Απονεκρωτική ψυχορραγία

Απονεκρωτική ψυχορραγία

eyes_fear

Πηχτό το σκοτάδι κάλυπτε τα πάντα, σαν σπασμένο μελανοδοχείο που γλίστρησε απ’ τα χέρια αφηρημένου ποιητή, και λυσσασμένος ο άνεμος ούρλιαζε σαν φωνητικά που εισβάλουν άγρια σε Rock ’n’ Roll κομμάτι. Άνοιξα τη βαριά σκουριασμένη καγκελόπορτα και κινήθηκα αργά μέσα στην παχιά άχλη, με τα γυμνά πέλματά μου να βγάζουν υγρούς ήχους καθώς σέρνονταν στην παγωμένη λάσπη.
Ανέβηκα τα σάπια ξύλινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην ετοιμόρροπη βεράντα και άνοιξα την πόρτα με την ξεκολλημένη απ’ το πλαίσιο της σήτα, που χτυπιόταν μανιασμένα πάνω στην κάσα λες και προσπαθούσε απεγνωσμένα να απελευθερωθεί απ’ τους μεντεσέδες που την κράταγαν δέσμια και να φύγει, να πετάξει ελεύθερη κολυμπώντας στα ορμητικά κύματα του ανέμου μακριά.
Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό ήταν αποπνικτική και αλλόκοσμη, η μυρωδιά αψιά και διαπεραστική σαν σε θάλαμο νεκροτομείου, ενώ το αρρωστημένο και χτικιάρικο κίτρινο φως που έριχναν απ’ τη γεμάτη υγρασία οροφή οι λιγοστοί γλόμποι που δεν είχαν ακόμα σπάσει η καεί, μαζί με τις μακάβριες σκιές που δημιουργούσαν στον διάδρομο τα κουφάρια τον ψόφιων εντόμων που αποσυντίθενται επάνω στο βρώμικο γυαλί, έπαιζαν θανάσιμα παιχνίδια με τον νου.
Η οικία έγερνε ελάχιστα αλλά αισθητά προς τα δεξιά, λες και ο αέρας την χτυπούσε πάντα από το ίδιο σημείο, η κάποιος ζοχάδας γίγαντας πάνω στα νεύρα του της τράβηξε μια κλοτσιά με τα σκονισμένα και φθαρμένα άρβυλα του, με αποτέλεσμα το αίμα που έρεε βάφοντας χαλκοκόκκινο το κάποτε ανοιχτό κρεμεζί λινόλεουμ, να έχει συσσωρευτεί σε ένα ιδιότυπο και φρικιαστικό ρυάκι κατά μήκος του τοίχου.
Πάνω στους σαθρούς τοίχους κυλούσε αργά αφρίζοντας ένα γαλακτώδες έκκριμα, λες και αιμορραγούσαν κάποιου είδους σηπτικό πύον, ενώ το κρεμώδες μπεζ χρώμα που κάποτε τους κάλυπτε είχε τώρα πια πάρει μια σκούρα σταχτί απόχρωση, σαν το εσωτερικό μιας καμινάδας εργοστασίου που ξερνά θάνατο στο ήδη ετοιμοθάνατο περιβάλλον, και τα στραβά τοποθετημένα πάνω του κάδρα απεικόνιζαν αποτρόπαιες σκηνές ανείπωτης φρίκης, όπως τοξικομανείς που αυτοακρωτηριάζονται, αποτεφρωμένα και κομματιασμένα ανθρώπινα μέλη πάνω σε μεταλλικούς πάγκους εργασίας και δημόσια ουρητήρια και νοσοφόρους δαίμονες με τις αιχμηρές απολήξεις τους παρατεταμένες, να σέρνονται στη γη σαν ερπετά απ’ την κόλαση, ψάχνοντας με τις γλώσσες βγαλμένες έξω από τα στόματα σαν χοντρές φέτες ωμού μπέικον για σάρκα και αίμα.
Πέρα από τους στραβά κρεμασμένους πίνακες υπήρχαν και κάποιοι καθρέφτες, μερικοί ήταν σκεπασμένοι με μαύρα μεταξωτά υφάσματα, ενώ όσοι ήταν ακάλυπτοι δεν αντανακλούσαν τίποτα, λες και αυτό το μέρος δεν υπήρξε ποτέ, αν όμως τύχαινε και η άκρη του ματιού σου έπεφτε πάνω σε έναν απ’ αυτούς, θα έβλεπες πίσω απ’ το χαίνον κενό κυρτωμένες σκιές να περνούν γοργά σαν προσηνείς υποτακτικοί, που ντυμένοι ομοιόμορφα σαν στρατιωτάκια με τις κασμιρένιες και μεταξωτές θηλιές να κρέμονται από τους λαιμούς τους, κατευθύνονται σαν άβουλα σφαχτάρια για να υπηρετήσουν το παγκόσμιο κεφάλαιο.
Δικτυόπτερα έντομα σέρνονταν στους τοίχους και το ταβάνι, ενώ τρωκτικά-φρικιά με ανθρώπινα αυτιά στην πλάτη, τυφλά, και αλλόκοτα ογκώδη, ξεχύνονταν στο διάδρομο από όλες τις κατευθύνσεις, και ή παράβγαιναν στο τρέξιμο ή βουτούσαν στην αιμάτινη πισίνα, σαν αθλητές των πιο σιχαμένων Ολυμπιακών αγώνων.
Προχώρησα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα πάνω στο γλιστερό σαν πίστα πατινάζ λινόλεουμ και στον αριστερό τοίχο δίπλα από ένα μαρμάρινο αρ ντεκό ερμάρι, που πάνω του βρισκόταν ένα μπρούτζινο κηροπήγιο με λιωμένα κεριά, συνάντησα μια μισάνοιχτη δρύινη πόρτα. Πλησίασα νυχοπατώντας για να δω αν υπήρχε κανείς στο εσωτερικό της και αυτό που αντίκρισα μου έκοψε τα γόνατα.
Τρεις γυναίκες, εκ των οποίων οι δύο ήταν ξεθωριασμένες, λες και τις έβλεπες πίσω από μια σι-θρου κουρτίνα, είχαν μόλις τοποθετήσει ένα ανδρείκελο, που μου έμοιαζε εφιαλτικά, μέσα σε μια σιδηρά παρθένο και καθώς την έκλειναν με τα καρφιά στο εσωτερικό της έτοιμα να μπηχτούν στο σώμα, αυτό με κοίταζε παρακλητικά με τα άψυχα του μάτια εκλιπαρώντας για βοήθεια. Οι γυναίκες ακολούθησαν το βλέμμα του ψευδανθρώπου και όταν είδαν που κατέληγε άρχισαν να έρχονται προς το μέρος μου αργά, με προτεταμένα τα χέρια προχωρώντας λες και κινούνταν πάνω σε αόρατες ράγες.
Άπλωσα έντρομος το χέρι μου προς το μεταλλικό σε σχήμα κρανίου πόμολο και αφού το άδραξα έκλεισα την πόρτα με δύναμη και άρχισα να τρέχω στο ωχρό μισοσκόταδο, ενώ τα πάντα γύρω μου άρχισαν να γυρίζουν, να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν σαν ένα τεράστιο πνευμόνι, γλίστρησα και έπεσα στα τέσσερα γεμίζοντας βρώμικο αίμα τα γόνατα και τις παλάμες μου και αφού σηκώθηκα με τη δεύτερη προσπάθεια, γύρισα πανικόβλητoς να δω αν με ακολουθούσαν οι βασανίστριες του ψεύτικου εγώ μου.
Δεν τις είδα πουθενά, η πόρτα δεν είχε ανοίξει καν για να εξέλθουν κι έτσι, αφήνοντας τον αέρα που είχε παγιδευτεί πίσω απ’ το στήθος μου να βγει με έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης, άρχισα πάλι να προχωράω για…. Δεν ξέρω για πού, βασικά δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκα και τι γύρευα εκεί, λες και το μυαλό μου είχε χαθεί μέσα σε ένα είδος απονεκρωτικής αμνησίας.
Το τελευταίο που θυμάμαι είναι να σηκώνομαι γυμνός απ’ το στεγνό εύθρυπτο χώμα, δίπλα από γυμνές συστάδες θάμνων και ξεραμένες φτελιές, ακούγοντας το βραχνό και άτεγκο τερέτισμα των πουλιών της νύχτας, ενώ δεν είχε απομείνει άλλο φως στον ουρανό παρά μια παγωμένη χλωμή αναλαμπή στα δυτικά, νιώθοντας κάτι να με καλεί, να με διατάζει να μπω μέσα σ’ αυτό το σαθρό οικοδόμημα.
Ο στενός διάδρομος έφτασε κάποια στιγμή στο τέλος του, ενώ απ’ τα αριστερά ξεκινούσε ένας νέος, πιο φαρδύς.
Παρέκαμψα ένα σβολιασμένο στρώμα που το είδα λίγο πριν σκοντάψω πάνω του και ξαπλωθώ στην αρχαία σκόνη που κάλυπτε την επιφάνια του και έπειτα προχώρησα πιο προσεκτικά προς το βάθος. Οι τοίχοι αυτού του διαδρόμου ήταν γεμάτοι από σκούρου βιολετί χρώματος κλειστές και αμπαρωμένες με αλυσίδες πόρτες, εκτός μιας και μοναδικής, η οποία ήταν ορθάνοιχτη και το δωμάτιο στο οποίο οδηγούσε ήταν γεμάτο από τσιγκέλια που κρέμονταν απ’ το ταβάνι, με γαντζωμένα άμορφα κορμιά σε πλήρη αποσύνθεση, πάνω στα οποία έρπονταν λευκά σκουλήκια, μακριά και χοντρά σαν μακαρόνια παστίτσιου.
Απέστρεψα αηδιασμένος το βλέμμα μου από το αποτρόπαιο θέαμα, αλλά πρόλαβα πρώτα να δω με την άκρη του ματιού μου έναν παχύσαρκο γυμνό, πέρα από μια τζιν φόρμα εργασίας, άντρα, να χαϊδεύει και να γλύφει πρόστυχα τα κρεμασμένα κουφάρια, αρπάζοντας πού και πού σαν βατράχι με την γλώσσα κάποιο απ’ τα σκουλήκια που μπαινόβγαιναν στα σφαχτά σαν αυτοκίνητα σε τούνελ αυτοκινητόδρομου.
Καθώς πλησίαζα στην φαρδιά μεταλλική πόρτα που βρισκόταν στο τέλος του δεύτερου διαδρόμου, ένιωσα ξαφνικά το στομάχι μου να σφίγγεται, την καρδιά μου να χτυπά φρενιασμένη και το μέρος γύρω μου να κλυδωνίζεται, σαν να βρισκόμουν πάνω σε κάποιο τροχό λούνα παρκ, που ο χειριστής του ξαφνικά τρελάθηκε και άρχισε να παίζει σαν μανιακός με τους λεβιέδες.
Κάλυψα τα λίγα μέτρα που με χώριζαν από την πόρτα, σαν επιβάτης πλοίου που περπατάει στο κατάστρωμα καθώς το δέρνει η τρικυμία, και αφού επιτέλους κάποια στιγμή έφτασα και την άνοιξα, ένα εκτυφλωτικό φασματικό φως ξεχύθηκε από μέσα και με χτύπησε αναγκάζοντας με να οπισθοχωρήσω βίαια από το ξάφνιασμα, να παραπατήσω και να πέσω-βουτήξω μέσα στο λευκό χάος. Προσπάθησα πανικόβλητος να σηκωθώ απλώνοντας μπρος μου τα χέρια σαν τυφλός που έχασε το μπαστούνι του, ενώ ο οδηγός του το έσκασε τρέχοντας με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω προς το μέρος από όπου είχε εντοπίσει αυτή τη λαχταριστή μυρωδιά ψημένων λουκάνικων, και αφού τελικά κατάφερα να σηκωθώ το φως άρχισε να διαλύεται, σαν μην ήταν στην πραγματικότητα φως αλλά ένα είδος ηλεκτρικής ομίχλης.
Το δωμάτιο ήταν μικρό, σαν ένα ευρύχωρο κελί φυλακής και γυμνό από κάθε άποψη, έπιπλα, διακοσμητικά, ζωή. Όταν όμως η ομίχλη καθάρισε αρκετά είδα ότι υπήρχε ένας άντρας καθισμένος οκλαδόν στο κέντρο, έχοντας γυρισμένη την πλάτη προς το μέρος μου. Θα ήταν ίσως πιο σωστό να ανασκευάσω την προηγούμενη δήλωση μου ότι το δωμάτιο ήταν γυμνό από ζωή, αλλά δεν θα το κάνω, γιατί αυτό που απόπνεε ο άντρας στο δωμάτιο ήταν θάνατος.
«Να ’μαστε πάλι εδώ λοιπόν, για ακόμη μια φορά συναντιόμαστε στο ίδιο μέρος, αλήθεια δε βαρέθηκες να χάνεις, να γεύεσαι κάθε φορά την φρικτή ταπείνωση που ακολουθεί την συντριπτική και ολοκληρωτική ήττα; Γιατί αρνείσαι να δεχθείς την πραγματικότητα, γιατί δεν κοιτάς κατάματα επιτέλους την αλήθεια σταματώντας να εθελοτυφλείς» είπε ο άντρας με μια ελαφριά χροιά ιλαρότητας στην ανεπαίσθητα γνώριμη φωνή του.
«Συγνώμη κύριε» είπα εγώ «αλλά δεν σας γνωρίζω, ούτε εσάς ούτε και αυτό το μέρος, βοηθήστε με σας παρακαλώ να καταλάβω τι συμβαίνει, γιατί τα έχω πραγματικά χαμένα και δεν σας κρύβω πως φοβάμαι, φοβάμαι πολύ» αποκρίθηκα.
«Τώρα θα δεις ποιος είμαι ανόητε!» γαύγισε φτύνοντας τις λέξεις αυτός και γυρνώντας εφιαλτικά γρήγορα, με τα φαρδιά κραυγαλέα λευκά ρούχα του, που έμοιαζαν λες και το ηλεκτρικό ομιχλώδες φως που διαλύθηκε νωρίτερα να μετουσιώθηκε πάνω του σε ένα είδος ενδύματος, να θροΐζουν στον μικρό κλειστοφοβικό χώρο σαν γλώσσα ερπετού που σαλεύει μπαινοβγαίνοντας στο φολιδωτό του στόμα.
Τινάχτηκα πίσω λες και με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, κολλώντας την πλάτη μου στον δυσάρεστα μαλακό σαν κελί ψυχιατρείου τοίχο, ενώ αυτό που αντίκρισα στο πρόσωπο αυτού του ανθρώπου μου πάγωσε την καρδιά. Τα μάτια του ήταν τοποθετημένα ψηλά και κοντά το ένα στο άλλο κάτω απ’ το προτεταμένο μέτωπο του, τα χείλη γεμάτα και μεγάλα σαν του Steven Tyler και η μύτη ελαφρώς στραβή και επίπεδη στη ράχη. Με λίγα λόγια, αυτός ο άντρας διέθετε το πρόσωπό μου κι όχι μόνο, το στενό στέρνο, τα λεπτά σα στέκες μπιλιάρδου πόδια, αλλά και η εύθραυστη κοψιά του ήταν δικά μου, αυτός ο άντρας ήμουν εγώ, διάολε! Ακόμα και τα λακκάκια στα μάγουλά απ’ το παρανοϊκό μειδίαμα που στόλιζε το πρόσωπό του ήταν δικά μου.
Όταν επιτέλους ξεκόλλησα το βλέμμα από το πρόσωπό του (μου) είδα πως το αριστερό του χέρι -αριστερόχειρας όπως εγώ, συλλογίστηκα, ζερβός όπως με αποκαλούσε πού και πού ο παππούς μου όταν με έβλεπε να ρίχνω σουτ στη μπασκέτα της πίσω αυλής ή όταν έκανα τα μαθήματα μου, αλλά και όταν με πείραζε ρωτώντας αν είναι δύσκολο να την παίζεις με το αριστερό, και εγώ κοκκίνιζα μέχρι τα αυτιά- έσφιγγε ένα μικρό μαύρο αντικείμενο που δεν άργησα να καταλάβω περί τίνος πρόκειται. Ήταν ένας σουγιάς σε μαύρο ματ χρώμα και με το που το συνειδητοποίησα, αυτός πάτησε με τον λεπτό σαν κλαράκι αντίχειρά του (μου) το κουμπί στην κορυφή της λαβής, και το ελατήριο τίναξε έξω τη στιλπνή ασημένια λεπίδα.
Χίμηξε πάνω μου με την τραχιά μακριά γλώσσα να σέρνεται πάνω στα σκυλόδοντά του (δικέ μου θες οπωσδήποτε οδοντίατρο σκέφτηκα, εκπλήσσοντας τον εαυτό μου με την ξαφνική αυτή διάθεση για χιούμορ) και λίγα εκατοστά πριν μπήξει τη λάμα στην κοιλιά μου, έστριψα απότομα το σώμα μου (του) δεξιά, αυτός κάρφωσε τον αέρα και εγώ απλώνοντας το χέρι μου του άρπαξα τον καρπό και τον έστριψα με όλη μου τη δύναμη. Κάτι έτριξε, η παλάμη του άνοιξε διάπλατα και ο σουγιάς προσγειώθηκε στο πάτωμα.
Έσκυψα αστραπιαία και τον άδραξα την ώρα που αυτός κοίταζε δίχως να μπορεί να το πιστέψει τον παραμορφωμένο του καρπό, και δίχως να το πολυσκεφτώ τον έχωσα με δύναμη στον λαιμό του.
Αίμα άρχισε να αναβλύζει και να με ραίνει σαν το πιο φρικιαστικό τηλέφωνο ντους στον κόσμο, και στη συνέχεια ξεκόλλησα το χέρι μου (του) απ’ τη λαβή αφήνοντας τον (με) να πέσει με γδούπο στο έδαφος.
Μια αψιά μυρωδιά γέμιζε τα ρουθούνια μου και με ανάγκασε να πεταρίσω τα γουρλωμένα μάτια μου που κοίταζαν κοκαλωμένα τον βρώμικο, διάστικτο από μεγάλες και μικρές ρυπαρές κηλίδες, μπεζ τοίχο μπρος μου. Κοίταξα γύρω σαν χαμένος, σαν κάποιος που ξυπνά από ένα άσχημο μεσημεριανό ύπνο γεμάτο δηλητηριασμένα όνειρα, και μετά ουρλιάζοντας πήδηξα από το κρεβάτι με τα τσαλακωμένα σεντόνια και τον σιδερένιο σκελετό στο ξύλινο πάτωμα, έβαλα τα τρεμάμενα χέρια μου στο πρόσωπο σε μια φρικτή παρωδία του πιτσιρικά από το Home Alone και έπειτα συνέχισα να ουρλιάζω.
Τα πόδια μου λύθηκαν και έπεσα με τα γόνατα πάνω στην ξύλινη επιφάνεια, που το μεγαλύτερο μέρος της κάλυπτε ένα σκούρο μεμβρανοειδές ίχνος, έκρυψα μες τις χούφτες το πρόσωπό μου και άρχισα να κλαίω γοερά.
«Δεν πρόλαβα, Θεέ μου δεν πρόλαβα, άργησα για ακόμα μια φορά» μονολογούσα μέσα στα αναφιλητά. Σήκωσα το κεφάλι από τις φούχτες και αφού στάθηκα στα πόδια μου άρχισα να κατευθύνομαι αργά οπισθοχωρώντας προς την πόρτα, κοιτώντας συγχρόνως το τεμαχισμένο γυναικείο κορμί πάνω στα μουλιασμένα απ’ το αίμα σεντόνια, το κομμένο κεφάλι της κοπέλας ήταν ως το σαγόνι καλυμμένο από το πανωσέντονο και με τα άψυχα μάτια του με κοίταγε επικριτικά σαν μου έλεγε «Αυτό ήτανε λοιπόν ε! Έκανες ό,τι έκανες και τώρα γεια σας, adios amigos, ψεκάστε σκουπίστε τελειώσατε! Τουλάχιστον θα με πάρεις τηλέφωνο το πρωί;», η πλάτη μου ακούμπησε στο πόμολο και ούρλιαξα πάλι, γύρισα απότομα και το άρπαξα, το κατέβασα με δύναμη και βγήκα στον κακοφωτισμένο διάδρομο που κοσμούσαν ξεσκισμένες ταπετσαρίες σε ένα απαίσιο τριανταφυλλί χρώμα σαν εμετό κοκκινολαίμη, και έτρεξα, κατέβηκα με πάταγο τα σαθρά μισοφαγωμένα από τερμίτες ξύλινα σκαλοπάτια και αφού προσπέρασα το γκισέ με το ραγισμένο τζάμι και τον λιπόσαρκο υπάλληλο υποδοχής που κοιμόταν σαν αναίσθητος με φόντο τον γεμάτο κλειδιά τοίχο βγήκα στον παγωμένο αέρα και στο χειμωνιάτικο σούρουπο συνεχίζοντας να τρέχω.
Ριπές ανέμου μαστίγωναν το γυμνό κορμί μου και εγώ έτρεχα, έτρεχα, νιώθοντας ένα πυρακτωμένο σουβλί πόνου και απέραντης θλίψης να χώνεται ως τα μύχια της ψυχής μου μονολογώντας «Δεν πρόλαβα, για άλλη μια φορά δεν πρόλαβα.»

-

γράφει ο Χρήστος Πανούδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος