Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην βεράντα. Το βήμα του ήταν βαρύ, ένιωθε καταπτοημένος και αδύναμος. Έριξε ένα βλέμμα στην παραλία τρέφοντας μια παράλογη ελπίδα πως κάτι θα είχε αλλάξει. Όχι, τίποτα δεν είχε αλλάξει· η θάλασσα εξακολουθούσε να σαλεύει πηχτή και να έχει αυτή την τοξική πράσινη απόχρωση, στην ακρογιαλιά το κύμα έσβηνε μετακινώντας μπρος πίσω τα κουφάρια μερικών ψαριών, στο τελείωμα του κόλπου το εργοστάσιο ξερνούσε μαύρους καπνούς στηριγμένο στους πελώριους μεταλλικούς βραχίονές του. Χύθηκε στην καρέκλα με τα μαξιλάρια και αναστέναξε από τα βάθη της ψυχής του. Με την άκρη του ματιού του συνέλαβε τον ανοιχτό φάκελο που ήταν παρατημένος στο τραπέζι· το τσεκούρι μιας τελεσίδικης ετυμηγορίας αιωρήθηκε πάνω απ’ το κεφάλι του.

Έκλεισε τα βλέφαρα και ταξίδεψε στην παιδική του ηλικία. Γέλια και ανάλαφρες ομιλίες πλημμύρισαν τα αυτιά του· τώρα δεν υπήρχε κανένα τέρας να βρυχάται μονότονα στη μύτη του κόλπου, η ατμόσφαιρα ήταν διαυγής, ο ήλιος λαμπύριζε στην κρυστάλλινη επιδερμίδα του πελάγους. Ένα καΐκι επέστρεφε από τα ανοιχτά, κάποιος βουτούσε από την ξύλινη εξέδρα. «Έλα ξάδερφε, ρίξε την πέτρα σου να δούμε», είπε μια αγορίστικη φωνή δίπλα του. Έσκυψε και έπιασε ένα πλακουτσωτό βότσαλο και το εκσφενδόνισε οριζόντια στο νερό· ένα αναπήδημα, δύο, τρία…

Άνοιξε τα μάτια του και η ουτοπία καταποντίστηκε στα υπόγεια της μνήμης. Κανείς δεν περπατούσε στην ακτή, μια μπαταρισμένη βάρκα σάπιζε γεμάτη φύκια. Ακόμα και το ηλιοβασίλεμα έμοιαζε άρρωστο, έτσι που το λέρωνε η μουτζούρα απ’ τα φουγάρα.

Μια σιλουέτα πρόβαλε στη μάντρα· δεν κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν γιατί τα μάτια του είχαν μουσκέψει. Σκουπίστηκε βιαστικά και είδε τον άνδρα να δρασκελίζει το κατώφλι του κήπου και να πλησιάζει.

 -Καλησπέρα Χρόνη, είπε ο άνδρας και σταμάτησε στο πρώτο σκαλοπάτι μπροστά απ’ το σπίτι.

 -Γεια σου Θανάση, αποκρίθηκε εκείνος. Για πού το ‘βαλες;

Ο άνδρας έδειξε ένα πωλητήριο που βαστούσε στο χέρι του και κάτι κλειδιά.

-Πάω να κολλήσω αυτό στο σπίτι της Στέλλας και να ελέγξω αν όλα είναι εντάξει, είπε.

-Φεύγει λοιπόν κι αυτή…

-Φεύγει, τι να κάνει. Με παρακάλεσε να κρατήσω τα κλειδιά και να ανοίξω άμα βρεθεί κανένας αγοραστής. Σιγά μη βρεθεί δηλαδή…

-Ερήμωσε ο οικισμός. Εσύ θα μείνεις εδώ;

-Ναι, σάμπως έχω και πουθενά να πάω;

-Έχεις κάτι, ή μου φαίνεται;

-Η αλήθεια είναι ότι είμαι λίγο στενοχωρημένος σήμερα.

-Γιατί, τι έπαθες;

-Ψόφησε το σκυλί μου. Κάτι έφαγε και πρήστηκε. Δεν έπρεπε να το αφήνω να κυκλοφορεί ελεύθερο.

-Κρίμα. Αυτό δεν έφταιγε σε τίποτα.

Μεσολάβησε μια σύντομη και βαριά σιωπή.

-Πώς την κάναμε έτσι την παραλία μας ρε Θανάση; ξανάπε ύστερα ο Χρόνης.

-Πού να ξέραμε ότι θα φτάναμε σ’ αυτή την κατάσταση; Θα έχετε δουλειές μας είπαν, θα αξιοποιηθεί η περιοχή σας, θα πάρετε γερές αποζημιώσεις.

-Δεν ξέραμε, ή δε θέλαμε να ξέρουμε;

-Εσύ το λες αυτό; Ο πρόεδρος της «Επιτροπής Κατοίκων για την Ανάπτυξη»; Χα, χα, που το σκέφτηκες ρε μπαγάσα, άκου κει «Επιτροπή Κατοίκων»!

 Ο Χρόνης σκοτείνιασε και συνοφρυώθηκε· ο Θανάσης συνέχισε να γελάει μ’ ένα γέλιο μοχθηρό και κάπως βεβιασμένο:

-Ήταν ωραίες εποχές τότε, εποχές αγώνα! Ήμασταν και πιο νέοι βέβαια. Θυμάσαι τι κράξιμο είχαμε ρίξει σε κείνους τους εξυπνάκηδες που φώναζαν για το περιβάλλον; Τους δώσαμε και κατάλαβαν· ας πήγαιναν αλλού να κάνουν τα κηρύγματά τους! Ο Θανάσης σοβαρεύτηκε. Ένα δίκιο το είχαν φυσικά, αλλά τι περίμεναν από μας, όλη η χώρα έβγαζε λεφτά τότε, εμείς θα παριστάναμε τα θύματα; πρόσθεσε.

-Και οι πατεράδες μας που έζησαν από το ψάρεμα, τι έπαθαν δηλαδή; είπε ο Χρόνης με σπασμένη φωνή.

-Άσε μας ρε Χρόνη, έχτισες ωραίο σπίτι απ’ αυτή την υπόθεση, αγόρασες καλό αμάξι, έγινες άνθρωπος! Κι εγώ, δε λέω, τα είχα τα τυχερά μου, μα εσύ δεν πρέπει να παραπονιέσαι καθόλου. Μην το παίζεις τώρα μετανιωμένη Μαγδαληνή!

-Όχι, πλέον είναι αργά για μετάνοιες.

Ο Χρόνης έπιασε το φάκελο απ’ το τραπέζι και τον πέταξε στα πόδια του Θανάση. Εκείνος τον σήκωσε από κάτω. «Διαγνωστικό κέντρο…», διάβασε απέξω. Έβγαλε το χαρτί από μέσα και το ξεδίπλωσε· το ονοματεπώνυμο του Χρόνη με την ένδειξη «εξεταζόμενος», ένας πίνακας με νούμερα, ορισμένα σχόλια με αστερίσκους· «…άνωθεν της κοιλιακής χώρας εντοπίζεται κακοήθης μάζα διαμετρήματος…», κατέληγε το μικρό κείμενο που υπήρχε στο κάτω μέρος.

Ο Θανάσης κοίταξε τον Χρόνη εμβρόντητος.

-Με συγχωρείς, δεν είχα ιδέα… ψέλλισε.

-Δε βαριέσαι, κανείς μας δεν είχε ιδέα για τίποτα, αποκρίθηκε ο Χρόνης μ’ έναν πικρό σαρκασμό ζωγραφισμένο στα χείλη.

 

_

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης