Select Page

Ψαροντούφεκο

Ψαροντούφεκο

Πήρα ένα τσιγάρο από το πακέτο. Σήμερα θα το ρίξουμε έξω. Με ένα μπουκάλι ουίσκι κάθισα στην βαθιά πολυθρόνα. Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή μύριζε από κρεβάτια ιδρωμένα. Κοίταξα την αντανάκλασή μου στο τζάμι.  Πενηνταπεντάρης στα μαύρα του τα χάλια με την διάγνωση του θανάτου κολλημένη στο μέτωπο. «Ε και;» μου είπε μια κολλητή. «Κι εγώ μπορεί να πεθάνω αύριο». «Δεν είναι έτσι ρε μωρό», της είπα. «Εσύ δεν έχεις μάθει τίποτα για το μέλλον σου. Εγώ ξέρω. Έχω ημερομηνία λήξης γνωστή». Πίνω μια γερή γουλιά και κοιτάζω το βράδυ που καίει σαν καντήλι. Θυμιατό από ανάσες που ακόμα κάνουν όνειρα, όχι σαν εμένα τον λεχρίτη που δεν σκαμπάζει πια από δαύτα.

Όνειρα. «Τα όνειρα είναι για τους δειλούς», λέω πιασάρικα στους γύρω μου που με θαυμάζουν και με ονομάζουν μαχητή. Μαχητής. Καλό κι αυτό. Μάχομαι τι; Στις τηλεοράσεις και στα άσπρα πανιά οι μαχητές τα δίνουν όλα για όλα. Ακούραστοι. Αγέρωχοι. Με μια δύναμη που δεν λήγει. Μα εγώ έληξα. Ξυπνάω κουρασμένος κάθε μέρα. Κάθε ώρα. Μερικές φορές ξυπνάω και δεν έχω δύναμη να ανοίξω τα μάτια για την κωλομέρα που έρχεται. «Ε και τι έγινε;» λέω πικρόχολα στην γυναίκα μου σαν σηκώνεται από το κρεβάτι και μου φωνάζει να σηκωθώ και εγώ. Τι πάει να πει πια όλο αυτό. Με κοιτά με αυτήν την λύπηση που δεν την γουστάρω. Κι άλλες φορές νομίζω ότι την αηδιάζω. Η παραίτηση μυρίζει σαπίλα και εκείνη σιχάθηκε την μυρωδιά μου όταν δεν έχω άλλες αντοχές. Τι είμαι κυρά μου θέλω να της πω; Κανένα άλογο κούρσας; Και να ήμουν τι; Αντέχουν κι αυτά τα δόλια για χρόνια; Δεν έχουνε και δαύτα ημερομηνία λήξης;

Ψαροντούφεκο. Ναι έτσι στην μέση του πουθενά σε ένα βράδυ που στάζει επιθυμίες άλλων, εγώ θυμήθηκα εκείνο το ψαροντούφεκο του γέρου μου. «Σήκω», μου έλεγε. «Μα είναι νωρίς ρε πατέρα», του έλεγα κουκουλωμένος. Τράβαγε τις κουβέρτες και μου φώναζε. «Ρε, τώρα είναι η θάλασσα. Τώρα τα ψάρια. Αύριο μπορεί να ξυπνήσεις και να την βρεις ξεραμένη!» Γκρίνιαζα με τα τραβηγμένα του κλισέ και σηκωνόμουν απρόθυμα. Μουτρωμένος μέχρι να φτάσω στην βάρκα λαγοκοιμόμουν στην διαδρομή όρθιος. Μα σαν μπαίναμε σε εκείνη την βάρκα κι εκείνη έσερνε το σώμα της στο αλατισμένο χαλί σου ερχόταν μια μυρωδιά σαν καλωσόρισμα. Τον μπαγάσα το γέρο μου το ήξερε ότι τσιμουδιά δε θα βγάλω από εδώ και πέρα. Άκουγα τα κύματά της, τους ήχους από τα ψάρια, το κουπί, μύριζα το αλάτι της. Κι ύστερα βγάζαμε κι οι δυο τα ρούχα μας. Ο πατέρας μου δεν φόραγε στολή. «Μείνε εδώ», μου έλεγε μόνο, άρπαζε το ψαροντούφεκο και έμπαινε μέσα. Τον έβλεπα να χάνεται σαν αστροναύτης στο διάστημα και περίμενα να ‘ρθει νικητής.

Νικητής. Τι λέξη. Την λες στα παιχνίδια, στους αγώνες στις λαχειοφόρους. Νικητής. Δαγκώνω τα χείλια μου και πίνω άλλη μια γερή γουλιά. Τα χέρια μου τρέμουν και δεν ξέρω από πού ξεκίνησε όλο αυτό. Σαν φοβητσιάρικο σκυλί που έρχεται πάνω του το αμάξι και κοκαλώνει. Κάπως έτσι η νίκη μου φαίνεται σκάρτη. Τι να νικήσω; Προχώρα μου λένε και θα τον νικήσεις τον διάολο. Ποιον διάολο ρε; λέω από μέσα μου. Ξέρεις εσύ τι είναι όλο αυτό; Του έδωσες εκεί μια μορφή τέρατος και ξεμπέρδεψες. Λες και μπορώ να απλώσω τα χέρια μου και να τον πνίξω σε μια αρένα να χειροκροτήσει το κοινό με μανία. Ποιον διάολο ρε; Έχει όνομα ρε. Καρκίνο το λένε. Ναι. Μου έμαθες να βάζεις ονόματα. Επάρατος, διάολος και λοιπές αηδίες. Μίλα ρε με τα ονόματά τους. Τον καρκίνο μου λες να νικήσω. Τούτα τα κύτταρα που χορεύουν μεθυσμένα και αχόρταγα μέσα στο σώμα μου.

Πίνω ξανά. Το ποτήρι μου έχει μια τρύπα. Να μην πίνετε κύριε Ιατρίδη, μου είπε με ύφος ο θεράπων ιατρός. Τώρα που κάνουμε τις χημειοθεραπείες το αλκοόλ απαγορεύεται αυστηρώς. «Και τι θα πάθω;» του λέω πικρόχολα. «Θα πεθάνω;» Τι γέλιο που έριξα. Κι εκείνος με κατεβασμένο το κεφάλι. Πλάκα έχει ο γιατρουδάκος. Είναι και συναισθηματίας όχι σαν τους άλλους. Τουλάχιστον θα θυμάμαι έναν που μου άπλωσε το χέρι για να με φέρει στο τέλος χωρίς να με αντιμετωπίσει σαν ένα κομμάτι χαλασμένου κρέατος.

Ψαροντούφεκο. Ο πατέρας μου έβγαινε με το τουφέκι σαν λάβαρο και το ψάρι να σπαρταράει πάνω του. Με μια ανάσα που χρώσταγε τόση ώρα φώναζε «Κοίτα ρε Ζήση κοίτα! Τον πιάσαμε τον τύπο!» Καθόμουν και γέλαγα και άπλωνα τα χέρια να αγγίξω την ζωή του που έφευγε. Σαν Μίδας που έπαιρνε ζωή. Τώρα το βλέπω θα μου πεις έτσι. Τότε γέλαγα. Μα τώρα θα το πέταγα το κωλόψαρο  μέσα στην θάλασσα να ζήσει. Δεύτερη ευκαιρία. Νικητής. Να νικά κάποιος. Σαν παραμύθι που μου έλειψε για να το πιστέψω.

Απέναντι στο μπαλκόνι η μελαχρινή του τρίτου με κοιτά από το παράθυρο. Μέρες τώρα μιλάμε με τις βραδινές μας σιωπές και κάθε που ξημερώνει ανοίγω τα ρολά και περιμένω να τα ανοίξει κι εκείνη για να με δει. Καλημέρα. Καληνύχτα. Δεν ξέρω γιατί την έχω τόση ανάγκη. Σαν να μου ακουμπά πάνω στην πληγή με το χέρι της. Γίνεται αυτό; λέω. Μέσα στο δωμάτιο κοιμάται η γυναίκα μου και στο διπλανό τα δυο μου αγόρια. Κι εγώ κοιτάζω τούτο το πλάσμα και παίρνω δύναμη. Την ρουφάω χωρίς να την ξέρω. Θα ήθελα μια νύχτα να περάσω απέναντι. Κλουβί με κλουβί να πέσω αστέρι τυχερό στο μπαλκόνι της. Με θες για λίγο; θα της έλεγα σαν αθάνατος. Σαν νικητής. Κρατάω το δικό μου ψαροντούφεκο και βουτώ στην δική της θάλασσα. Πόση αξία έχει αυτό; σκέφτομαι. Μα ύστερα το σβήνω. Αμάν πια. Όλα σε ένα τιποτένιο αξιακό σύστημα. Μπορεί απλά να θέλω να υπάρχει. Για να μου ακουμπά στην πληγή. Για να βουτάω στο βυθό της. Χωρίς καμία άλλη δέσμευση. Με μόνη επιθυμία την ύπαρξή της στην ζωή μου.

Κατεβάζω άλλη μια γουλιά και σηκώνομαι αργά όρθιος. Με τα χέρια στο τζάμι της μπαλκονόπορτας ζωγραφίζω μια μεγάλη καρδιά με το χνώτο μου. Κι απέναντι άλλη μια ίδια καρδιά κεντάνε τα μαύρα της δάχτυλα. Κι ύστερα τραβά την κουρτίνα απότομα. Μην με αφήνεις. Μην φεύγεις, ψιθυρίζω κλαίγοντας. Είσαι η μόνη μου αλήθεια. Πονώ. Νικήθηκα. Κλαίω. Τι δάκρυα κι αυτά. Άμα σε βρουν σε συνθλίβουν. Φοβάμαι. Ναι γαμώτο. Φοβάμαι τόσο πολύ που ξερνάω τα όνειρά μου στο μπάνιο. Κι ύστερα κίτρινος και χλωμός ζω με τους εφιάλτες μου ξανά και ξανά.

Μέσα στο δωμάτιο η γυναίκα μου, κοιμάται με τα μαλλιά της να αφήνουν αρώματα στο μαξιλάρι. Έχω τόσο καιρό να χαϊδέψω τούτες τις μπούκλες που έχω ξεχάσει ποιος ήμουν. Μα δεν είμαι πια ο ίδιος. Είμαι λίγος. Πώς να της το δείξω έτσι ώστε να μην πονέσει. Έτσι ώστε να μην φύγει;  Δεν θυμάμαι πια. Ποιος ήμουν πριν από δέκα γαμημένα χρόνια που παλεύω με μετρήσεις, με τρυπήματα, με εμετούς, με ζαλάδες, με νοσοκομεία με επεμβάσεις.

Με πιάνουν και εκείνα τα νοσταλγικά μα είναι να γελάς δεν έχουνε συνέχεια μεταξύ τους. Θυμάμαι το καλοκαίρι στο Γύθειο με τον Θανάση τον ξάδερφο και το ποδόσφαιρό μας ντάλα ήλιο στην αλάνα. Θυμάμαι ακόμα τον ιδρώτα να στάζει στο πρόσωπο την ώρα που παίρναμε από τον κυρ Σπύρο παγωτό χωνάκι με τρούφα και σιρόπι και πηγαίναμε κάτω από τα αλμυρίκια στην παραλία. Κι ύστερα μου έρχεται η μέρα που έφτιαξα το τελευταίο μαγιάτικο στεφάνι με την μάνα. Τότε κανείς δεν μου είχε πει πως θα ήταν το τελευταίο. Εκείνη το ήξερε. Με πήρε αδύναμη στο χωράφι και μου είπε έλα… θα το φτιάξουμε μαζί φέτος. Με αγκάλιαζε με φίλαγε κι εγώ κούρνιαζα μέσα της. Μάνα. Σε μυρίζω ρε μάνα. Κι άλλες φορές θυμάμαι την Μυρτώ. Πρώτο φιλί. Κάτω από τις αχλαδιές του θείου μου που όλο σκουλήκιαζαν κι εκείνος κατέβαζε διαόλους.  Φιλί με όλη την παιδική γλύκα σαν ζουμερό αχλάδι. Μυρτώ. Ο έρωτας πριν γίνει έρωτας. Το πρώτο άγγιγμά μου πάνω σε άγουρα στήθη. Κι ύστερα ανακατεύονται στο νου εκείνα τα απλά. Μυρωδιά από ένα ζεστό φαγητό, φουρνιστό ψωμί, ιώδιο θάλασσας, καυτή αμμουδιά, κοχύλια στο χέρι, εφημερίδα στο μετρό, καφές παγωμένος.

Ψαροντούφεκο. Γιατί με βασανίζεις έτσι ρε γέρο; Μεγάλωσα πια. Τι μου το θυμίζει πια τούτη η νύχτα; «Βούτα κι εσύ ρε!» άκουσα μια φωνή από μακριά.  Θυμήθηκα… «Όχι», έλεγα πεισμωμένος εκείνη την μέρα. Στον ύπνο μου εκείνο το βράδυ είχα δει ότι βούτηξα και με δάγκασε ένα ψάρι σαν τέρας. Φοβόμουν τόσο που κατούρησα το κρεβάτι. Μάζεψα τα σεντόνια βιαστικά μην με καταλάβει. Ποιος ξέρει τι θα άκουγα μετά. Τι άντρας είσαι εσύ ρε κατουρλή; άκουγα μέσα στην βάρκα σαν φαγούρα στο αυτί. «Δεν θέλω!» του είπα μα εκείνος δεν έδωσε σημασία και με πέταξε μέσα.

Κατέβαινα τρομαγμένος μέσα και πόναγε η καρδιά μου. Κι ύστερα το είδα να έρχεται όπως στο όνειρο. Με πλησίασε στα μάτια και το κοίταξα με δέος. Ο θάνατος ερχόταν καταπάνω μου και εγώ καθόμουν ατάραχος βγάζοντας φυσαλίδες. Μα ύστερα ένιωσα μια λάμψη γύρω μου. Ο βυθός χρωμάτιζε από όλα τα χρώματα. Σαν ένα ουράνιο τόξο πνιγμένο κι εγώ στην μέση μια ιστορίας που έγραφα μονάχα ο ίδιος. Τότε έφτιαξα με τα δυο μου μόνο χέρια ένα Θαύμα. Γράπωσα το ψάρι με τα χέρια και άνοιξα το στόμα μου σαν λύκος. Με δόντια αγριεμένα το δάγκωσα βαθιά ξανά και ξανά κι ύστερα έχωσα το τουφέκι χωρίς να πατήσω την σκανδάλη και το πλήγωσα. Κι εκείνο δεν πάλεψε. Με κοίταξε με τα στρογγυλά του μάτια έντρομο και ξεψύχησε.

Γαμώτο, είπα και πέταξα το ποτήρι στο πάτωμα. Νικητής ρε! Νικητής ρε κωλόψαρο! Θα σε δαγκώσω και πάλι…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

2 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Τις ιστορίες σου τις ζω….η αμεσότητα της γραφής σου με συγκλονίζει κάθε φορά βρε φιλενάδα!Να είσαι καλά την καλημέρα μου!!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σε ευχαριστώ Άννα μου. Αυτήν την ιστορία όταν άρχισα να την γράφω ήξερα ότι ήθελα να την γράψω εδώ και χρόνια. Τα φιλιά μου

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος