Κρέμεται ένα κλαδί με τον κίνδυνό του
Μέσα στο μεσημέρι· ένας ψίθυρος
Μυρωδιάς που χλευάζει τη διάφανη
Αντίφαση της ζέστας, μηρυκάζει
Την ησυχία, την ολοκληρώνει, καθώς
Άσπρα και κίτρινα φουσάτα από έντομα συνωμοτούν
Ν' αρπάξουν την ωραία κοιμωμένη της μέρας και να την απάγουν
Μες το καστροβασίλειο του δάσους. Είσαι εκεί
Που σε άφησα: μια μάγισσα χωρική που ενστερνίζεται
Παρδαλές σερπαντίνες μελισσών και της χρυσόμυγας την ίριδα την
Χρυσοποίκιλτη που πάλλει
Κάτω από τις φιστικιές και μες τον ακαμουφλάριστο ήλιο.
Σε λέω, σε σιωπώ. Σε αγιάζω, σε μορφώνομαι.
Σε διαβάζω, σε αποστηθίζω.
Μελισσάκι τρελό που, παίζοντας, μ' άγγιξε!

 

_

γράφει ο Στρατής Παρέλης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!