Select Page

Ψυχής Μονόλογοι

Ψυχής Μονόλογοι

 

Στους τοίχους του δωματίου 23 της πολυτελούς νευρολογικής κλινικής “Saint Mary” της μικρής πόλης Α…, κάπου στα βόρεια της Νέας Αγγλίας, κυριαρχεί το κόκκινο σε διάφορες αποχρώσεις, άλλες πιο απαλές κι άλλες πιο έντονες. Ακόμα κι οι κουρτίνες, το κάλυμμα του καναπέ, τα σκεπάσματα του κρεβατιού είχαν το κόκκινο χρώμα της φωτιάς.
Η “ένοικος” του, η Κλάρα, περνούσε ώρες ολόκληρες κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, ιδιαίτερα τα απογεύματα, όταν ο ήλιος πήγαινε να γείρει προς τη δύση.
Έτσι και τώρα, καθόταν στην ίδια θέση, με το κεφάλι κρυμμένο στα χέρια της, ψιθυρίζοντας με φωνή που μόλις ακουγόταν: «Απόψε! Απόψε! Απόψε!»
Το δυνατό, διαπεραστικό γάβγισμα ενός σκύλου διέκοψε προς στιγμή τους ρεμβασμούς της.
«Ποιος είναι; Ποιος; Γιατί δεν μ’ αφήνετε ήσυχη, επιτέλους; Παλιόσκυλο, φόλα που σου χρειάζεται! Πώς τολμάς να με ταράζεις;» ούρλιαξε.
Άρπαξε ένα μαξιλάρι και το πέταξε στον τοίχο.
«Χάσου από δω, ψοφίμι! Έτσι και πέσεις στα χέρια μου, αλίμονο σου. Θα σε…»
Έκοψε τη φράση της στη μέση. Μάζεψε το μαξιλάρι και το έβαλε στη θέση του.
«Σε λίγο θα σκοτεινιάσει», μουρμούρισε.
Έβγαλε απ’ το συρτάρι του κομοδίνου ένα κουτί και κάθισε στην αγαπημένη της πολυθρόνα.
«Πώς το λένε αυτό το τραγουδάκι;» αναρωτήθηκε. «Α ναι… έτσι πάει…..

Μια ζωή σ’ ένα κουτί
Μια ζωή με κόκκινο χρώμα…»

Χάιδεψε το κουτί με τα δυο της χέρια.
«Μείναμε μόνοι εσύ κι εγώ! Οι δυο μας!» είπε, ανοίγοντάς το.
«Α χα, τι έχουμε εδώ;» αναφώνησε, βλέποντας τη φωτογραφία πάνω πάνω. «Ο σούπερ-Τζακ με τα μακριά μαλλιά και τα σκισμένα μπλου-τζιν! Τι άντρας! Όλες σφάζονταν για πάρτη του! Όλες!»
Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
«Ανάθεμά σε, Τζακ! Γιατί μου το ‘κανες αυτό; Αφού μπορούσες να έχεις όποια ήθελες, γιατί εμένα; Μου έσπειρες και τον αναθεματισμένο…!! Και τώρα ακόμη, σαν να τους βλέπω, σαν να τους ακούω! Ό,τι έγινε, έγινε! Πρέπει να παντρευτείτε για χάρη του παιδιού! Θα φέρεις στον κόσμο μια ζωή, Κλάρα! Και η δική μου ζωή; Δεν μετρούσε πια;»
Γέλασε νευρικά.
«Ο Τζακ και η Κλάρα, η Κλάρα και ο Τζακ! Κι ο Μπίλι, βέβαια! Πώς μπορούσε να λείπει αυτός; Να χαρώ εγώ οικογένεια! Ο Μπίλι και ο Τζακ, ο Τζακ και ο Μπίλι! Ο Μπίλι το φωτοαντίγραφο του Τζακ! Εν μέρει τουλάχιστον! Γιατί…»
Ανακάτεψε τις φωτογραφίες, μέχρι που βρήκε μια άλλη. Την έφερε στα χείλη της.
«Ήταν διαφορετικός! Δεν του έμοιαζε…στην ψυχή εννοώ! Δεν το έβλεπα τότε, δεν μπορούσα να το δω! Ίσως, δεν το είδα ποτέ! Για μένα ο χρόνος είχε σταματήσει τη μέρα που με “πήρε” ο Τζακ με τη βία! Κι ο Μπίλι ήταν το σημάδι του!! Ήσουν πολύ κλαψιάρης μικρός, Μπίλι! Πού ν’ αντέξει ο Τζακ!! Πού ν’ αντέξω κι εγώ!! Τίποτα δεν ένιωθα…τίποτα δεν ένιωσα! Πάντα…πάντα μου άρεσε το κόκκινο χρώμα! Κι εσύ μου χάρισες ένα κόκκινο φουλάρι και….»
Έβαλε τις δυο φωτογραφίες στην άκρη και πήρε μια άλλη. Τα μάτια της βούρκωσαν.
«Ευλογημένη η ώρα που μπήκες στη ζωή μου, Τόνι, καλέ μου», είπε. «Κοντά σου ένιωσα ξανά γυναίκα και μάνα. Η Λούσι μας, το αγγελούδι μας!»
Χάιδεψε με το χέρι της τη φωτογραφία του Μπίλυ.
«Εσύ, καημένο παιδί, ήσουν κομμάτι ενός παρελθόντος που μισούσα! Δεν μπόρεσα να το ξεπεράσω! Και… και δεν μπόρεσα να δω ότι…!!! Δεν είχα τη δύναμη! Συγνώμη!»
Έσπρωξε το κουτί στην άκρη. Τα γεγονότα των τελευταίων ετών άρχισαν να περνούν σαν ταινία από το μυαλό της.

Ο Μπίλυ και η Λούσι. Δυο αδέλφια. Η παρουσία της Κλάρα τους χώριζε, ενώ θα έπρεπε να τους ενώνει. Ο Μπίλι εισέπραττε την απέχθεια και την αδιαφορία της. Η αγάπη και το ενδιαφέρον της είχαν μοναδικό επίκεντρο τη Λούσι.
Αντίθετα με τη μητέρα τους, η Λούσι λάτρευε τον αδελφό της και του το έδειχνε με κάθε τρόπο. Με το χαμόγελό της, με τις αγκαλιές, με τα χάδια και τα πεταχτά φιλιά που του έδινε. Κι εκείνος γαντζώθηκε πάνω της απελπισμένα, κάνοντας την κέντρο της ζωής και της ύπαρξής του.
Κάποια στιγμή, δεν θυμόταν ακριβώς πότε, η Λούσι άρχισε να πρωταγωνιστεί τις μοναχικές του νύχτες στα όνειρα και στις φαντασιώσεις του. Φορές φορές μια φωνούλα μέσα του τού έλεγε “μη, μη μπαίνεις σε επικίνδυνα μονοπάτια”, δεν έβρισκε όμως τη δύναμη να τιθασεύσει αυτά που ένιωθε, μα ούτε και τολμούσε να τα εξωτερικεύσει.
Του έφτανε να ‘ναι πάντα εκεί γι’ αυτήν και να της γίνεται απαραίτητος. Την πηγαινόφερνε στο σχολείο, τη βοηθούσε με τα μαθήματα κι αργότερα τη συνόδευε σε διάφορα πάρτι.
Μόνο που η Λούσι, μπαίνοντας πια στην εφηβεία, άρχισε να αλλάζει απέναντί του. Όσο κι αν τον αγαπούσε, δεν ήθελε “πανταχού παρόντα” τον μεγάλο της αδελφό. Όπως κάθε κορίτσι στην ηλικία της, ήθελε να μπορεί να βγαίνει, να διασκεδάζει με τις παρέες της και να φλερτάρει, δίχως να αισθάνεται το υπερπροστατευτικό, μα και καταπιεστικό συνάμα, βλέμμα του επάνω της.
Βλέποντάς τη να απομακρύνεται από κοντά του, ο Μπίλυ ένιωθε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Ειδικά τη μέρα εκείνη που την είδε σφιχταγκαλιασμένη να φιλιέται μ’ έναν συμμαθητή της και…
Η αγαπημένη του, η δική του Λούσι, πώς ήταν δυνατόν; Μα ήταν δική του, μόνο δική του.
Έτσι…

Η Κλάρα έσπρωξε το κουτί στην άκρη.
«Η ζωή μου έχασε κάθε νόημα τη μέρα που βρήκα τη Λούσι να… κοιμάται. Εσύ, μ’ εκείνες τις ηρεμιστικές σταγόνες που έπαιρνα, την είχες κοιμίσει… για πάντα», ψιθύρισε. «Ήθελα να βουλώσω τα αυτιά μου, να μην σ’ ακούω -καθώς εκλιπαρούσες τη συγνώμη μου- να μην ακούω τίποτα! Σε καταδίκασαν! Εγώ φταίω για όλα. Αν σου είχα δώσει στοργή κι αγάπη, σίγουρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Δεν θα δενόσουν μαζί της τόσο παθιασμένα, τόσο απελπισμένα. Κι εκείνη ακόμα θα ζούσε. Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω πίσω το χρόνο! Άργησα πολύ! Κι απόψε όλα τελειώνουν!»
Αναστέναξε βαθειά και κοίταξε γύρω της.
«Μπίλι… τώρα θυμάμαι. Φορούσες κι εσύ μερικές φορές κόκκινα χρώματα, για να με ευχαριστήσεις. ΄Άλλο αν εγώ έβρισκα τη συμπεριφορά σου περίεργη! Ήσουν, τελικά, ο μόνος που είχε καταλάβει πόσο λάτρευα το κόκκινο χρώμα».
Έριξε μια ματιά στο ρολόι της κι άρχισε να χτυπά την πόρτα με το χέρι της.
Ίσως έχω ακόμα χρόνο… Προλαβαίνω; Προλαβαίνω; σκέφτηκε.
«Έφυγε! Δεν τον πρόλαβες», ακούστηκε η φωνή ενός νοσοκόμου απ’ έξω.
Ήταν σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη της.
«Όχι, όχι, δε σε πιστεύω», φώναξε η Κλάρα.
Ένα δυνατό γέλιο ήταν η απάντηση.
«Γιατί γελάς;» ρώτησε η Κλάρα με θυμό.
«Έχασες την αίσθηση του χρόνου; Σκοτείνιασε έξω»
Η Κλάρα έτρεξε προς το παράθυρο. Πράγματι, ο ήλιος είχε δύσει.
Από μακριά ακούστηκε πένθιμος ήχος καμπάνας. Η Κλάρα βούλωσε με τα χέρια της τα αυτιά της.
Σταματήστε! Σταματήστε! παρακαλούσε από μέσα της.
Ο ήχος σταμάτησε.
Με δειλά βήματα πλησίασε το κομοδίνο και άναψε το πορτατίφ. Και τότε είδε απλωμένο πάνω στο κρεβάτι της ένα κόκκινο φουλάρι.
Πώς βρέθηκε αυτό εδώ; αναρωτήθηκε.
Το πήρε στα χέρια της και το εξέτασε προσεκτικά. Μα ναι! Ήταν εκείνο το κόκκινο, μεταξωτό φουλάρι που της είχε χαρίσει ο Μπίλι σε κάποια γενέθλιά της, το φουλάρι που είχε παραμείνει ξεχασμένο σ’ ένα συρτάρι στη ντουλάπα της.
«Μπίλι; Μπίλι, γιε μου, είσαι εδώ;» είπε δυνατά.
Έφερε το φουλάρι κοντά στο μάγουλό της, το χάιδεψε απαλά κι ύστερα το φόρεσε στο λαιμό της.
«Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου, σ’ αγαπώ», ψιθύρισε κι έστειλε ένα φιλί στον αέρα.

Οι δυο λευκοντυμένες μορφές παρακολουθούσαν αθέατες σε μια γωνιά του κήπου.
«Συγχώρεσέ με!» ψέλλισε ο Μπίλι με σκυμμένο κεφάλι στην αδελφή του. «Είχα για σένα αισθήματα ανομολόγητα. Σου στέρησα τη νιότη, σου στέρησα τη ζωή».
«Κάτι σαν την ωραία κοιμωμένη ένα πράγμα, μόνο που δεν με ξύπνησε κανένα φιλί εμένα», είπε η Λούσι.
Τον αγκάλιασε και τον φίλησε τρυφερά στο μέτωπο.
«Σ’ αγαπώ, αδελφέ μου, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Πόσο πόνεσες κι εσύ!»
«Σου στέρησα τη νιότη, σου στέρησα τη ζωή», ξανάπε εκείνος.
«Διψούσες γι’ αγάπη….άλλο αν…..»
Ο Μπίλυ δεν μίλησε. Η Λούσι πήρε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά.
«Είσαι έτοιμος;» τον ρώτησε.
Εκείνος έγνεψε «ναι» με το κεφάλι.
Τα δυο αδέλφια κοιτάχτηκαν στα μάτια, χαμογέλασαν κι ύστερα πέταξαν ψηλά.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Σμαραγδή Μητροπούλου

Η Σμαραγδή Μητροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αρχαία Ιστορία στο Cardiff University (Mεγάλη Βρετανία). Είναι, επίσης, διπλωματούχος Δημιουργικής Γραφής (Diploma in Creative Writing) του Κολεγίου Writers’ Bureau (Manchester, UK), ενώ έχει παρακολουθήσει μαθήματα θεατρικής γραφής στο Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου και σκηνοθεσίας στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού. ΄Εχει βραβευτεί από την Πανελλήνια ΄Ενωση Λογοτεχνών για τα θεατρικά της έργα: «Η γη της επαγγελίας» και «Πριν ο ήλιος δύσει». ΄Αρθρα της ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «5+1» του προγράμματος ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ. Μοιράζει την αγάπη της εξίσου στη διδασκαλία και στη συγγραφή ιστοριών. Για επικοινωνία με τη συγγραφέα: smaragdi02@gmail.com & www.facebook.com/smaragdi.mitropoulou

4 Σχόλια

  1. Ιωάννα Μπαλάφα

    Ό,τι κι αν γράψω θα είναι λίγο. Εκπληκτικό, καθηλωτικό. Πολλά συγχαρητήρια

    Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Καθηλωτικό πραγματικά!!!Συγχαρητήρια!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!