Άμλετ

Άμλετ

hamlet

«Να ζεις ή να μην ζεις; Αυτή είναι η ερώτηση. Τι συμφέρει τον άνθρωπο; Να πάσχει, να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές από μια μοίρα που τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος ή να επαναστατεί; Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στο χρόνο; Και τα έργα τα μεγάλα που γι’ αυτά γεννήθηκες; Μονάχα γι’ αυτά γεννήθηκες. Δεν τα τολμάς. Θρύβουν. Χάνονται. Ποτέ δεν θα ονομαστούν πράξεις!!»

Όταν άναψαν όλα τα φώτα της σκηνής και ξέσπασαν τα χειροκροτήματα -αλήθεια πόσο αγαπούσε αυτή τη στιγμή- συνειδητοποίησε πάλι ότι δεν ήταν άνθρωπος, αλλά μονάχα ένας ρόλος. Άφησε τις αισθήσεις του να απορροφήσουν αυτόν τον υπέροχο θόρυβο που έκαναν τα χέρια των θεατών -πελώριες πεταλούδες που φτεροκοπούσαν- που τόσο κολάκευαν τη ματαιοδοξία του, παρόλο που ήξερε πως δεν απευθύνονταν σ’ αυτόν, αλλά στον ηθοποιό. Στον άνθρωπο-ηθοποιό που τώρα υποκλινόταν στη σκηνή και χαμογελούσε στο πλήθος που τον αποθέωνε.

Δεν θυμόταν πόσες φορές ακριβώς ξανάζησε αυτό το γεγονός. Να ενσαρκώνεται ή μάλλον να έχει την εντύπωση ότι μεταμορφώνεται σε άνθρωπο για τρεις περίπου ώρες -τόση ήταν και η διάρκεια της παράστασης- στο πρόσωπο κάθε φορά και ενός άλλου ηθοποιού. Αυτό όμως ήταν μια ψευδαίσθηση. Το γνώριζε καλά. Είχε απόλυτη συναίσθηση αυτής της θεατρικής σύμβασης, αλλά πάντα αφήνονταν να την απολαύσει σαν να ‘ταν μια πραγματικότητα. Και πάντα η απόφασή του θάμπωνε και έσβηνε από την υγρασία της ματαιόδοξης ψευδαίσθησής του, που ξεχνούσε αυτό που τόσο πολύ επιθυμούσε και που τόσο καιρό μεθοδικά προετοίμαζε.

Όπως συνήθως συνέβαινε, έτσι και τώρα, η κόκκινη αυλαία έπεσε και το βιβλίο τον ξανάκλεισε στ’ απόρθητα τείχη του χάρτινου κάστρου του, στο μακρινό και παγωμένο βασίλειο του βορρά. Ήταν μια αίσθηση βίαιη, κάτι σαν δίνη, αλλά ο νους του συγκράτησε για λίγο ακόμα την τελευταία εικόνα: τον ηθοποιό να υποκλίνεται στον ενθουσιασμό των θεατών.

«Δεν είναι ένα θαύμα αυτός ο θεατρίνος που καταφέρνει να κάνει υποχείρια την ψυχή μου σε μια φαντασία; Άθυρμα σ’ ένα πλαστό, ψεύτικο πάθος; Να κάνει πανίσχυρη μια επιθυμία του μυαλού μου κι αυτή να μ’ αλλάζει ολόκληρο; Να δίνει σώμα σε μια ιδέα και από μια ιδέα ν’ αποκτάει σώμα, να παίρνει το δικό μου; Πόσα περισσότερα θα ’κανε αν ήταν εγώ; Αν είχε όλες τις αιτίες που έχω εγώ; Αν το πάθος του ήταν πραγματικό; Λήστεψε τη ζωή μου…», σκέφτηκε και μιμήθηκε μηχανικά με κάποιο συγκρατημένο στόμφο τις κινήσεις του, όπως τον είχε δει να κάνει στην σκηνή ως ρόλος τραγικός. Ύστερα άπλωσε τα χέρια του και άγγιξε την πέτρινη λευκότητα της φυλακής του. Δεν ένιωθε κανένα συναίσθημα, ούτε καν απελπισία, που ξαναβρέθηκε παγιδευμένος μες το καταραμένο αυτό βιβλίο, όπως το τζίνι στο λυχνάρι του Αλαντίν.

