τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Χρίστος Κυθρεώτης: «Εκεί που ζούμε»

27.09.2019Βιβλιοκριτικές0 Σχόλια

 

«…ίσως τα σώματά μας

να μη μοιάζουν ποτέ πιο αιώνια,

παρά τη στιγμή ακριβώς που έχουν διαψεύσει

την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας».

 

Χρίστος Κυθρεώτης:

«Εκεί που ζούμε»

Εκδόσεις: «ΠΑΤΑΚΗΣ»

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ανθρώπου. Μια ζωή σε ένα εικοσιτετράωρο. Η αξία της λογοτεχνίας έγκειται και στο είναι ικανή να σκάψει το περίβλημα ενός εικοσιτετράωρου και εκεί να συναντήσει ολόκληρη την πορεία μας, να την ανασύρει από το παρελθόν, να την επικαιροποιήσει, να δώσει σάρκα στις ματαιώσεις, να δώσει υπόσταση σε ότι πιστεύουμε πως έφυγε χωρίς ίχνη. Είναι, ενίοτε, η λογοτεχνία ένα μαχαίρι που ξεφλουδίζει, κόβει και ξανακόβει, αγγίζει το κουκούτσι και μέχρι να φτάσει εκεί, έχει πει πολλά, έχει επισημάνει ακόμα περισσότερα, αφήνοντάς μας γυμνούς και απροστάτευτους στον χρόνο.

Αυτές τις σκέψεις μού προκάλεσε το «Εκεί που ζούμε» του Χρίστου Κυθρεώτη, ένα μυθιστόρημα που με λεπτό χιούμορ, ενίοτε και ειρωνεία που αγγίζει τα όρια του αυτοσαρκασμού, εισέρχεται στη διαδικασία των βασικών ερωτήσεων για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Ποιος είμαι;

Πού πηγαίνω;

Ποιος είναι ο ρόλος τών άλλων στη ζωή μου;

Ποιος είναι ο ρόλος μου στη ζωή τών άλλων;

Υπάρχει αύριο στο παρελθόν;

Ο Χρίστος Κυθρεώτης επινοεί έναν πρωταγωνιστή που θα ξεδιπλώσει στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου ολόκληρη τη ζωή του. Είναι μια ζωή που τη χαρακτηρίζει ο δισταγμός και η αναποφασιστικότητα. Λάθος επιλογές ή επιλογές που οδηγούσαν σε λάθος δρόμους;

Η 20η Ιουνίου είναι μια συνηθισμένη μέρα για έναν νεαρό δικηγόρο. Ξεκινά όπως κάθε πρωί, ανάμεσα στο πρωινό ξύπνημα των άλλων ενοίκων τής πολυκατοικίας, ο καθένας από τους οποίους ζει στον δικό του κόσμο, διαφορετικό, ξένο με όλους τους άλλους.

Συνεχίζεται στην Ευελπίδων, όπου θα πρέπει να υπερασπιστεί μια εξηντάχρονη η οποία, θύμα τόσο της ματαιοδοξίας της, όσο και της ελαφρότητάς της, έχει φορτώσει, με πολλές χιλιάδες ευρώ, πιστωτικές κάρτες, που πλέον ως ανεξόφλητες, απαιτούν την κατάσχεση του σπιτιού της.

Ανάμεσα στη διαδρομή προς την Ευελπίδων, αλλά και εκεί, περιμένοντας να έρθει η σειρά για την εκδίκαση της υπόθεσης, τυχαία γεγονότα θα ανακαλέσουν στη μνήμη του κομμάτια της μέχρι τότε ζωής του, καθόλου ανώδυνα, αφού αγγίζουν τη σχέση του με τους γονείς του, με τις γυναίκες που συνδέθηκε, αλλά και με το αν η επιλογή του επαγγέλματός του ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για τον ίδιο.

Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο είναι μια δύσκολη υπόθεση. Είναι ένας μονόλογος που εμπεριέχει πολλούς κινδύνους: Να κουράσει, να παρουσιάσει ‘‘κοιλιές’’, να χάσει τη συνοχή τού κειμένου. Τίποτα απ’ αυτά δεν συμβαίνει με τον μονόλογο – αφήγηση του Κυθρεώτη, ο οποίος διατηρεί την αμεσότητα και το ενδιαφέρον από την πρώτη μέχρι την τελευταία φράση.

Η δράση τού ήρωα, που ξεκινά από την προετοιμασία μετά την αφύπνιση, συνεχίζεται με την παρουσία του στο δικαστήριο, ακολουθείται από μια συνάντηση με μια παλιά αγαπημένη ‘‘για έναν καφέ’’ και λίγη συζήτηση, προχωρά σε μια συνάντηση με τον πατέρα του για να τον διευκολύνει σε μια του υποχρέωση (στα όρια της παρανομίας) και ενώ φυσιολογικά πρέπει να κλείσει με την παρουσία του σ’ ένα πάρτι άλλης παλιάς αγαπημένης του, παρατείνεται με κάτι εντελώς απρόβλεπτο: Η πελάτισσά του, η οποία είχε ένα λιποθυμικό επεισόδιο λίγο πριν τελειώσει η ακροαματική διαδικασία, πεθαίνει στο νοσοκομείο όπου είχε μεταφερθεί. Ζωή και θάνατος μαζί. Το κυνήγι τής ομορφιάς, αλλά και της επιστροφής στη νεότητα, έχει στην απόληξή του το οριστικό τέλος. Ένα πτώμα ως απάντηση της ματαιοδοξίας. Ο Κυθρεώτης δίνει αριστοτεχνικά, χωρίς καμιά δραματοποίηση, τη βασική αλήθεια της ζωής.

Ξημερώνοντας η 21η Ιουνίου, κατά την οποία έχουμε τη μεγαλύτερη ημέρα, ο αφηγητής, γνωρίζει ήδη ποια είναι η μέρα αυτή – η ζωή του.

Το «Εκεί που ζούμε» είναι ένα καλοδουλεμένο και μεστό μυθιστόρημα, που αξίζει πολλούς επαίνους και προσφέρει στον αναγνώστη όχι μόνο ιδιαίτερη γνώση ζωής, αλλά και έντονη γεύση λογοτεχνικής δεξιότητας.