Δίπλα από το σπίτι φύτρωσαν ασπάλαθοι.
Μέσα, πάνω στο κρεβάτι, το όνειρο της νύχτας. Δεμένος χειροπόδαρα να με σέρνουν πάνω σ’ εκείνα τα φυτά.
Ξύπνησα κουρέλι.
Έτσι πληρώνεις τα κρίματά σου, η φωνή.
Κοίταξα από το παραθύρι. Η θάλασσα είχε κρυφτεί από την τσιγγάνα. Άσκεφτα της άπλωσα το χέρι.
Παντού θάνατος! την άκουσα.
Το μεσημέρι κατέβηκα στην αγορά. Να ξεφύγω. Είναι κάτι που κάπως το καταφέρνω τον στερνό καιρό. Κάποιος πουλούσε ψάρια. Δεν τον έβλεπα, μονάχα η φωνή του κάλυπτε τον άπαντα θόρυβο.
Είναι λαχτάρα, του κάνω.
Ζωντανά είναι, μου λέει.
Ζωντανή λαχτάρα! Και η πίκρα μου γέλασε.
Πήρα ένα κιλό.
Μου φτάνει, είπα. Μοναχός μου είμαι. Και δυο γάτες. Μας φτάνουν.
Το ίδιο βράδυ ξανάρθες. Είχες ένα τριαντάφυλλο στα μαλλιά περασμένο και στα χέρια ζουμπούλια. Βρήκες ένα ποτήρι και προσπαθούσες να τα τακτοποιήσεις. Το χαμόγελο στο πρόσωπό σου γέμιζε ένα λακκάκι. Μοναδικό.
Έκανα πως έγραφα. Σε παρακολουθούσα. Ήξερα πως σαν πίστευες πως τα είχες όλα καλώς καμωμένα θα περνούσες να με φιλήσεις.
Θα ερχόσουν και πάλι την άλλη μέρα. Κάποια της ώρα.
Σε θυμάμαι να μου λες, σκέπασες όλους τους καθρέφτες!
Ήτανε τις πρώτες μέρες. Μετά σταμάτησες να εμφανίζεσαι την κάθε ώρα. Έρχεσαι μια στιγμή, τακτοποιείς τα ζουμπούλια ή φέρνεις άλλα. Ζωντανά.
Πάντα έρχεσαι απρόσμενα. Και φεύγεις μ’ ένα φιλί. Ίσως και μ’ έναν λόγο.
Πάλι μόνος;
Έχω εσένα, σου ψιθυρίζω.
Γέλασες.
Έπαψες να με επισκέπτεσαι.
Εκεί που υπήρχαν ανεμώνες φύτρωσαν ασπάλαθοι. Έτσι τώρα τιμωρούμαι.
Γέλασες.
Μην κι έφταιγες εσύ;
Γλιστρούσε απαλά ο δρόμος. Είχε ψευτοψιχαλίσει. Γλίστρησε απαλά το αυτοκίνητο. Μετά σκοτοδίνη. Τρόμος. Γιατί να χτυπήσει από την πλευρά σου στο κιγκλίδωμα;
Πλαγιάρι 26/4/2026
_
γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας








0 Σχόλια