Select Page

Χειμωνιάτικο ξημέρωμα, της Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

Χειμωνιάτικο ξημέρωμα, της Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

cat_eyes

Χειμώνας. Κρύο διαβολεμένο κι’ εγώ πρέπει να ξενυχτήσω, διαβάζοντας για το διαγώνισμα της Ιστορίας που έχω το απόγευμα της αυριανής ημέρας. Το καλοριφέρ έχει σβήσει εδώ και ώρα, κρυώνω πολύ και κάθομαι στο γραφείο μου ακουμπώντας τις πατούσες μου σε μία ηλεκτρική θερμοφόρα, που ζεσταίνει όχι μόνο τα παγωμένα μου άκρα αλλά το μυαλό και την καρδιά μου. Μια κούπα με αχνιστό καφέ φίλτρου με ελάχιστο γάλα μου κρατάει συντροφιά αλλά με κρατάει και ξύπνιο.

Έχω αφοσιωθεί στο ενδιαφέρον διάβασμα, περισσότερο για το τι διαβάζω, παρά για το πώς θα το αφομοιώσω για να το γράψω αύριο στο διαγώνισμα κατά πώς πρέπει και να πάρω το βαθμό χάριν του οποίου ξενυχτάω, αντί να κοιμάμαι κάτω από το πουπουλένιο, ζεστό πάπλωμά μου στο ωραίο μου κρεβάτι.

Έχω διαπιστώσει και όχι μόνον εγώ βέβαια, ότι υπάρχουν ορισμένοι ιστορικοί που αφηγούνται τα γεγονότα τόσο παραστατικά μέσα στο περιορισμένο χώρο ενός κεφαλαίου σχολικού βιβλίου, που σου κάνει ευχαρίστηση να τα διαβάζεις. Σαν ένα ενδιαφέρον ιστορικό μυθιστόρημα, ας πούμε. Όπως υπάρχουν και άλλοι ιστορικοί, που το ίδιο αυτό θέμα στο βιβλίο άλλης τάξης το γράφουν τόσο μπερδεμένα και δυσνόητα, που ο φτωχούλης ο μαθητής ναι μεν το διαβάζει, αποστηθίζοντάς το όμως σαν παπαγαλάκι, σιχτιρίζοντας τόσο τον ιστορικό όσο και το έρμο το σχολειό.

Μα γιατί γίνεται αυτό; Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω.

Εκεί λοιπόν που διάβαζα και ήμουν πραγματικά επηρεασμένος και εντυπωσιασμένος από το τέλος μιας φονικότατης αρχαίας μάχης με τρομερές φάσεις ανδρείας και γενναιότητας και με εκατοντάδες νεκρούς, βλέπω να κινείται το πόμολο της τζαμένιας πόρτας του δωματίου. Πίσω από τα διαφανή της τζάμια δεν ήταν κανείς. Στο σπίτι όλοι κοιμόντουσαν εδώ και ώρα. Περασμένα μεσάνυχτα «η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα» όπως έλεγε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου.

«Μα γιατί το κάνουν αυτό τα ευλογημένα τα φαντάσματα;» την ρωτούσα.

«Προφανώς για να’ ναι… σίγουρα ότι δεν θα τα δούμε, μιας και τέτοια ώρα θα κοιμόμαστε βαθιά», συμπλήρωνε για να δικαιολογήσει την απουσία τους.

Άλλη εξήγηση δεν είχε να δώσει για την ώρα της εμφάνισής τους!

Φοβητσιάρικο παιδί δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ιδιαίτερα, και σε κάτι τέτοιες στιγμές θαρρείς κι εγώ αντρειωνόμουν. Παρόλα αυτά, για λίγα λεπτά αποφάσισα να μην κοιτάζω το χερούλι της απέναντι τζαμόπορτας. Η λογική μου έλεγε ότι επρόκειτο για μία παραίσθηση. Όμως η σκέψη μου οδηγούσε τα μάτια μου σ ’αυτό ακριβώς το σημείο. Σα μαγνήτης ένα πράγμα.

Κοιτάζω. Το χερούλι κύριος. Ακίνητο, σαν Εύζωνας μπροστά στον Άγνωστο στρατιώτη!

«Ουφ», μονολόγησα. «Τι γίνεται φίλε; Επηρεάζεσαι από τα γεγονότα που διαβάζεις; Μα αν είναι έτσι, τότε μέχρι το τέλος της χρονιάς και μετά από τα τόσα δραματικά γεγονότα που θέλεις δε θέλεις θα διαβάσεις αφού είναι στην Ύλη της σχολικής σου χρονιάς και ο Χίτσκοκ μπροστά τους θα μοιάζει αυτό που πραγματικά είναι, ένα άκακο κοντόχοντρο ανθρωπάκι και τα έργα του δεν θα αντέχουν σε καμιά σύγκριση μ΄ αυτά του βιβλίου».

Και το βλέμμα μου, να το που ξαναγυρίζει στο χερούλι της πόρτας. Να τα μας πάλι. Δεν κάνω λάθος! Το χερούλι γυρίζει αργά, εφιαλτικά, προς τα κάτω, μόνο του! Τα ‘παιξα. Να μην το πω; Τα χρειάστηκα για τα καλά. Ώστε δεν ήταν αποκύημα της επηρεασμένης μου φαντασίας τόσων πεθαμένων στρατιωτών. Πάει και τελείωσε. Το χερούλι γύριζε μόνο του. ΜΟΝΟ ΤΟΥ!

Μη και κανένα πνεύμα των σκοτωμένων εκείνων ανθρώπων, για τη μοίρα των οποίων τώρα διαβάζω να ήθελε να μου κάνει συντροφιά αυτό το παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ; Σαν να ήθελε να με ευχαριστήσει που ενδιαφέρθηκα με τόσο ζήλο για τα τεκταινόμενα της φονικής άγριας αρχαίας μάχης, ξεχασμένης εδώ και χιλιετίες. Ταξίδι μεγάλο θα έκανε μέσα στον Χρόνο, μέχρι να έρθει κοντά μου.

Δεν έβγαζα άχνα, που λένε. Ακόμη και αν το ήθελα, η φωνή μου είχε θαρρείς παγώσει και από το λάρυγγά μου δεν έβγαινε ήχος. Θα έχετε δει σε ενύπνιο εφιάλτη ότι θέλετε να τρέξετε για να ξεφύγετε από κάποιον εχθρό που σας καταδιώκει και εσείς να μη μπορείτε να κάνετε βήμα. Κάτι τέτοιο έπαθα κι εγώ. Ήθελα να φωνάξω τη μάνα μου, τον πατέρα μου – κυρίως αυτόν —που κοιμόντουσαν στο διπλανό με το γραφείο μου δωμάτιό τους. Απλά δεν μπορούσα.

Τσιμπήθηκα να δω μήπως και βλέπω άσχημο όνειρο, μα δυστυχώς ήμουν ξύπνιος. Με τα πολλά κατάφερα και ψιθύρισα:

«Ποιος είναι εκεί; Τι θέλεις; Λέγε που να σε πάρει».

Σαν σε απάντηση της φράσης μου αυτής, το χερούλι στριφογυρίζει γρηγορότερα και όπου να ναι θ’ ανοίξει την πόρτα, σκέφτομαι, και θα μου ορμήσει.

«Παναγιά μου τι να κάνω; Μωρέ φαντάσματα; Φαντάσματα στο δικό μου σπίτι στο κέντρο της Αθήνας; Σε τούτον τον αιώνα;»

Ιστορίες παμπάλαιες, γιαγιάδων και ηλικιωμένων συγγενών, για αερικά, δαιμονικά, ξανάρχονται στο νου μου και με κάνουν να τρέμω. Στη Σκωτία πρόσφατα που είχα πάει και που υποτίθεται πως είναι η Μέκκα του είδους, όχι μόνο δεν είδα φαντάσματα, μα ούτε και άκουσα κανέναν να διηγείται κάτι παρόμοιο μ ΄ αυτό που συνέβαινε τη νύχτα αυτή.

Σκέπτομαι:

Και γιατί εγώ ο ανόητος, κάθομαι έτσι άπραγος και άυπνος; Η αυριανή μου αποτυχία, δεδομένης της δικαιολογημένης ψυχικής μου ταλαιπωρίας, είναι σιγουρότατη. Σίγουρα λευκή κόλλα θα δώσω και άντε να εξηγήσεις στην καθηγήτρια το τι μου συνέβη. Θα θύμωνε περισσότερο νομίζοντας ότι την δουλεύω.

Τρίβω τα μάτια μου να διώξω το γλάρωμα που άρχισε να με καταβάλει. Κοιτάζω τη τζαμόπορτα. Το χερούλι ακίνητο σαν το κοκαλωμένο μου κορμί πίσω από το γραφείο μου. Βάλθηκε να με τρελάνει. Μια γυρίζει, μια ακινητοποιείται, με τις σκέψεις μου να είναι πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα.

«Άντε στην ευχή μαντράχαλος δεκάξι χρόνων να αφήνω να με παρασύρουν φαντασιώσεις μιας παγωμένης χειμωνιάτικης νύχτας», σκέφτηκα.

Κοιτάζω το ρολόι μου. Αν είναι δυνατόν… Κοντεύει 5 το πρωί! Θα με πήρε ως φαίνεται ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω και πέρασε τόσο η ώρα. Και συνέχισα να κάθομαι χωρίς ούτε να διαβάζω πια, ούτε να κινούμαι, παρά να νυστάζω αφόρητα παρά τον φευγαλέο υπνάκο που πήρα. Θυμήθηκα κάτι ανάλογο που μου είχε συμβεί χρόνια πριν και που τελικά δεν ήταν παρά κάτι το απόλυτα φυσικό. Ηρέμησα κάπως μ’ εκείνη τη θύμηση.

Κάποια στιγμή αποφασίζω να σηκωθώ. Και πριν το κάνω, ρίχνω μία τελευταία ματιά προς το χερούλι της πόρτας, από την οποία σημειωτέων έπρεπε και να περάσω για να πάω στο δωμάτιό μου που ήταν στην άλλη άκρη του σπιτιού στο τέρμα ενός τεράστιου μακρόστενου χολ. Και το βλέπω. Να το. Το χερούλι, αργά αλλά σταθερά, γυρνάει προς τα κάτω ξανά.

Μία μεγάλη μου παράλειψη και ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό, είναι ότι δεν περιέγραψα λεπτομερώς την πόρτα και αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Λοιπόν:

Από την κορυφή της μέχρι το χερούλι, ήταν τζάμια. Από το χερούλι και κάτω ξύλινη, γύρω στο μισό μέτρο ύψος. Η πόρτα τεράστια. Όχι σαν τις σημερινές που το ύψος τους δεν ξεπερνά τα δύο μέτρα και είκοσι εκατοστά. Τα δωμάτια ψηλοτάβανα τέσσερα μέτρα ίσως, ενώ σήμερα δεν είναι πάνω από 2.60 το πολύ. Και ως εκ τούτου οι πόρτες είχαν το ανάλογο ύψος.

Ε, τώρα τι να πω; Ότι δεν φοβήθηκα; Και ποιος στη θέση μου δεν θα φοβόταν; Εδώ η ιστορία εξελισσόταν σε θρίλερ. Δεν είχα να κάνω με ζώντα προφανώς οργανισμό αλλά με κάτι το άυλο, αφού δεν έβλεπα κανέναν να το γυρίζει το ρημάδι το πόμολο. Και νάνος να ήταν, και κανένα νήπιο να ήταν αποκλείεται να μη το έβλεπα. Και τα τέταρτα, τα μισάωρα περνούσαν και εγώ έμενα άπραγος…

Αποφάσισα να μην ξανακοιτάξω το ρολόι μου, γιατί όσο έβλεπα τους δείκτες του να προχωρούν τόσο η απελπισία μου μεγάλωνε για το χάσιμο του πολύτιμου για την πνευματική μου υγεία ύπνου. Παρά την απαγόρευση που ο ίδιος επέβαλα στον εαυτό μου κοιτάζω για τελευταία ματιά το ρολόι μου και ορκίστηκα ότι δεν θα το κοιτάξω ξανά τα επόμενα εικοσιτετράωρα. Έξη και τριάντα! Πάει η ελπίδα μου να κοιμηθώ πια, πάει η ελπίδα μου να διαβάσω, πάει η ελπίδα μου να γράψω καλά στο διαγώνισμα, αυτό δεν το συζητώ καν, και καπάκι ο φόβος ο ανείπωτος να με έχει παραλύσει…

Δεν θα έπρεπε λογικά φερόμενος να βάλω τις φωνές όπως με είχαν συμβουλέψει να κάνω σε ανάλογες περιπτώσεις οι αρχηγοί μου στους προσκόπους; Και τότε επιτέλους με πιάνει η αντρειοσύνη, αυτή που προανέφερα, πλησιάζω την πόρτα αποφασιστικά, πιάνω το χερούλι και την ανοίγω.

Ένας τεράστιος, άγνωστος γάτος— ή γάτα; πού να ξέρω— με κάτι πελώρια σχιστά πράσινα μάτια και τρίχωμα γυαλιστερό και μαύρο σαν το έρεβος που πιάνει τη νύχτα λίγο πριν το ξημέρωμα, είχε προφανώς εγκλωβιστεί στο σπίτι μέσα! Το πώς έγινε αυτό, δεν το γνωρίζω. Το γιατί, είναι που με απασχολεί. Τι γύρευε στο σπίτι μου μέσα, τόσες ώρες κλεισμένος; Και γιατί δεν έκανε την εμφάνισή του νωρίτερα, τότε που με τόσο κόσμο παρόντα θα ήταν ευκολότερο να φύγει; Μήπως και δεν ήθελε να φύγει; Γιατί;

Εμείς, ζώα στο σπίτι μας, είτε πραγματικά είτε μεταφορικά(!) δεν είχαμε. Προφανώς όντας παγιδευμένος, βλέποντας φως προσπαθούσε να κάνει δειλά δειλά αισθητή την παρουσία του, να του ανοίξω την εξώπορτα και να ξεκουμπιστεί.

Πέστε μου όμως… Σε περιπτώσεις που ένα ζωντανό νιώθει παγιδευμένο, τι κάνει; Συνήθως δεν αντιδρά βίαια; Τούτος όμως ο γάταρος έδειχνε ντροπιασμένος, ίσως και φοβισμένος. Σαν να ήθελε αφ’ ενός να ζητήσει βοήθεια και αφ’ ετέρου συγγνώμη που ενοχλούσε ξένους γι’ αυτόν ανθρώπους. Ήθελε να ανοίξει τη πόρτα με ανθρώπινο τρόπο.

Τι είπα τώρα δα; Ανθρώπινο τρόπο;

Ξαναήρθαν στο νου μου οι νεκροί στρατιώτες στο βιβλίο μου της Ιστορίας που διάβαζα. Θεέ μου! Και ένα εύλογο ερώτημα, που έκανε τις τρίχες της κεφαλής μου να σηκωθούν κάγκελο. Τις ένιωθα…

Γιατί δε νιαούρισε; Γιατί δεν έγδερνε την πόρτα όπως κάνουν οι φυσιολογικοί σκύλοι και γάτες; Ας μου απαντήσει κάποιος.

Τον περίεργο γάτο δεν τον ξαναείδα. Ούτε τότε, ούτε αργότερα. Ποτέ! Ούτε στο μεγάλο μαγαζί του ισογείου που είχε κάμποσες γάτες, μα ούτε και στη γειτονιά. Ούτε και κανείς από τους γείτονες που τους διηγήθηκα το περιστατικό είχε δει ποτέ ένα γάτο, σαν αυτόν που τους περιέγραψα…

Μωρέ λες; Παναγιά μου!

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μουλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

13 Σχόλια

  1. Έλενα Σαλιγκάρα

    Ωραία και η γατο-ιστορία σου Λένα! Απίστευτη η σύγκλιση της έμπνευσης μας! 🙂

    Απάντηση
    • Λένα Μαυρουδή Μούλιου

      Στο είπα δεν στο είπα;Κυρίως εκεί που δεν φαινόταν ο γάτος Καλή σου νύχτα Ελένα.

      Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Αγωνία όχι αστεία … δηλαδή ο γάτος εξαφανίστηκε έτσι απλά;;;;Μην ήταν φάντασμα;; Μην ήταν όνειρο;;;Μήπως ξανάρθει;;;Ποιος ξέρει…. ωραία ιστορία μου άρεσε Λένα!!Καλό βράδυ!!

    Απάντηση
    • Λένα Μαυρουδή Μούλιου

      Νομίζεις ότι είπα φεματούρες; Συνέβη. Μετην προσθήκη μυθοπλασίας μικρής, όσο πατά η …γάτα! Καλή σου νύχτα.

      Απάντηση
  3. Σοφία Ντούπη

    Το ζήσαμε το θριλεράκι… μαζί με τον ήρωα σου και μεις… Όχι τίποτα άλλο άλλα είναι και βράδυ…κι έχει και πανσέληνο απόψε…! Για ολονύχτια θα το πάμε. Το βλέπω…Υπέροχη η ιστορία σου Λένα μου, γεμάτη σασπένς!!! Να είσαι πάντα καλά και να μας κρατάς συντροφιά με τις όμορφες ιστορίες σου!!! Την αγάπη μου και καλό σου βράδυ!!!

    Απάντηση
  4. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Παιδιά αληθινή η ιστορία, με τη σχετική της μυθοπλασία βέβαια .
    Σοφία στείλε μου με mail την διεύθυνσή σου να σου στείλω μέρος της μουσικής μου.

    Απάντηση
    • Λένα Μαυρουδή Μούλιου

      Βρε καλώς την. Τι έγινες τόσον καιρό Ελένη;Ανησύχησα και με σένα όπως και με μιαν άλλη καλή φίλη. Είσαι καλά;
      Χαίρομαι που σου άρεσε το θριλεράκι. Και ναι, μου συνέβη, μιαν απίστευτα μακρινή εποχή…

      Απάντηση
  5. Σουλελέ Χριστίνα

    Αυτή ήταν μια ιστορία θρίλερ! Μου άρεσε πάρα πολύ, τη διάβασα απνευστί και με κράτησε σε αγωνία ως το τέλος. Ευχάριστη γραφή που ρέει. Όσο για το τι θα κάνει κανείς όταν ένα ζώο νιώθει παγιδευμένο και ειδικά μια γάτα, μπορώ να δώσω πολλές οδηγίες. Την καλημέρα μου Λένα!

    Απάντηση
    • Λένα Μαυρουδή Μούλιου

      Όπως είπα και στις φίλες μας, η ιστορία αυτή συνέβη στη ζωή μου και μάλιστα δύο φορές . Η έτερη ήταν με το …έντομο , την ακρίδα , αν θυμάστε, στη ”φθινοπωρινή ανάμνηση”.Μα παρόμοιες ιστορίες συνέβησαν και σε άλλους δικούς μου όπως θα δούμε σε κάποιες που θα ακολουθήσουν. Αναμείνατε παρακαλώ.
      Ευχαριστώ Χριστίνα και καλή σου μέρα.

      Απάντηση
  6. Μάχη Τζουγανάκη

    Λένα όποτε βάζεις μυστήριο στις ιστορίες σου διαβάζουμε με μια ανάσα! Μπράβο σου! Ψι ψι ψιιιιιιιιιιι (ψάχνω τη γάτα σου μήπως και τη βρω!!)

    Καλημέρα!

    Απάντηση
    • Λένα Μαυρουδή Μούλιου

      Μάχη καλημέρα. Για να μη σου λέω την κάθε φορά”ευχαριστώ για την επιμέλεια ”λέω μια και καλή ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ σε όσες επιμέλειες έκανες και όσες θα κάνεις ελπίζω. Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία και μου έβαλες ιδέες τώρα με το ”μυστήριο ”που είπες.Να ‘σαι καλά…

      Απάντηση
  7. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Ένας γάτος μια νύχτα… αποκαλυπτικός κι αυτός σαν κι εκείνον της μιας μέρας. Βέβαια, εδώ, δεν αποκαλύπτονται σκοτεινές σχέσεις, αλλά μια λυτρωτικά αισιόδοξη λογοτεχνική ματιά!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!