Χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο ή ερέθισμα που να δικαιολογεί μια ξαφνική παρέλαση αναμνήσεων, κι ενώ πίστευα ότι είχα μάθει πώς να «κλείνω» τα παράθυρα του παρελθόντος, μεταφέρθηκα νοερά δύο δεκαετίες πίσω, τότε που καθόμουν στο σαλονάκι της γιαγιάς μου πίνοντας ζεστό γάλα με μέλι και μέσα του μπανιάριζα αφράτα μπισκοτάκια κανέλας εμποτισμένα με τη μυρωδιά της. Μια μυρωδιά που περιλάμβανε λίγη tosca άρωμα, απορρυπαντικό tide, τηγανίλα από το μεσημεριανό τραπέζι και… τόσα άλλα που αν τα συνθέσεις όλα μαζί φτιάχνουν τη γιαγιά Ελένη.

«Να σε βάλω λίγο ακόμα τζάνεμ (ψυχή μου);»

«Αν τρώω πολύ θα μεγαλώσω γρηγορότερα γιαγιά;»

«Γιατί μπρε βιάζεσαι να μεγαλώσεις; Μακάρι όλοι να μέναμε παιδιά για πάντα. Ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος» αναστέναζε και τα μάτια της χάνονταν σ’αυτό το λεπτό χώρισμα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Ήξερα πως η γιαγιά μου είχε περάσει άσχημα όταν ήταν μικρή και δεν είχε χαρεί την ανεμελιά και την ασφάλεια που αναλογεί σε ένα παιδί. Είδε το σπίτι της να καίγεται, τον αδελφό της να χάνεται για πάντα κάπου εκεί ανάμεσα στον «συνωστισμό», άκουσε τους θρήνους και τα κλάματα για την βιασμένη εγκατάλειψη της πατρίδας της.

Ο αδελφός της. Δεν σταμάτησε ποτέ να τον ψάχνει και να τον σκέφτεται.

«Τρέχαμε σαν τους τρελούς να σωθούμε, να βρούμε καράβι να φύγουμε. Ο πατέρας με είχε πάρει αγκαλιά και η μάνα μου κράταγε από το χέρι τον Παντελάκο. Χωνόμασταν και σπρωχνόμασταν μαζί με τους υπόλοιπους όταν η μάνα μου ούρλιαξε «το παιδί! Το παιδί χάθηκε!». Κοίταζε το χέρι της να κρέμεται αδειανό και δεν το πίστευε. Ήθελε να ψάξει μα δεν γινόταν. Ο πατέρας μου την τράβαγε απότομα κι εκείνη σπάραζε. Έπρεπε να φύγουμε αλλιώς ήμασταν χαμένοι».

Αχ αυτή η μνήμη! Μοιάζει με μια κακομούτσουνη γραμματέα που αρχειοθετεί το παρελθόν σε μικρά κουτιά ανασύροντάς το από τα συρτάρια της όποτε εκείνη θελήσει. Τα ανακαλεί ή τα κρύβει κατά βούληση. Κι εμείς… εμείς δεν μπορούμε να επέμβουμε. Είμαστε δικοί της. Της ανήκουμε.

Γιαγιά μου είχες δίκιο τελικά. Δεν έπρεπε να βιάζομαι τόσο για να μεγαλώσω!!!

 

_

γράφει η Ιφιγένεια – Ειρήνη Τέκου 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!