
Γράφει ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος
Ποιος αναγνώστης άραγε δεν έχει διαβάσει το βιβλίο «ΨΥΧΩ» του ROBERT BLOCH ή δεν έχει δει την ομώνυμη ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ;
(Να απαντήσω κι εγώ στην ερώτησή μου;! Ωραία. Μέχρι και πριν από λίγες μέρες λοιπόν, συγκαταλεγόμουν κι εγώ σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες, μιας και σχετικά πρόσφατα κατάφερα τελικώς να ταξιδέψω με το συγκεκριμένο βιβλίο! Όσο για την ταινία, ίσως την επιλέξω στο άμεσο μέλλον. Όταν και θα έχουν κατακαθίσει δηλαδή μέσα μου όσα έζησα κατά την διάρκεια της ανάγνωσης , ώστε να τα χρησιμοποιήσω ως μέτρο σύγκρισης με όσα πρόκειται να παρακολουθήσω στην οθόνη…)
Η έκδοση που προμηθεύτηκα για να συνταξιδέψουμε σε αυτό το άρθρο, συγκαταλέγεται στη σειρά Modern Classics των εκδόσεων PUBLIC ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ RETAILWORLD Α.Ε. . Κυκλοφόρησε το 2018 και είναι σε μετάφραση του Τάσου Νικογιάννη.
Η ιστορία μας ξεκινά αμέσως, δίχως δηλαδή κάποια σχετική εισαγωγή. Ωστόσο το συνοδευτικό, χάρτινο περιτύλιγμα του τόμου περιέχει στα «αυτάκια» του κάποια σχόλια τόσο για τον συγγραφέα όσο και για το ίδιο το έργο.
Στο πρώτο κεφάλαιο γνωρίζουμε τον σαραντάχρονο Νόρμαν Μπέιτς την στιγμή που η μητέρα του τον διακόπτει από την ανάγνωση ενός βιβλίου το οποίο είναι αφιερωμένο στο Βασίλειο των Ίνκας και στις παράξενες συνήθειες τους. Μια απ’ αυτές μάλιστα που τον είχε συνεπάρει, είναι και ο χορός της νίκης. Της επονομαζόμενης «κάχνα». Σ’ αυτό το χορό οι πολεμιστές έκαναν ένα κύκλο θυμίζοντας τις κινήσεις ενός φιδιού, χορεύοντας στους ρυθμούς ενός αποκρουστικού τυμπάνου το οποίο ήταν κατασκευασμένο απ’ το γδαρμένο δέρμα ενός εχθρού….
Καθώς ο Μπέιτς σηκώνει το κεφάλι του από το βιβλίο, ακούει τη γκρίνια της μητέρας του. Αιτία είναι πως δεν άνοιξε ακόμη τα φώτα της πινακίδας του Μοτέλ τους, αλλά και ούτε πήρε τη θέση του στη ρεσεψιόν.
«Ναι, έβρεχε πολύ δυνατά και σκέφτηκα πως με τέτοιο καιρό δεν θα είχε καθόλου κίνηση»[1], ήταν η άμεση δικαιολογία του.
Και είχε ένα δίκιο, μιας και είχε διαπιστώσει πως είχε αρχίσει να φθίνει ο αριθμός των επισκεπτών που περνούσαν από εκεί για να διανυκτερεύσουν. Αιτία ήταν πως όλοι πια πήγαιναν από τον νέο αυτοκινητόδρομο. Γεγονός ωστόσο, το οποίο έκανε την μητέρα του να τον κατηγορεί τόσο γι’ αυτό όσο και για τα πάντα γύρω τους: «Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήθελες να μετακομίσουμε»[2] του έριξε τις ευθύνες κι έπειτα ανέφερε πως «Μισείς τους ανθρώπους. Γιατί, στην πραγματικότητα, τους φοβάσαι, έτσι δεν είναι; Πάντα τους φοβόσουν από κουτσούβελο»[3].
