Κάτω απ’ τη στέγη την υγρή,
φωτιά που καίει την ψυχή,
που ερήμωσε ριζώνοντας για πάντα σ’ έναν τόπο.
Ανάμεσα στα φύλλα,
η ανάμνηση τραβάει την κατρακύλα.
Σε δένει ακόμα πιο πολύ
με ζοφερούς καιρούς τις Κυριακές του Μάρτη,
κάτω απ’ τις συννεφιές
που εκεί διαγράφονται ισχνά
του εθίμου οι αετοί.
Δεν είν’ αμέτρητα τα χρόνια,
οι καταιγίδες δεν ξεπλένονται,
ανάβουν.
Σαν το κερί σιγά σιγά βουλιάζουν,
στις μυρωδιές που άξαφνα φτάνουν
τις ήσυχες στιγμές που ο ήλιος όλο και θαμπώνει.
Ίσαμε να ‘ρθει χιόνι κι έκρηξη μια,
μοναδική.
Τις μνήμες να σκεπάσει,
τη γιορτή
Που ουδέποτ’ εκτιμήθηκε
θαμμένη στων προγόνων τη ντροπή.
Στις σκυθρωπές ματιές τους,
τις υγρές.
Στης όψης τις γωνίες,
στου απομεσήμερου τις φλυαρίες
πάνω από κανάτες άδειες,
που ιστοί τις κέντησαν αράχνης
στην ψυχή.
Ώσπου κι αυτή στη δύση της να φτάσει
την κρυφή,
κάποια μουντή Δευτέρα,
μέρα που ανοίξαν για τα ξένα οι ουρανοί.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια