Για τον ορισμό του έρωτα

Για τον ορισμό του έρωτα

Άπειρες οι ώρες αναζήτησης του κατάλληλου ορισμού του έρωτα. Μα πώς άραγε να ορίσει κανείς το κατεξοχήν αόριστο; Γιατί πράγματι είναι στιγμές που νιώθεις τον έρωτα να κατακλύζει όλο σου το είναι και παρασυρόμενος από την ένταση νομίζεις πως μπορείς να τον εξηγήσεις.

Ο έρωτας δεν μπορεί να οριστεί γιατί διαφέρει και μεταλλάσσεται. Αλλιώς ζει μέσα σου όταν είσαι 15 και αλλιώς όταν είσαι 15 ετών και 5 ωρών… Και σκόπιμα λέω ζει, διότι πρόκειται ξεκάθαρα για έναν ζωντανό (παρασιτικό) οργανισμό. Άλλοτε τον καταλαβαίνεις και σε ενοχλεί ενώ άλλοτε τον παρεξηγείς και τον νομίζεις για αόρατο.

Ο έρωτας μπορεί να σε οδηγήσει στο υψηλότερο και ταυτόχρονα στο χαμηλότερο σημείο της ανθρώπινης υπόστασής σου. Μπορεί να γεννήσει μέσα σου τον Θεό ή τον διάβολο. Μπορεί να σε κάνει να νιώσεις την απόλυτη ευτυχία ή την απόλυτη δυστυχία και όλα αυτά μέσα σε κλάσματα ενός δευτερολέπτου. Και το ίδιο απλά, μπορεί αυτό το τόσο μαγικό συναίσθημα μέσα στο επόμενο λεπτό να εξαφανιστεί. Χωρίς να προετοιμάσει και χωρίς να ειδοποιήσει.

Είναι ο καλύτερος φίλος και ταυτόχρονα ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου. Οφείλεις να είσαι έτοιμος για όλα. Πρέπει να τον υποστηρίζεις αλλά πρέπει και να τον φοβάσαι, ενώ έχεις το ελεύθερο να τον μεταχειριστείς όπως θέλεις. Δεν μπορείς να τον διώξεις όμως. Θα φύγει όποτε θέλει εκείνος. Και κανείς δεν σου εγγυάται πως δεν θα ξαναγυρίσει.

Ο έρωτας δεν μπορεί να οριστεί. Όπως δεν μπορεί να οριστεί το πάθος και ο πόθος. Κι ας λένε τα λεξικά και οι φιλόλογοι… Ο κάθε άνθρωπος τον νιώθει και τον εκφράζει διαφορετικά, η κάθε καρδιά χτυπάει σε άλλον ρυθμό, το κάθε μυαλό παράγει άλλες ουσίες και η κάθε ψυχή πάλλεται με διαφορετική δύναμη.

Ο έρωτας δεν είναι σαν την αγάπη ή το μίσος. Δεν είναι ξεκάθαρο, κοφτό συναίσθημα. Ο έρωτας είναι μια μίξη συναισθημάτων, με διαφορετική κάθε φορά δοσολογία. Γι’ αυτό και άλλωστε δεν είναι πρέπον να χαρακτηρίζουμε έναν ερωτευμένο άνθρωπο. Γιατί δεν είναι ατόφιος, ο εαυτός του.

Ο έρωτας κάνει κατάληψη μέσα σου και χρησιμοποιεί όλο σου το σώμα. Άλλοτε σε αφήνει να φας ή να κοιμηθείς και άλλοτε δεν σου επιτρέπει ούτε να αναπνεύσεις. Άλλοτε σε κάνει δυναμικό και απροσδόκητα ζηλιάρη και άλλοτε σε κάνει αδιάφορο και ανίκανο ακόμη και να μιλήσεις. Άλλοτε σου αρέσει η «συγκατοίκηση» μαζί του και άλλοτε μισείς και τον ίδιο σου τον εαυτό για αυτήν.

Ο έρωτας δεν μπορεί να οριστεί γιατί είναι ανούσιος ο ορισμός του. Όπως οι σπάνιες ασθένειες με τις χιλιάδες μεταλλάξεις, έτσι κι αυτός. Δεν είναι πάντοτε ανιχνεύσιμος. Και φυσικά, δεν είναι πάντοτε θεραπεύσιμος. Κι ούτε έχει νόημα να γίνει.

Κάποια πράγματα, υλικά ή άυλα, στάλθηκαν ως δώρο ή ως κατάρα από τον Θεό στον άνθρωπο για να ορίσουν και να γεμίσουν την ανθρώπινη ζωή. Έτσι, ήρθε και ο έρωτας, το κύριο, πρωτεύον, θεμελιώδες και περικλείον όλης της ζωής συναίσθημα. Το συναίσθημα το δίχως λογική και δίχως λόγο.

Κάποιοι προσπαθούν χρόνια τώρα να προσδώσουν έναν ορισμό στον έρωτα. Μα, άραγε πώς να ορίσει κανείς το κατ’ εξοχήν αόριστο;

 

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος