[Κι ήθελα να γράψω τόσα πολλά απόψε. Αλλά αυτό δεν γίνεται. Αποφάσισα, λοιπόν, να σου γράψω ένα γράμμα, που δεν θα διαβάσεις ποτέ. Όμως, εγώ, θα καταφέρω μέσα σ ’αυτές τις αράδες να χωρέσω τα ουρλιαχτά που έπνιγα, μέχρι να μυρίζω το παρθένο χαρτί...]

Πολυαγαπημένε μου ήρωα,

Θα αναρωτιέσαι σίγουρα αν έχασα τα λογικά μου. Δεν τα ’χασα ακόμα. Σου γράφω, για να κρατώ την ζωντάνια σου μέσα μου! Προσπαθώ να συνηθίσω την απουσία σου, αλλά δεν μπορείς να συνηθίσεις κάτι ανύπαρκτο. Γιατί εσύ είσαι ακόμα εδώ.

Έκλαψα πολύ για σένα. Όχι, όμως, περισσότερο από σένα. Ξέρω, ότι δεν ήθελες να φύγεις. Τα μάτια σου, είχαν μια ασυγκράτητη δίψα για ζωή. Αχ, τα μάτια σου. Μια ζωή ολόκληρη κρυβόταν μέσα τους. Και τώρα τι; Δεν πειράζει. Εσύ έγινες ποτάμι, νοτιάς, χώμα και ήλιος. Θα ζεις σε άλλη γειτονιά, αλλά εκείνα τα πυρωμένα διαμάντια πάνω στο πρόσωπό σου, θα είναι ακόμα εδώ. Κληρονομιά πανάκριβη σε μένα και στα παιδιά μου. Τα μάτια σου θα μας παραδώσουν στο μέλλον. Κι ακόμα πιστεύω, πως η ψυχή σου χτυπά με τον ίδιο ακατανίκητο ρυθμό, που χτυπούσε πάντα.

Μακάρι να μπορούσες να δεις τον ουρανό, όπως τον είδαμε εμείς εκείνη την μέρα. Αλλά τι λέω, εσύ σίγουρα τον είδες, αφού εκεί ζεις. Ο ουρανός, λοιπόν, άνοιξε με θλίψη την αγκαλιά του και σε δέχτηκε. Άφησε μόνο λίγα από τα δάκρυά του να μας βρέξουν απαλά και να μας ξεπλύνουν. Να μας εξαγνίσουν. Μα δεν ήταν αρκετά για να σ’ ακολουθήσουμε. Πώς να χωρέσει σε μια σταγόνα η αιωνιότητα; Κι όμως, χώρεσε! Η αιωνιότητα εισέβαλε γλυκά μέσα σε μια σταγόνα της: Το σώμα σου! Κι εσύ έγινες χώμα.

Χώμα και νερό...

Με αγάπη...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!