Ο Αγησίλαος ίσιωσε το καφέ του σακάκι και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Με επιδέξια κίνηση στερέωσε το καπέλο του και ξερόβηξε. Ύστερα πήρε τη μαύρη ομπρέλα του, την κρέμασε στον καρπό του και άνοιξε την πόρτα. Για μια στιγμή κοίταξε την άδεια πολυθρόνα στο σαλόνι, έδωσε ένα χαιρετισμό κουνώντας το κεφάλι και έφυγε.

Κατηφόρισε το δρόμο με την ομπρέλα να ακουμπά κλεφτά στο δρόμο σαν κρυφή μαγκούρα. Η αλήθεια ήταν ότι ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος. Κανένα σημάδι ότι θα βρέξει αλλά ποιος θα το πρόσεχε! Δεν ήταν ότι δεν είχε παραδεχτεί τα γηρατειά του. Το ένιωθε σε ολόκληρο το κορμί του το γήρας. Όμως το χρόνο δεν τον παραδέχτηκε ποτέ. Εκείνο το τσακ του δευτερολέπτου που αδειάζει μία πολυθρόνα. Που κάνει τις στιγμές αναμνήσεις.

Σαν έφτασε στο καφενείο, σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό. Ο ήλιος παιχνίδιζε με τις γκριζαρισμένες του κόρες. Ένα μικρό χαμόγελο σχημάτισε στα ρυτιδιασμένα του χείλια.

«Έτσι σε έχω κοιτάξει…», γλυκοψιθύρισε.

Ο νους σχημάτισε ένα δάσος, μία κουβέρτα πάνω στα χορτάρια και μια γυναικεία φιγούρα να ακουμπά τα ολόμαυρα μαλλιά της πάνω στα πόδια του κι εκείνος να κρατά ένα πράσινο μικρό βιβλιαράκι.

«Έτσι σε έχω κοιτάξει… που μου αρκεί να ’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί»

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!