Και το αποκορύφωμα έρχεται όταν η ίδια του λέει πως έχει ανακαλύψει τα κρυμμένα βιβλία στο δωμάτιό του. Εκείνα τα «σκουπίδια» όπως τα αποκαλεί, με τον ίδιο να δικαιολογείται για αυτά πως αφορούν την προσωπική του έρευνα: «Προσπαθούσα απλώς να σου εξηγήσω κάτι. Τα αποκαλούν Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα και σκέφτηκα πως αν αντιμετωπίζαμε λογικά το πρόβλημα οι δυο μας και προσπαθούσαμε να το καταλάβουμε, μπορεί τα πράγματα να έφτιαχναν»[4]…
Στο επόμενο κεφάλαιο γνωρίζουμε την Μαίρη Κρέιν, την οποία η βροχερή νύχτα την οδηγεί κουρασμένη και ξέπνοη στο συγκεκριμένο Μοτέλ. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ταξιδιώτισσα, για την οποία ο συγγραφέας μας αναφέρει αρκετά στοιχεία για την ζωή της. Γεγονότα, τα οποία μας ωθούν να δικαιολογήσουμε εν μέρει τις παράνομες πράξεις της, νιώθοντας μέχρι και συμπόνια για τα δεινά που πέρασε. Παράλληλα, πληροφορούμαστε και τον σκοπό του ταξιδιού της: Να βοηθήσει τον άντρα που αγαπά, ώστε να ζήσουν τη ζωή που τους αξίζει…
Μα ακόμη και η ίδια αγνοεί πως μπορεί να άφησε πίσω της κάποιους σοβαρούς μπελάδες, όμως οι χειρότεροι που θα είχε να αντιμετωπίσει, την περίμεναν εκεί, σε τούτο το μέρος που επέλεξε να διανυκτερεύσει.
Το πρώτο που θέλει εκείνη τη στιγμή όμως είναι να φάει και μετά να ξεκουραστεί. Δεν έχει όμως κουράγιο να οδηγήσει μερικές ακόμη δεκάδες χιλιόμετρα για να βρεθεί στο κοντινότερο εστιατόριο. Έτσι αποδέχεται την πρόταση του Νόρμαν Μπέιτς να φάνε μαζί στο σπίτι που έμενε με την μάνα του, πίσω από το Μοτέλ.
Μια απλή πρόσκληση η οποία έμελλε εν τέλει να ανοίξει τους ασκούς τους Αιόλου, όχι μονάχα για τους προαναφερόμενους ήρωες, μα και για όσους σχετίζονται με αυτούς.
Κι έπειτα όλα παίρνουν μια τρομακτική τροπή, μπλέκοντας τους πρωταγωνιστές στον ιστό ενός παρανοϊκού κόσμου, και κάνοντας τον αναγνώστη ν ‘ αμφιβάλλει μέχρι τέλους για το ποια είναι η πραγματικότητα και ποια τα διαστρεβλωμένα γεγονότα ενός άρρωστου μυαλού.
Η αλήθεια είναι πως κλείνοντας την τελευταία σελίδα το μόνο που άκουγα ήταν το δυνατό καρδιοχτύπι μου. Χρειάστηκα αρκετές στιγμές για να ηρεμήσω. Ίσως «φταίει» που επέλεξα να ολοκληρώσω την ανάγνωση της ιστορίας το ίδιο βράδυ. Έτσι, είχα βιώσει συνεχόμενα, σε λίγες μονάχα ώρες τις σκέψεις, τις χαρές, τις αγωνίες, τα όνειρα και την φρίκη των ηρώων.
Βίωσα έντονα την κάθε σελίδα, μιας και οι σκηνές εναλλάσσονται κινηματογραφικά, απολαυστικά, ανυπομονώντας για την συνέχεια. Σε τέτοιο μάλιστα σημείο, που ως αναγνώστης βρισκόμουν άλλοτε στην κατάσταση της άγνοιας και άλλοτε ήθελα να προειδοποιήσω τους πρωταγωνιστές του βιβλίου για τον κίνδυνο που καραδοκούσε στο επόμενο βήμα τους.
Κοιτώντας ξανά το εξώφυλλο, λέω πως ναι, δίχως άλλο μου μετέφερε έντονα συναισθήματα και προσδοκώ πως θα νιώσετε παρόμοια όταν το ολοκληρώσετε κι εσείς!
Σας εύχομαι καλή ανάγνωση!
[1] Σελ. 10 , «ΨΥΧΩ» του ROBERT BLOCH, Εκδόσεις PUBLIC ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ RETAILWORLD Α.Ε.,2018
[2] Σελ. 12 , «ΨΥΧΩ» του ROBERT BLOCH, Εκδόσεις PUBLIC ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ RETAILWORLD Α.Ε.,2018
[3] Σελ. 13, «ΨΥΧΩ» του ROBERT BLOCH, Εκδόσεις PUBLIC ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ RETAILWORLD Α.Ε.,2018
[4] Σελ. 13-14 , «ΨΥΧΩ» του ROBERT BLOCH, Εκδόσεις PUBLIC ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ RETAILWORLD Α.Ε.,2018






0 Σχόλια