Γεννήθηκε βέβαια διαφορετικός και δεν μπορούσε φυσικά να κατηγορήσει γι’ αυτό τον εαυτό του, αφού η ύπαρξη δεν ευθύνεται για την καταγωγή μας. Για τέσσερις περίπου αιώνες όμως, ζούσε ανάμεσα στις ίδιες φράσεις, στα ίδια πρόσωπα, στους ίδιους διαλόγους, στα ίδια γεγονότα και όλα στην ίδια αμετάβλητη σειρά. Την ίδια πάντα είχε ηλικία. Τριάντα; Τριάντα τρία; Τι σημασία μπορεί να ’χει; Εδώ ο χρόνος είναι απών. Απόρθητος από το χρόνο είναι αυτός ο χώρος. Αν ήταν άνθρωπος θα ήταν τετρακοσίων ετών ή κιόλας πεθαμένος. Μήπως τον θάνατο δεν ήταν που ποθούσε περισσότερο; Μόνο που ο θάνατος έχει σφυγμό. Έχει σώμα. Και μες το σώμα σφύζουν οι αριθμοί και οι ρυθμοί του κόσμου. Δεν είναι παραίσθηση. Είναι η ζωή.

Ένιωσε την ανάγκη να κινηθεί. Με τα χέρια του πάντα να σέρνονται πάνω στις υπόλευκες επιφάνειες σ’ όλο το μήκος και το πλάτος του πολύπλοκου παλατιού του, όπως ο Θησέας που προσπαθούσε να βρει την έξοδο στο Λαβύρινθο, περιπλανήθηκε στους διαδρόμους, άνοιξε πόρτες, γύρισε σελίδες, ανεβοκατέβηκε στα υπόγεια και στις ταράτσες και παραμέρισε λέξεις που έφραζαν τα ηλιόλουστα παράθυρα και τις βαριές ξύλινες πύλες σαν σιδερένια κάγκελα κι ατσάλινες μπάρες. Ακολούθησε τις μυστικές διόδους, που κάνουν ορατά τα πιο δυσνόητα νοήματα, μέχρι που έφτασε στον ψηλότερο πύργο. Ακούμπησε αποκαμωμένος στις πολεμίστρες κι αντίκρισε τ’ όνειρό του ν’ απλώνεται μπρος του απέραντο… Ήταν ο κόσμος. Ο κόσμος των ανθρώπων. Εκεί που υπάρχει το θέατρο, δηλαδή το εφήμερο. Αλλά και ο θάνατος, η φθορά. Και ο έρωτας, η αλήθεια. Ο χρόνος, η αλλαγή. Και η μνήμη. Και η λήθη. Η δόξα και η ασημαντότητα. Γι’ αυτό δεν υπάρχει επιστροφή από τον κόσμο των θνητών. Εκεί οι ρόλοι έχουν ημερομηνία λήξης. Το προτιμούσε από τον τρόμο του αιώνιου, την αγωνία της τάξης και το μαρτύριο της ατέρμονης επανάληψης όπου τον είχε καταδικάσει ο δημιουργός του. Δεν ήθελε πια να είναι αυτό που ήταν μέχρι τώρα κι ας τον έκανε να το ξεχνάει το χειροκρότημα του θαυμασμού των θεατών. Ήθελε τόσο απελπισμένα να ξεφύγει, να γίνει αληθινός άνθρωπος, κοινός θνητός. Να δραπετεύσει στον κόσμο και να χαθεί μέσα στην απρόβλεπτη ανωνυμία του. Αυτός ήταν ο σκοπός του.

«… Νόμισες πως μπορείς να με πάρεις στα χέρια σου και να με παίξεις; Πως τα δικά μου χαλινάρια αιώνια ξέρεις να τα κρατάς; Πως μπορείς να ξεσπλαχνώσεις από την επιθυμία μου την καρδιά της; Να με κραδαίνεις; Να βγάζεις όλους τους ήχους μου; Από τον πιο χαμηλό ως τον πιο οξύτερο; Όσους έχει κι αυτή εδώ η κρυμμένη μουσική, η εξαίσια φύση αυτού του αυλού; Αλλά αν με θεωρείς τόσο ανάξιο, κατώτερο κι από φλάουτο, όσο και όπως θέλεις κράτα με. Ποτέ δεν θα με παίξεις», φώναξε οργισμένος τούτη τη φορά κι ύστερα αμέσως καθώς τους ήχους μες τη νύχτα σκόρπιζε ο άνεμος σώπασε τρομαγμένος. «Όλα μου τα ’χει κιόλας δώσει», σκέφτηκε. «Πριν να του τα ζητήσω. Όλα εκτός απ’ τη ζωή μου. Κι αυτά τα λόγια ακόμα, που επαναστατώ, εκείνος τα ’γραψε. Είμαι το κείμενο ενός άλλου. Αλλά δεν θα ’μαι για πολύ εδώ».

Άκουσε βήματα να πλησιάζουν κι αποτραβήχτηκε μες τις σκιές που έρρεαν από τις πολεμίστρες. Μπροστά στο κάστρο ξεπέζεψε ο σκηνοθέτης. Τα λόγια του θρυμμάτισαν την σιωπή της νύχτας καθώς ορμήνευε τον νεαρό ηθοποιό. «Μην σε πανικοβάλλουν όσοι πριν από σένα ερμήνευσαν τον Άμλετ. Ο Λόρενς Ολίβιε, ο Τοσίρο Μιφούνε ή ο Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι. Ξέχνα τους και στο ρόλο αφιερώσου. Σ’ όλα να έχεις ένα κράτημα. Το χείμαρρο να ελέγχεις, την τρικυμία και τον χαλασμό του πόθου σου. Να δίνεις σ’ όλα μια απαλότητα. Το πάθος βγαίνει δυνατό άμα τ’ αδυνατίζεις. Μα αυτό δεν πάει να πει πως στο άλλο άκρο πρέπει να πας και να παίξεις τάχα λιτά. Αδιάκοπα να ελέγχεις το παίξιμό σου. Να βρίσκεις το φυσικό δέσιμο της δράσης με το λόγο. Κυρίως αυτό. Να μην απομακρύνεσαι απ’ τους απλούς τρόπους της φύσης. Η τέχνη δεν ανέχτηκε ποτέ ό,τι είναι έξω από το μέτρο της και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέπτη για να κοιτάζεται η φύση. Αντανακλά την αρετή κι όχι τον ενάρετο. Το πέσιμο κι όχι τον πεσμένο. Εκεί αναγνωρίζει ο καιρός την πραγματική ηλικία του και εμπιστεύεται το είδωλο της μορφής του. Το πάρα πολύ ή το πολύ λίγο θα κάνει ίσως τους αδιάφορους να γελάσουν, οι δίκαιοι όμως θα λυπηθούν. Αυτή τη δικαιοσύνη για την τέχνη να επιζητάς. Μείνε εδώ και δούλεψε σκληρά», είπε ο σκηνοθέτης στον ηθοποιό και έφυγε.

«Είναι ένα έργο τέχνης αυτός ο άνθρωπος. Το σώμα του. Τα μέλη του. Τι όμορφος που είναι. Τις κινήσεις του τις δίδαξε ένας άγγελος. Τις εκφράσεις του ένας θεός. Καθαρόαιμο βασιλικό ζώο», θαύμασε σιωπηλά ο Άμλετ πριν ενδυθεί αυτό το νέο ρούχο. Το λεπτό νευρώδες κορμί με το μελαγχολικό πρόσωπο και τα μεγάλα εκφραστικά μάτια του νεαρού ηθοποιού. Μαζί θα ανακάλυπταν το υπέροχο άγγιγμα της περιπλάνησης. Το στερνό μεγαλείο της ελευθερίας, στιλπνό σκαλισμένο με πύρινο χρυσό. Αυτό το θαύμα που είναι η γη. Τον πολύβουο πολυπόθητο θνητό κόσμο, που είναι γεμάτος με πράγματα που ούτε η φιλοσοφία σας ούτε τα όνειρά σας μπορούν να αγκαλιάσουν.

«Η μοίρα μου αυτή μού κάνει νόημα. Με ακουμπά, με δείχνει και κάνει όλο το σώμα μου να τεντωθεί, ν’ αντέχει», ψιθύρισε ο ηθοποιός νιώθοντας μια ευεργετική ευφορία.

Το κοινό παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την παράσταση, παρόλο που οι πιο θεατρόφιλοι ήξεραν τους μονόλογους απ’ έξω. Κάτι στο ύφος του ηθοποιού, κάτι μικροαλλαγές στο γνωστό κείμενο, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα διαφορετική αλλά ενδιαφέρουσα στην παράσταση. Έτσι, όταν έσβησαν τα φώτα ξέσπασαν χειροκροτήματα, πιο ενθουσιώδη απ’ ό,τι ήταν αναμενόμενο. Όταν τα φώτα ξανάναψαν όμως, φώτισαν μια άδεια σκηνή. Το κοινό εξακολούθησε με »μπράβο» και άλλες επευφημίες να καλεί τον νέο ταλαντούχο Άμλετ στη σκηνή, αλλά εις μάτην. Τα χειροκροτήματα άρχισαν να σβήνουν και το θέατρο άδειαζε σιγά-σιγά, ενώ οι πιο φανατικοί στριμώχνονταν στα παρασκήνια έξω απ’ το καμαρίνι του ηθοποιού, που με μεγάλα και κομψά γράμματα έγραφε τ’ όνομα του ρόλου, ΑΜΛΕΤ -αυτός που το ’κανε, προέβλεψε τη μεγάλη επιτυχία- για να τον συγχαρούν από κοντά. Το καμαρίνι όμως ήταν άδειο. Μάταια οι πιο πεισματικοί περίμεναν περίπου μια ώρα ώσπου ν’ αρχίσουν να αποχωρούν σιγά-σιγά και ένας-ένας. Ο διάδρομος ερήμωσε και στον καθρέπτη που κάνεις δεν κοίταξε έβλεπες αποτυπωμένη την αιτία αυτής της αιφνίδιας, ανεξήγητης κι αδικαιολόγητης αποχώρησης. Στα μεγάλα και κομψά γράμματα διάβαζες ΤΕΛΜΑ.

Τριάντα χρόνια αργότερα, ένας μεσήλικας αλλά ωραίος άνδρας αν και λίγο πλαδαρός, καθισμένος σε μια πολυθρόνα στο λίβινγκ ρουμ ενός ευκατάστατου διαμερίσματος κάπου στο κέντρο της πόλης, προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. Αλλά αυτό δεν ήταν εύκολο για τις περιστάσεις εκείνης της στιγμής. Στον ίδιο χώρο η μικρή του κόρη έβλεπε MTV στη διαπασών, ενώ τα δυο δίδυμα αγόρια του για κάποιο λόγο καυγάδιζαν – πάντα υπήρχε λόγος για να καυγαδίζουν. Η γυναίκα του προσπαθούσε μεγαλόφωνα και στα αγγλικά να εξηγήσει στη Φιλιππινέζα υπηρέτρια που δεν μιλούσε αγγλικά τι πρέπει να ετοιμάσει στο βραδινό τραπέζι για τους καλεσμένους -ήταν η 25η επέτειος των γάμων τους- και η μεγάλη κόρη του διαπληκτιζόταν με το φίλο της γιατί δεν συμφωνούσαν πού θα περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές. Αυτή υποστήριζε ότι η Σαντορίνη είναι πιο βαρετή από τη Μύκονο κι αυτός της εξηγούσε ότι δεν έχει όρεξη να περάσει είκοσι μέρες σ’ ένα νησί γεμάτο »ψώνια».

Ένιωθε το κεφάλι του να γυρίζει. Αυτή τη φορά είχε πλήρη επίγνωση ότι ακόμα κι αν ξέφυγε απ’ το κείμενο του Σαίξπηρ, υπήρξε πάντα θύμα κάποιου άλλου κειμένου, γραμμένο από άλλο συγγραφέα.

«Όχι δεν έχει νόημα, ένας αδέκαστος χρόνος διαλέγει με ακρίβεια όλες τις ώρες. Αυτό που είναι για τώρα, είναι για τώρα. Εκείνο που δεν είναι για μετά, είναι για τώρα. Αν δεν είναι για τώρα, θα είναι για μετά. Σημασία έχει να είσαι πάντα έτοιμος. Η ώρα του τέλους σου δεν έρχεται νωρίτερα από το τέλος σου», σκέφτηκε σχεδόν φωναχτά.

