει βλέποντας τις όλο χάρη κινήσεις τού εκστασιασμένου σκηνοθέτη, που μοιάζει περισσότερο να χορεύει παρά να περπατά. Κάθεται στην εξώπορτα, φορώντας ακόμη τη στολή του πυροσβέστη, και απολαμβάνει το τσιγάρο του. Είναι ήσυχη βραδιά. Η μεσημεριανή νεροποντή έχει αφήσει τα πάντα βρεγμένα, που λάμπουν τώρα μέσα στο σκοτάδι. Τραβά μια τελευταία τζούρα και με μια επιδέξια κίνηση στέλνει τη γόπα να προσγειωθεί σε μια λακκούβα με νερά.

Θυμήθηκε το βιντεοκλίπ. Ημίγυμνος, μέσα στο καταχείμωνο, βρεγμένος, για να δείχνει πιο σέξι, και η τραγουδίστρια, μια ξανθιά πενηντάρα, με πέντε στρώσεις μέικ απ, να τραγουδά με ηδυπάθεια και αφόρητη βλακεία: “Πιάσε με, αν το μπορείς, πιάσε με, φτάσε με”. Κι αυτός να την κυνηγά, δήθεν, μέσα στους δρόμους και τις αποθήκες του παλιού σταθμού. Φτηνά τη γλύτωσε την πνευμονία. Δε βαριέσαι. Το μεροκάματο να βγαίνει.

– Τι έγινε; Δεν έρχεσαι μέσα; Ανοίξαμε κρασιά. Παραγγείλαμε και σουβλάκια. Έλα, θα κρυώσουν.

Ο Θανάσης είναι ο συγγραφέας του έργου. Κοντός, σαραντάρης, με γυαλάκια και τα πρώτα ίχνη φαλάκρας στην κορυφή. 

Ζει μόνος, σε μια μικρή γκαρσονιέρα, στα Εξάρχεια. Την ημέρα, δουλεύει σε ένα μικρό γραφείο τελετών και το βράδυ, νυχτοφύλακας σε πολυκατάστημα. Το μπλοκάκι του, στην τσέπη. Όπου και όποτε μπορέσει, γράφει. Στο ρεπό του, θα καθίσει στο γραφειάκι του, δίπλα στο παράθυρο με τον βασιλικό, θα ρουφήξει μια γουλιά καφέ, και θα ξεκινήσει να βάζει σε μια σειρά τις σημειώσεις του. Θα γράψει μέχρι το μεσημέρι. Μετά,  θα σηκωθεί, θα χαϊδέψει το βασιλικό, θα φορέσει τα καλά του και θα βγει να φάει στου κυρ-Χρόνη. Δεν θα παραγγείλει. Ο κυρ-Χρόνης τον ξέρει από παλιά. Τακτικός πελάτης. Θα του φέρει ό,τι καλύτερο έχει ετοιμάσει η κυρα-Βασιλική. Και ένα πενηνταράκι, κόκκινο γλυκό κρασί, από το δικό του.

Ο Ζαχαρίας έχει έρθει στο κέφι και χορεύει. Σε λίγο, θα καθίσει σε μια καρέκλα στη γωνία, θα ακουμπήσει το κεφάλι στην παλάμη και με κλειστά μάτια θα τραγουδήσει “χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη ακρογιαλιά, αν με πίστευες λιγάκι, θα ’σαν όλα αληθινά”. Και κάπου εκεί, ένα δάκρυ θα κυλήσει στο μάγουλό του.

Η Ειρήνη δεν έχει ξεκολλήσει από το κινητό της. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον δικό της. Δεν της απαντά. Το πετά αγανακτισμένη πάνω στο τραπέζι, κάνοντας τους πάντες γύρω να κοιτάξουν ξαφνιασμένοι. Ο Θανάσης έρχεται και κάθεται δίπλα της.

– Τι έγινε; Είσαι καλά;

– Καλά είμαι. Το μαλάκα!

– Δεν ήρθε;

– Δεν ήρθε. Ο παπάρας!

Ο παπάρας είναι ο Φώτης, ο αρραβωνιαστικός της Ειρήνης. Δικηγόρος το επάγγελμα και ανερχόμενο πολιτικό στέλεχος της αντιπολίτευσης.

“- Αύριο, μεθαύριο, θα είμαι βουλευτής, υπουργός, πού ξέρεις. Δεν μπορεί η γυναίκα μου να χαριεντίζεται με τον κάθε θεατρίνο πάνω στη σκηνή. Τι θα λένε για μένα;

– Ότι η γυναίκα σου είναι μια ταλαντούχα ηθοποιός;

– Έλα τώρα! Στην ηλικία σου;”

Η Ειρήνη ρούφηξε με μανία το τσιγάρο της. Ακούς εκεί! “Στην ηλικία σου”! Τριάντα δύο, παρακαλώ! Μόλις! Εντάξει, δεν είχε πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό της, όμως τώρα, με το Ζαχαρία, τα πράγματα φαίνονταν να κινούνται επιτέλους προς τη σωστή κατεύθυνση. Να, ο “Κωδωνοκρούστης” φάνηκε ν’ αρέσει στο κοινό. Θα εξαρτηθεί, βέβαια, και από τις κριτικές, όμως… Αν όλα πάνε καλά, κάποιος θα τη δει, δεν μπορεί. Κάποιος θα της δώσει την ώθηση που χρειάζεται.

Ο Αγάθωνας έχει βγάλει τη στολή και έχει πέσει με τα μούτρα στο φαγητό. Από το πρωί, είναι μ’ ένα σάντουιτς. Είχε να συναντήσει και εκείνον τον παραγωγό, μετά να συμβουλευτεί το λογιστή του, τηλέφωνα, συνεννοήσεις, πέρασε η μέρα χωρίς να το καταλάβει.

Η Φένια τον τραβάει να χορέψει. Ο Αγάθωνας γλείφει τα δάχτυλα του, τα σκουπίζει βιαστικά στην χαρτοπετσέτα και σηκώνεται. Ζεϊμπέκικο βαρύ. Μόνο για άντρες! Και ο Αγάθωνας είναι από εκείνους τους άντρες που κάνουν τις γυναίκες ν’ αναστενάζουν, με κάθε τους κίνηση. Η Φένια έχει γονατίσει στο πάτωμα και κρατάει το ρυθμό με παλαμάκια. Βλέπει το κορμί του να λυγίζει και να τεντώνεται, φαντάζεται τους σφριγηλούς του μύες κάτω από το πουκάμισο και το πρόσωπό της καίει από επιθυμία. Ο Ζαχαρίας, λίγο πιο κει, απολαμβάνει και αυτός το κορμί που στριφογυρνά και μια πετάγεται στον ουρανό και μια πατά στη γη βαριά, παραπατώντας. Ο Αγάθωνας έχει κλείσει τα μάτια, αδιαφορώντας για το τι γίνεται γύρω του. Πρέπει να διώξει τις σκέψεις που τον βασανίζουν. Ό,τι ‘ναι να γίνει, θα γίνει.

Το τραγούδι έχει τελειώσει και ο ιδρώτας τρέχει από το μέτωπό του. Η Φένια τον σκουπίζει με το μαντήλι της, καρφώνοντας τα μεγάλα μαύρα μάτια της, με νόημα, στα δικά του.

Εκείνος παίρνει το πιάτο του, το φορτωμένο με κρέατα, και κάθεται στο τραπέζι της κολλητής του, της Ειρήνης.

– Χρειάζομαι πρωτεΐνες, της λέει απολογητικά.

Πάρε και το δικό μου. Δεν πεινάω. Ανάβει άλλο ένα τσιγάρο. Θα με πας σπίτι, όταν τελειώσεις; Δεν μπορώ να οδηγήσω απόψε.

– Ναι, ρε κοριτσάκι, μην αγχώνεσαι.

– Μπορώ να σε πάω εγώ, πετάγεται ο Θανάσης.

– Έχεις αυτοκίνητο;

– Όχι, απαντά αυτός διστακτικά. Μπορούμε να πάρουμε ταξί, της απαντά και την ίδια στιγμή δαγκώνεται, συνειδητοποιώντας την ανοησία που μόλις ξεστόμισε. Θα πληρώσω εγώ, συνεχίζει, κάνοντας ακόμη χειρότερα τα πράγματα.

– Μιαν άλλη φορά, του απαντά η Ειρήνη ευγενικά. Ευχαριστώ.

Ο Ζαχαρίας έχει πάρει αγκαλιά το κονιάκ, μαζί με το ποτήρι του και επιστρέφει στην αίθουσα του θεάτρου. Τα μόνα φώτα που παραμένουν ανοιχτά είναι αυτά που δείχνουν τις εξόδους κινδύνου. Κάθεται στην προτελευταία σειρά και σερβίρει τον εαυτό του.

– Στην υγειά μας!

Ο Αγάθωνας έχει ολοκληρώσει το δείπνο του. Η Φένια χορεύει ένα σαγηνευτικό τσιφτετέλι, ανεβασμένη πάνω στο διπλανό τραπέζι. Το κορμί της λικνίζεται γεμάτο λαγνεία, με τα μακριά μαύρα κατσαρά μαλλιά της να μαστιγώνουν το ξαναμμένο πρόσωπο της. Μοναδικός στόχος, το βλέμμα του Αγάθωνα.  Εκείνος, κοιτά προς το μέρος της, μα δεν βλέπει. Σκέφτεται το αυριανό δοκιμαστικό και αισθάνεται το λαρύγγι του να στεγνώνει. Μα πώς άφησε την Μάγκυ να τον πείσει;

– Πάμε; θα τον αποσπάσει από τις σκέψεις του η Ειρήνη. Εκτός αν θέλεις να συνοδέψεις την Φένια. Απ’ ό,τι φαίνεται, δε θα χρειαστεί να προσπαθήσεις και πολύ για… ξέρεις, και του κλείνει το μάτι πονηρά.

– Μην είσαι βλαμμένο, της απαντά ο Αγάθωνας.

Μα γιατί; συνεχίζει περιπαικτικά η Ειρήνη. Δες κορμί! Αααα, αν ήμουν άντρας, ευχαρίστως θα της έριχνα ένα, μην σου πω και δύο.

– Έλα, κόφ’ το. Μάζεψε τα πράγματά σου να σε πάω στον αντρούλη σου, να ηρεμήσεις.

– Εγώ, για σένα το λέω.

– Ευχαριστώ, δε θα πάρω.

– Τι να πω! Κρίμα το κορίτσι. Τόσο ξεγόφιασμα! Για το τίποτα;

– Μη στενοχωριέσαι. Κάποιος καλός χριστιανός θα βρεθεί.

Η Ειρήνη χαιρετά την παρέα, κάτω από τα φαρμακερά βλέμματα της Φένιας. Γυρνάει προς το Θανάση, που έχει σηκωθεί και αυτός να τη χαιρετήσει. Τον καληνυχτίζει με ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο.

Καληνύχτα, Θανάση. Τα λέμε.

– Ναι, τα λέμε. Καληνύχτα.

Λίγο αργότερα, το θέατρο θ’ αδειάσει. Θα μείνει μόνο ο Ζαχαρίας να ρεμβάζει, βυθισμένος στις αναμνήσεις του. Θυμάται τη μητέρα του, την κυρά Μερόπη. Ταξιθέτρια, σ’ αυτό το ίδιο θέατρο. Εδώ μέσα μεγάλωσε ο Ζαχαρίας. Ο πατέρας του, μηχανοδηγός στο Ακρόπολις, το τρένο που διέσχιζε όλα τα Βαλκάνια για να καταλήξει στο Μόναχο, γεμάτο Έλληνες που αναζητούσαν δουλειά στα εργοστάσια της Γερμανίας. Η κυρά Μερόπη δεν είχε πού ν’ αφήσει τον μικρό Ζαχαρία. Τον έπαιρνε, λοιπόν, μαζί της, στο θέατρο. Εκείνος, καθόταν ήσυχος σε μια πλαστική καρέκλα, πίσω πίσω, στη γωνία, για να μην ενοχλεί.

Όλοι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές πέρασαν από αυτό το θέατρο. Χορν, Λαμπέτη, Κατράκης, Ηλιόπουλος, Καρέζη, Κούρκουλος, όλοι. Και μουσικές, απίστευτες, μαγευτικές! Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Πλέσσας! Και όταν τέλειωνε η παράσταση, και άδειαζε το θέατρο, η κυρά Μερόπη, τον έπαιρνε δίπλα της, εκεί στην προτελευταία σειρά και τον ρωτούσε για το έργο. “Τι σου άρεσε πιο πολύ, μωρό μου;”. Και εκείνος της μιλούσε επί ώρες, τις πιο όμορφες ώρες στη ζωή του, για όλα αυτά που είχε δει. Και όταν τα μάτια του γλαρώνανε πια από την κούραση, έγερνε το κεφάλι του στην αγκαλιά της και η κυρά Μερόπη τού ψιθύριζε γλυκά, με την υπέροχη βραχνή φωνή της, τραγούδια του Χατζιδάκι.

Ο Θανάσης γυρνά με τα πόδια στο σπίτι του. Δεν θέλει να χαλάσει λεφτά. Εξ άλλου, η βραδιά είναι όμορφη. Το φεγγάρι, ολόγιομο, φωτίζει τα πάντα γύρω. “Με φίλησε” σκέφτεται, και η καρδιά του τρέμει από χαρά. “Με φίλησε. Δύο μόλις εκατοστά από τα χείλη. Ναι. Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο. Κάτι σημαίνει αυτό. Μόνο εμένα φίλησε. Κανέναν άλλον. Βέβαια, έφυγε μ’ αυτόν το γορίλα, αλλά… Αν είχα και ‘γω μηχανή… Και κείνη η βλακεία με το ταξί… πώς μου ήρθε; Πρέπει ν’ αποκτήσω αυτοκίνητο, μηχανάκι, κάτι. Αλλά πώς; Δυο δουλειές, κι ούτε να συντηρήσω τον εαυτό μου δε μου φτάνουν. Κι αυτός ο Αγάθωνας… Σιγά τον άνδρα. Τον είδες πώς καταβρόχθιζε τα σουβλάκια και τα κοτόπουλα; Σαν ζώο. Όχι, η Ειρήνη είναι λεπτεπίλεπτη, μια πριγκίπισσα. Δεν μπορεί να την κερδίσει ένα γομάρι σαν τον Αγάθωνα. Δυο εκατοστά από τα χείλη. Δύο μόλις εκατοστά”.

Το κινητό τής Ειρήνης χτυπάει. Εκείνη νιώθει τη δόνηση στην κοιλιά της, έτσι όπως έχει στριμωγμένη την τσάντα της, ανάμεσα σε αυτήν και την πλάτη του Αγάθωνα, πάνω στη μηχανή.

Το κινητό σου, της φωνάζει ο Αγάθωνας.

– Άσ’ το να χτυπάει!

Δεν έχει καμία όρεξη να του μιλήσει. Μα, να μην έρθει στην πρεμιέρα; Τόσο αναίσθητος, πια; Ώρες ώρες, σκέφτεται, “τι στην ευχή… Η ανασφάλειά μου φταίει, αυτή η καταραμένη ανασφάλειά μου”.

Με τον Φώτη γνωρίζονται από παλιά. Συναντήθηκαν σε ένα συνέδριο του κόμματος. Εκείνη, στην οργανωτική επιτροπή της νεολαίας και αυτός, εκκολαπτόμενος πολιτευτής. Την εντυπωσίασε. Ο τρόπος που μιλούσε, το πάθος του, η ευγένειά του. Ήταν και άβγαλτο κορίτσι, ακόμα…

Πάει καιρός που δεν τη γεμίζει πια αυτή η σχέση. Οι ιδέες και το πάθος  έχουν δώσει τη θέση τους σε ένα παιχνίδι εξουσίας, που η Ειρήνη απεχθάνεται. Η λάμψη του αγωνιστή που θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο έχει χαθεί. Το μόνο που βλέπει, είναι ένας συμβιβασμένος και μεγαλομανής πολιτικάντης, χωρίς αρχές και όνειρα.

Όμως, δεν μπορεί να φύγει. Ο πατέρας… Ο πατέρας δεν θα της το συγχωρούσε ποτέ. Έχει επενδύσει πολλά σε αυτόν το γάμο. Με τον Φώτη, στο Υπουργείο, ο κύριος Τέλης θα μπορέσει να πάρει κάποια δημόσια έργα, που έχει απόλυτη ανάγκη, για να ορθοποδήσει.

Ο Θανάσης στέκεται ακίνητος μπροστά στο παράθυρο. Τα φώτα του δωματίου σβηστά. Χαζεύει την κίνηση στον δρόμο. Σειρήνες και κορναρίσματα. Γέλια και φωνές απ’ τα μπαράκια και στο βάθος ένα συνονθύλευμα διαφορετικών μουσικών που μπλέκονται μεταξύ τους. Κάπου ακούει ένα βιολί. Πρέπει να ‘ναι από απέναντι, δεν είναι σίγουρος. Το έχει ξανακούσει. Τα βράδια, όταν δεν δουλεύει. Δεν ξέρει ποιος είναι. Ίσως εκεί, στον τρίτο, που φαίνεται να ‘χει φως. Ή και στο ρετιρέ. 

Κλείνει τα μάτια και βλέπει εκείνη. Τα ολόχρυσα μαλλιά της. Τα γελαστά της μάτια. Τη λεπτή γαλλική μυτούλα της. Τα χείλη της. Αυτά τα χείλη! Δυο εκατοστά από τα δικά του!

Ο Αγάθωνας αισθάνεται το στομάχι του να ανακατεύεται. Δεν έχει σταματήσει να σκέφτεται την αυριανή μέρα. Πώς, στο διάολο, τον έπεισε να πει το ναι; Μα να συμμετέχει σε τσόντα; Ποτέ του δεν του πέρασε από το μυαλό. “Α, ρε Μάγκυ!”. Η αλήθεια είναι πως, από τότε που τον ανέλαβε η Μάγκυ, τα οικονομικά του έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Όμως, με τι κόστος; Διαφημιστικά για σαμπουάν, παρακμιακά βιντεοκλίπ, αρπαχτές με περιφερόμενους θιάσους και τώρα… αυτό! Τσόντα! Δεν είχε τέτοια καριέρα στο μυαλό του, όταν  τελείωνε το Εθνικό. Όχι τσόντα! Μα μήπως, τελικά, ως εκεί είναι το ταλέντο του; Και ο Ζαχαρίας; Γιατί τον διάλεξε; Για τις ερμηνευτικές του ικανότητες; Σιγά! Τον είδε μια χαρά πώς γυάλισε το ματάκι του, όταν του παρουσιάστηκε με εκείνο το εφαρμοστό μπλουζάκι! Η Μάγκυ τον συμβούλεψε. Κάτι ήξερε. “Θεέ μου, να μπορούσα να το ακυρώσω! Και η προκαταβολή;” Ευτυχώς που δεν πήγε να πληρώσει τη δόση της μηχανής. Ίσως, τελικά, να μην είναι αργά. Μπορεί, ίσως ακόμη, να την επιστρέψει.

Η Ειρήνη έχει γείρει το κεφάλι της στις  πλάτες του Αγάθωνα. Αισθάνεται τη ζεστασιά του κορμιού του και χαλαρώνει. Νιώθει ασφάλεια κοντά στον Αγάθωνα. Είναι καλό παιδί. Μεγάλη καρδιά. Λίγο ευκολόπιστος, αλλά ψυχούλα. Τον αγκαλιάζει πιο σφιχτά και αναστενάζει. Αχ, να του έμοιαζε μια στάλα ο Φώτης…  Λίγο. Ίσα ίσα για να διώξει το φόβο που νιώθει μέσα της. Και μόνο η σκέψη πως θα ζήσει την υπόλοιπη ζωή της μαζί του τη γεμίζει τρόμο. Όχι! Δεν μπορεί! Δεν μπορεί!

Δε θέλω να γυρίσω σπίτι! Μ’ ακούς; φωνάζει στον Αγάθωνα.

Πού να σε πάω;

Όπου θες εσύ.

Να πάει στο διάολο! Θα τα επιστρέψω τα γαμημένα τα λεφτά. Κι ας θυμώσει η Μάγκυ. Κι ας μείνει απλήρωτη η δόση. Θα τα καταφέρω. Ναι, ρε, θα τα καταφέρω

Πάμε Σούνιο; ρωτάει, τελικά, ο Αγάθωνας.

Είσαι τρελός! του απαντά γελώντας η Ειρήνη

– Θα προλάβουμε την ανατολή. Τι λες;

– Πάμε!

Ο αέρας τής χαϊδεύει τα μαλλιά καθώς η μηχανή επιταχύνει. Η Ειρήνη παίρνει βαθιά ανάσα και αφήνεται στο ταξίδι.

Το μπουκάλι έχει αδειάσει. Ο Ζαχαρίας έχει γείρει στο μπράτσο τής καρέκλας και κοιμάται με ένα χαμόγελο ευτυχίας, ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

“ Χάρτινο το φεγγαράκι, 

ψεύτικη ακρογιαλιά, 

αν με πίστευες λιγάκι 

θα ’σαν όλα αληθινά”