«Πού πάμε, κύριος;» ρώτησε ο σοφέρ του ταξί.

«Δεν ξέρω πού πάμε», απάντησε αυτός. «Ξέρω όμως πού να σου πω να σταματήσεις».

 

(Σημείωση: Στους μονολόγους χρησιμοποιήθηκαν φράσεις από τον Άμλετ του Σαίξπηρ, σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά)

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος
            Σκηνοθέτης - Παραγωγός

 

 

(πηγή εικόνας)

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Από τότε που με θυμάμαι, μουντζουρώνω τα χαρτιά. Η πένα μου το εισιτήριό μου για «όπου». Στο tovivlio.net ήρθα επισκέπτρια και έγινα οικοδέσποινα. Αυτό θα πει ευτυχισμένη συνεργασία! Κάνοντας επιμέλειες κειμένων, τρέφομαι από τις ψυχές των άλλων και από το μεγαλείο της δικής τους πένας, για να φορτίζω τη δική μου. Διηγήματα και ποιήματά μου υπάρχουν στις τέσσερις πολύ επιτυχημένες μας συλλογές: «Μια εικονα…1000 λέξεις» Α&Β τόμος, στις «Τρενογραφίες» και στις "Ιστορίες μπονσάι". Κείμενά μου επίσης "κρεμαστήκαν" στους μήνες του εξαιρετικού Καλλιτεχνικού ημερολογίου της σελίδας στα έτη 2015, 2016 και 2017. Πριν από ένα χρόνο, εκδόθηκε και η πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων μου «23&1 σταθμοί», για να μου επιβεβαιώσει ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα αρκεί να τους φερόμαστε με αγάπη. Το μέλλον κρύβει καινούριους στόχους, νέες συλλογές και ένα μυθιστόρημα που όλο μου ξεγλιστρά και όλο επιστρέφει πιο σίγουρο…

3 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Συνηθίζω να μην είμαι τόσο φειδωλή στα σχόλιά μου (όπως όλοι ξέρουμε!). Μα… κάποια κείμενα, όπως αυτό, μου κλέβουν οτιδήποτε θέλω να πω γιατί απλά το έχουνε ήδη πει από μόνα τους.

    Θα αφήσω μόνο συνοδεία απόσπασμα από αδημοσίευτη σχεδόν πεταμένη συλλογή:

    […]
    Στο τέλος της ιστορίας
    θα προσπαθώ να θυμηθώ εναγωνίως
    Τι έκανα σε εκείνο το χρόνο τον ατομικό
    που δεν πάλευα να κατακτήσω κανένα θαυμασμό
    Πώς έκλεινε η βελούδινη κουρτίνα η αισθαντική;
    Πώς τέλειωνε το έργο που ήμουνα εκείνος ο σπουδαίος;
    Πώς έβγαζα τα ρούχα τα δικά του τα φανταχτερά;
    Πώς ντυνόμουν άραγε την ανυπαρξία μου;
    Τη χάιδεψα, την αγάπησα, της έδωσα αγκαλιά;
    Την ένιωσα καθόλου ετούτη την έρμη; […]

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΩΣ….Το φως ποτε δεν δημιουργει την αισθηση του τελματος!!!!
    Τι υπεροχο κειμενο!Ποσες εναλλαγες συναισθηματων…!Μια στιγμη…μια ζωη μια αιωνιοτητα…Ολα σε εναν και μονο πινακα…ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ..!!!
    Μπραβο σας!!!

    Απάντηση
  3. Μάρθα Δήμου

    Εξαιρετικό!!!! «Αυτή τη φορά είχε πλήρη επίγνωση ότι ακόμα κι αν ξέφυγε απ’ το κείμενο του Σαίξπηρ, υπήρξε πάντα θύμα κάποιου άλλου κειμένου, γραμμένο από άλλο συγγραφέα». Αυτή η φράση ήταν η καταλυτική για την απόφαση του ήρωα. Συγχαρητήρια!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος