Η γιορτή

Η γιορτή

gun

Και τώρα τι;
Τι μένει να κάνω; Δεν τελείωσαν όλα;
Όλα;
Και το γαμώτο είναι που δεν ξέρω γιατί τα πράγματα πήραν αυτήν την τροπή. Τι έφταιξε Θεέ μου, τι;
Αλλά τι ρωτώ; Μη και πρόκειται ποτέ να μου απαντήσεις;
Κι ένα βόλι, ένα και μόνο αλλά καίριο, στο κέντρο της καρδιάς, έφερε το αιώνιο σκοτάδι, όχι μόνον σε σένα που “έφυγες” αλλά και σε μένα που έμεινα (γιατί τάχα έμεινα;) να αναρωτιέμαι ξανά και ξανά, το γιατί.

Ήταν μέρα γιορτής. Η παρέα, δέκα άτομα όλα και όλα, φίλοι και γνωστοί μεταξύ μας. Κάθε τέτοια ημέρα συναντιόμασταν σπίτι μου, θαρρείς και δίναμε ραντεβού. Όλες οι φορές και η κάθε μια απ’ αυτές πανομοιότυπες, σαν σε καρμπόν. Η μόνη κάποια διαφορά ήταν πάνω μας, επάνω σε όλους μας, η γνωστή άχαρη πατίνα του Χρόνου, που έκανε τον καθένα μας να λέει απορώντας ενδόμυχα: “Μα γιατί άλλαξε τόσο πολύ ο Νίκος, η Ειρήνη, και οι λοιποί; Γιατί αφέθηκε έτσι ο Νάσος, πώς και του έφυγαν και τα λίγα μαλλιά που του ’χαν απομείνει και πώς η Μίνα επέτρεψε στον εαυτό της να πάρει τόσα κιλά;” Αναρωτιόμασταν, μην υπολογίζοντας ότι οι φίλοι και για μας τις ίδιες απορίες θα είχαν οπωσδήποτε. Ο Χρόνος είναι αδυσώπητος για όλους.
Όλα τα ίδια λοιπόν και απόψε. Μόνο που έτσι ξεκίνησε η γιορτή, για να καταλήξει τελείως αλλιώτικα και δυστυχώς τόσο δραματικά.
Όπως προείπα, ήμασταν δέκα όλοι κι όλοι. Ο Διονύσης κι εγώ, οι οκτώ φίλοι μας. Ποιος από τους εννέα μας πήρε τη ζωή του Διονύση; Το μπαμ που ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι που επικράτησε για ένα τουλάχιστον λεπτό, με το ρελέ κατεβασμένο στον ηλεκτρικό πίνακα, από ποιον μας είχε την αφετηρία του και γιατί; Αυτό το “γιατί” που τώρα κειτόταν πεσμένο ανάσκελα στο κέντρο το σαλονιού, μπροστά μας.
Απόρησαν όλοι πώς και δεν είχαν καταλάβει ότι τόσο θανάσιμο μίσος ελλόχευε ανάμεσά μας και κατάφερε να μην γίνει αντιληπτό από κανέναν μας.
Άβυσσος η ψυχή τ’ ανθρώπου…
Η αστυνομία ειδοποιήθηκε όχι μόνον από την παρέα, αλλά και από τους γείτονες που όσο να ’ναι είναι σε θέση να ξεχωρίζουν μια τουφεκιά από όλους τους άλλους θορύβους, όπως π.χ. το σκάσιμο ενός λάστιχου αυτοκινήτου που είναι ο κοντινότερος συγκρίσιμος ήχος μ’ αυτόν ενός πιστολιού. Κατέφθασαν αστραπιαία.
Διέταξαν να μην πειράξουμε τίποτα και εξυπακούεται να μη φύγει κανείς. Εννέα άτομα σε καραντίνα, συν καμιά δεκαριά άντρες της σήμανσης και άλλων ειδικοτήτων, ο Εισαγγελέας και άλλοι. Πλήθος…
Ευτυχώς το σπίτι άνετο και αυτό ήταν καλό για την πεσμένη ψυχολογία όλων μας. Εφιαλτικό πάντως έτσι κι αλλιώς. Εννέα φιλικά άτομα και ανάμεσά τους ένας δολοφόνος. Και ένοχοι ή αθώοι να αναρωτιούνται ποιος μισούσε τόσο θανάσιμα τον μακαρίτη τον Διονύση.
Ο Ανακριτής, ένας σχετικά νέος στην ηλικία άντρας με μοντέρνο ντύσιμο και επίσης μοντέρνο κούρεμα μαλλιών, χώρισε τη παρέα των εννέα σε τριάδες κατ’ αρχήν και άρχισε να παίρνει τις πρώτες καταθέσεις ίσως για να σχηματίσει μια αδρή εικόνα έστω.
Μετά κατέταξε όλους σε μονάδες και τελικά έβαλε και τους εννέα μας μαζί, δίνοντας τον λόγο σε όποιον εκείνος θεωρούσε αναγκαίο. Σε μία ώρα είχε τελειώσει το έργο του, κάνοντας όπως μας βεβαίωσε, μία ικανοποιητική αρχή.
«Κυρίες μου και κύριοι δεν σας ανακοινώνω κάτι καινούργιο, ούτε κάτι το ενθαρρυντικό. Μα πρέπει να σας πω ότι κάποιος από σας τους εννέα αφαίρεσε τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Δεν ξέρω ακόμη ποιος είναι αυτός ο αξιότιμος κύριος ή η κυρία, αλλά πιστέψτε με ότι δεν θα είναι δύσκολο για μένα να τον/την βρω. Ήδη, μια αμυδρά υποψία την έχω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα σας την αποκαλύψω, μη όντας σίγουρος 100%.»
«Κυρία Απέργη» είπε απευθυνόμενος στην οικοδέσποινα, (εμένα δηλαδή) «μιας και δεν υπάρχει οικιακή βοηθός, θα σας θερμοπαρακαλούσα αν είναι δυνατόν, να φτιάξετε καφέδες για όλους μας. Η νύχτα απόψε φοβάμαι θα είναι μεγάλη. Το κονιάκ το παίρνουμε και μόνοι μας, το έχουμε όλοι ανάγκη αν και εν ώρα υπηρεσίας δεν επιτρέπεται. Μην ενοχλείστε, το μπουκάλι το βλέπω στο μπαρ, πέστε μου μονάχα, πού υπάρχουν ποτηράκια…»
Πήγα να φτιάξω τους καφέδες. Τρεις φορές σέρβιρα καφέ αλλά και τις τρεις φορές δεν τα κατάφερα να βρω τον στόχο μου, τα φλιτζάνια δηλαδή, από το τρέμουλο των χεριών μου. Βρώμισα τον τόπο και τελικά φώναξα την κολλητή μου φίλη την Ειρήνη, να επιμεληθεί του θέματος. Για μένα ήταν αδύνατον. Τι φοβερά συναισθήματα με διακατείχαν! Ο άντρας μου νεκρός στο πάτωμα, σκεπασμένος ολόκληρος με ένα άσπρο σεντόνι. Μόλις τον μετέφεραν στο διπλανό δωμάτιο έως ότου τον πάρουν οι τραυματιοφορείς. Στο απαστράπτον παρκέ του σαλονιού δεν έμεινε παρά το περίγραμμα του σώματός του με κιμωλία, όπως είθισται να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η μεταφορά θα γινόταν μόνο όταν ο κύριος Εισαγγελέας το επέτρεπε.
«Καημένε Διονύση! Ο μόνος που δεν τρέμει εδώ μέσα είσαι εσύ!» σκέφτηκα με φρίκη…

Εμείς οι εννέα κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον με φανερή καχυποψία και μέσα σε τόσο λίγη ώρα καταφέραμε να γίνουμε από φίλοι, μισητοί ξένοι, ένα κατόρθωμα για το οποίο δεν θα έπρεπε να ήμασταν ιδιαίτερα υπερήφανοι.

Ποιος λοιπόν από όλους κέρδιζε από το θάνατο του Διονύση;
Για να τους πάρουμε έναν-έναν, με την σειρά, αρχής γενομένης από την υποφαινόμενη, τη σύζυγο δηλαδή του νεκρού.
Γάμος από τρελό έρωτα. Γνωρίστηκα μαζί του στα τρυφερά χρόνια της νιότης, αγαπηθήκαμε πολύ.
Κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι ο Διονύσης είχε παράλληλες σχέσεις και έκανα την μεγάλη βλακεία, μη θεωρώντας τις σημαντικές, να εθελοτυφλώ. “Άντρας χωρίς τις κουτσουκέλες του δεν υπάρχει” έλεγε η συγχωρεμένη η προ-προ-γιαγιά μου. Μα ήταν και οι εποχές άλλες βρε γιαγιά… Μα ο Διονύσης είχε τη γνώμη της γιαγιάς μου και ίσως και της δικής του γιαγιάς, και άφησε την κατάσταση να επιδεινωθεί έχοντας και τη δική μου ανοχή. Μέχρι που φτάσαμε να έχει μακροχρόνιο δεσμό με μια “φίλη” μου και μάλιστα φημολογείτο ότι είχαν και παιδί. Δεν καταλήξαμε στο χωρισμό. Και κακώς κάναμε.
Σε μια εκ βαθέων συζήτηση, μου αποκάλυψε τα του δεσμού και του εφήμερου “ανόητου πάθους” όπως το χαρακτήρισε, που πάει και τελείωσε. Δεν ανέφερε λέξη για απογόνους και τελείωσε λέγοντας ότι εγώ ήμουνα και θα είμαι η βασίλισσα της καρδιάς του για πάντα και άλλα τέτοια βαρύγδουπα και χαζά. Ερωτευμένη ήμουνα, μα χαζή όχι. Δεν αλλάζει τόσο εύκολα ούτε συνήθειες ο άνθρωπος ούτε χαρακτήρα. Μήπως και δεν το ήξερα αυτό; Μα οι άντρες σ’ αυτά τα λόγια είναι εύκολοι για να γίνονται πιστευτοί και να χρυσώνουν το χάπι της προδοσίας και κάπως να λειάνουν τις αιχμηρές γωνιές του κέρατου που φυτεύουν αναιδώς στο κούτελο της λεγόμενης νόμιμης συμβίας τους. Γνωστά αυτά.
Φίλοι και γνωστοί μας, απορούσαν με τη δική μου ανοχή. “Μα δεν νιώθει ταπεινωμένη, προδομένη και χαζή;” αναρωτιόντουσαν με οίκτο, μη γνωρίζοντας βέβαια τι λούκι ήταν αυτό που περνούσα μόνη μου! Μα τι να έκανα; Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνον… Και βέβαια, αυτό ήταν το λάθος μου που εκείνος το γνώριζε καλά και βάδιζε πια εκ του ασφαλούς. Το κύριο ερώτημα είναι: Μόνον εγώ δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνον, ή και κάποια άλλη εξίσου ερωτευμένη σαν εμένα με τον Καζανόβα μας;

*

Στην παρέα των εννέα και η πέτρα του σκανδάλου και δικός μου εφιάλτης. Εκείνη. Η άλλη. Το πάθος. Η ερωμένη. Το αίσθημα!
Όσο βρισκόμαστε μαζί, στην ίδια συντροφιά, δεν άφηνε να φανεί ίχνος, όχι δεσμού, αλλά μιας επιπλέον του επιτρεπτού οικειότητας. Το ύφος της από αδιάφορο μέχρι ψυχρό. Τέλεια ηθοποιός; Ή ήταν φήμες η όλη ιστορία; Πριν βέβαια ο Διονύσης μου αποκαλύψει τα πάντα, πράγμα που δεν ξέρω αν εκείνη γνώριζε. Οπότε άδικα η παράσταση, προς εμένα τουλάχιστον. Ο σύζυγος της κυρίας, άραγε γνώστης του “τετραγώνου”, ποιών και αυτός την νήσσα σαν και μένα ή είχε μέσα στον άκρατο ανδρικό ναρκισσισμό του τελεία άγνοια επαληθεύοντας τη ρήση ότι ο σύζυγος το μαθαίνει το κέρατο όταν αυτό πια δεν μπορεί να μείνει κρυφό άλλο, τουτέστιν τελευταίος…
Τα άλλα τρία ζευγάρια που το μοιραίο βράδυ του φόνου βρίσκονταν στο σπίτι μου ήταν όπως προείπα, η κολλητή μου φίλη η Ειρήνη με τον άντρα της…Επιτρέψτε μου να σημειώσω εδώ, ότι η Ειρήνη, μου είναι αφοσιωμένη όπως ήταν και στον Διονύση πριν γίνει γνωστή η ιστορία με την ερωμένη του.
Γιατί, από κει και ύστερα, ήταν όχι απλά θυμωμένη μαζί του, αλλά μετά βίας την συγκρατούσα να μην του ορμήσει. Έγινε η υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του.
Όλη της η αγάπη, η αφοσίωση, η εκτίμηση, η φιλία, μεταλλάχθηκαν σε μίσος, θαρρείς και ο Διονύσης εκπροσωπούσε όλο τον φαλοκρατικό δεσποτισμό τον δεδικασμένα επιτρεπτό, του “ου μοιχεύσεις” αλλά μόνο από την πλευρά της γυναίκας! Τον σιχάθηκε και δεν δίσταζε να μου το λέει σε κάθε ευκαιρία, πολλές φορές παροτρύνοντάς με να τον στείλω στο διάολο, και αν ήταν εφικτό και πιο πέρα, καλή ώρα όπως έγινε απόψε.
Η καλή μου η Ειρήνη, έκανε τα πάντα να μου γλυκάνει τον πόνο. Όποιος δε από την συντροφιά πετούσε κάποιο υπονοούμενο τον αποστόμωνε άγρια, μόνο και μόνο για να μην ενοχληθώ εγώ. Φίλη πιστή, αληθινή, η καλύτερη. Μα για να είναι αυτή που ο καθένας θα νόμιζε ίσως για δολοφόνο του αξιότιμου συζύγου μου, πολύ απείχε. Όχι. Αυτή δεν ήταν ικανή για κάτι τέτοιο.

Το έτερο εκ των δύο ζευγών ήταν ο αχώριστος φίλος του Διονύση μετά της φιλενάδας του, φανερής ερωμένης του. Σε διάσταση με τη νόμιμη σύζυγό του και μητέρα των τεσσάρων παιδιών τους ο αθεόφοβος. Ο εν λόγω κύριος από την στιγμή του φόνου, δεν είχε βγάλει μιλιά. Στον ανακριτή αναγκαστικά άνοιξε το στόμα του και εκείνα που έμεσε εναντίον μου, με άφησαν κατάπληκτη, γιατί αφελώς νόμισα ότι με συμπαθούσε! Εστράφη εναντίον μου και αυτό το διοχέτευσε ευθαρσώς στον ανακριτή. Γι’ αυτόν, πέραν κάθε αμφιβολίας, ήμουν εγώ η ένοχη.
Και τελευταίο ζευγάρι, ήταν δύο γνωστά μας παιδιά, του Διονύση και δικά μου που μας τιμούσαν με την επίσκεψή τους την ημέρα της γιορτής, και αυτή ήταν όλη και όλη η επαφή τους μαζί μας και με τους υπόλοιπους της συντροφιάς, ή έτσι νομίζαμε. Ήταν κατάχλωμοι, καταρρακωμένοι και συνεχώς δακρυσμένοι και ίσως οι μόνοι που έδειχναν τη συγκίνηση τους για την απώλεια του ανθρώπου και όχι για το ποιος του αφαίρεσε τη ζωή.


«Ποιος λοιπόν από σας τους εννέα, αγαπητές μου κυρίες και κύριοι;» Ρώτησε ο νεαρός ανακριτής ακουμπώντας με κάποιον όχι και τόσο ευγενικό τρόπο το πιατάκι του καφέ με το φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι, αφού είχε στραγγίξει και την τελευταία γουλιά, που προσδοκούσε να τον κρατήσει ξύπνιο αυτή την παράξενη νύχτα που ούτε η πρώτη και ασφαλώς ούτε και η τελευταία παρόμοια θα ήταν στην καριέρα του. «Δεν περιμένω βέβαια να είμαι τόσο τυχερός ώστε ο δολοφόνος να έρθει και να μου το ομολογήσει. Τυχερός δεν είμαι, ειδικός όμως σε εξιχνιάσεις τέτοιου τύπου, σίγουρα ναι. Σας το υπογράφω ότι αύριο μέχρι αυτή την ώρα το αργότερο, το θέμα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί λήξαν. Γι’ αυτό, συμβουλή μου προς τον ένοχο, είναι να ομολογήσει το έγκλημα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, για να τύχει από τον δικαστή ευνοϊκότερης αντιμετώπισης. Αν δε, ο λόγος της δολοφονίας είχε και κάποια σοβαρή δικαιολογία εκ μέρους του θύτη –ξέρει αυτός για τι πράγμα ομιλώ— συνεπικουρούμενη και από τον πρότερο έντιμο βίο, η μεταχείριση θα είναι σαφώς ευνοϊκότερη. Ο φόνος βέβαια, για όποιον λόγο, και αιτία δεν είναι μια θεάρεστη πράξη, μα και ο δικαστής άνθρωπος είναι, δεν είναι ρομπότ και τις ευαισθησίες του τις έχει. Σε κάθε περίπτωση ο ένοχος ας σκεφτεί αυτά που είπα και δεν θα βγει ζημιωμένος.
Τελειώνοντας αγαπητοί μου να σας πω ότι δεν θα φύγει κανείς από τους εννέα σας από τούτο το σπίτι για απόψε τουλάχιστον. Κατανοητό; Δύο αστυφύλακες θα μείνουν μαζί σας και το πρωί τα ξαναλέμε. Ελπίζω ο δολο… ο θύτης να πω καλύτερα, να με καλέσει μέσα στη νύχτα. Θα βρίσκομαι στο Αστυνομικό Τμήμα και ιδού το απόρρητο τηλέφωνό μου στη διάθεσή του μόνο για απόψε. Θα περιμένω…» Και ο νεαρός ανακριτής ρουφώντας με πάταγο θα λέγαμε, την απολαυστική τελευταία γουλιά του κονιάκ των 7 αστέρων, απεχώρησε μεγαλοπρεπώς.


Μεταξύ μας επικράτησε έκδηλη αμηχανία. Πώς θα περνούσε η φοβερή τούτη νύχτα; Για να θελήσει κάποιος να κοιμηθεί φάνταζε απίθανο βέβαια. Από την άλλη, για να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε, με την καχυποψία που βασίλευε πάνω από τα κεφάλια μας σαν μαύρο απειλητικό σύννεφο, κομματάκι απίθανο. Και ποιος να πει τη γνώμη του χωρίς να φοβηθεί μήπως και γίνει στόχος και δευτερώσει το κακό; Επομένως και οι εννέα ήμασταν εν δυνάμει φονιάδες και η ρετσινιά θα έφευγε από όλους όταν και εάν βρισκόταν ο ένοχος. Μάλιστα. Και μακάρι αυτό να γινόταν όπως είχε προβλέψει ο ανακριτής, γιατί αλλιώς άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι μαύρο φίδι που τους έφαγε όλους. Και οι περισσότεροι όλο και κάποιον λόγο είχαν για να βγάλουν τον Διονύση από τη μέση.
Και συ κουτέ ανθρωπάκο, που νόμιζες ότι ήσουν κοσμαγάπητος! Έτσι δεν έλεγες σε όλους τους τόνους; Δες πόσο κοσμαγάπητος ήσουν! Ούτε ένα δάκρυ μωρέ, ακόμη και από τον κολλητό σου. Για φαντάσου!

Κάποια στιγμή κάποιος έριξε την ιδέα να παίξουμε χαρτιά.
Δεν του απάντησε κανείς.
Κάποιος άλλος πρότεινε μια γερή παρτίδα σκάκι, έτσι όπως το έβλεπε απλωμένο, θαρρείς και τους καλούσε, πάνω στο κομψό τραπεζάκι στο πλάι του τζακιού.
Ούτε που κουνήθηκε κανείς. Μόνο τα πνευματικά παιχνίδια μας έλειπαν στα χάλια που ήταν το μυαλό μας.
Κάποια από τις κυρίες πρότεινε να παραγγείλουν πίτσες, δεν θα πέθαναν και αυτοί, από την πείνα έστω…
Μα βρε κυρά μου πώς να έχεις όρεξη για φαγητό με έναν νεκρό στο διπλανό δωμάτιο που άγνωστο γιατί, ακόμη δεν τον είχαν πάρει.
Μια άλλη κυρία και μόνο στο άκουσμα φαγητού πετάχτηκε από τη θέση της με κατεύθυνση το μπάνιο, φως φανάρι τι πήγαινε να κάνει εκεί. Να αδειάσει το στομάχι της φυσικά, όχι να του φορτώσει και άλλο!
Και τέλος, κάποιος είπε να δουν μια ταινία που διάβασε ότι ήταν ενδιαφέρουσα, αλλιώς πώς θα περνούσε η νύχτα αυτή;
Τι άτιμος που είναι και ο Χρόνος, να μη λέει να κουνηθεί από τη θέση του.
Π.χ.: «Ισιδώρα χαλασμένο είναι το εκκρεμές;» ρώτησε η Ειρήνη. « Τόσην ώρα ακίνητες οι βελόνες».
«Και τότε Ειρήνη μου πώς και ο κρεμαστός δίσκος κινείται μια δεξιάάά μια αριστεράάά; Δεν είναι σημάδι λειτουργίας αυτό; Μια χαρά είναι το ρολόι. Δεν χάνει λεπτό. Γιατί δεν το συγκρίνεις με το Ρόλεξ σου; Το ρολόι αυτό μετράει πάνω από 85 χρόνια ζωής και δεν έχει πάει στο ρολογά ούτε μία φορά, όπως μου έλεγε ο πατέρας που το είχε στο γραφείο του. Τέτοιοι αξιόπιστοι μηχανισμοί δεν υπάρχουν σήμερα. Το μόνο που απαιτεί, είναι ένα κούρντισμα από καιρού σε καιρό, μια φορά την εβδομάδα ίσως. Ο κτύπος του μας είναι τόσο οικείος που μας νανουρίζει τον Διονύση και μένα, μας νανούριζε ήθελα να πω» είπα, και επιτέλους, επιτέλους, με έπιασαν τα κλάματα.
Η φίλη μου η Ειρήνη, έσπευσε να με χαϊδέψει κτυπώντας με ελαφρά στην πλάτη.
«Τι θ’ απογίνω Ειρήνη μου; Το νόημα της ζωής, είναι νομίζω, να έχει η ζωή νόημα, και η δική μου στέρεψε από τα πάντα» της ψιθύρισα.
Η Ειρήνη με ξανά χάιδεψε χωρίς να πει λέξη και φωναχτά ρώτησε: «Να φτιάξω τσάι για όλους; Από μπισκότα δόξα σοι ο Θεός να ανοίξουμε περίπτερο, από αυτά που όλοι μας φέραμε. Τι λέτε; Μα για σκεφτείτε βρε παιδιά, από δώρο γιορτινό να γίνουν μπισκότα της παρηγοριάς! Τι να πεις! Τα ίδια και με τα κονιάκ. Μα τι μακάβρια σύμπτωση κι αυτή!»
Και πάνω σ’ αυτή την κουβέντα ήρθαν και πήραν τον Διονύση.
Αλλιώς την περίμενε εκείνος την συνέχεια της γιορτής, κάπου έξω, με τρυφερή συντροφιά, όταν οι φίλοι έφευγαν από το σπιτικό του…
Για δες τώρα πού τον πήγαιναν τον καημένο! Εκεί που πηγαίνουν κάποιον που πεθαίνει είτε από περίεργο θάνατο, είτε από παρόμοιο μ’ αυτόν τον δικό του. Νεκροτομεία, ιατροδικαστές, ψυγεία… Και η σφαίρα, ένα τόσο δα πραγματάκι που του τέλειωσε τη ζωή που τόσο αγαπούσε, με στραβό έστω τρόπο. Η πρωταγωνίστρια της βραδιάς. Η σφαίρα.
Έρευνα βαλλιστική, αναζήτηση του όπλου που την φιλοξενούσε και τα γνωστά… Ασυγκρίτως χειρότερα και από το χειρότερο εφιάλτη του, ούτε καν τότε που τραυματίστηκε στο στρατό από την οβίδα που έσκασε δίπλα του. Τότε, τον Άγγελο του Σκότους τον άκουγε να πλησιάζει μα τελικά δεν τον γνώρισε. Ενώ τώρα ε; Φιλαράκια πια… μπρ, μπρ, μπρ!
Και στο σπίτι μη νομίζεις. Κι εκεί σε λίγο θα τα κάνουν όλα φύλλο και φτερό για να βρουν το όπλο. Γιατί αυτό, δεν έφυγε από κει μέσα αφού κανείς από τους εννιά ούτε μέχρι το περίπτερο για τσιγάρα δεν επιτράπηκε να πάει. Και έτσι και το βρουν, από κει και ύστερα, το νερό σε κάποιο αυλάκι θα μπει και θα κυλήσει γλυκά, προς όφελος των άλλων οκτώ συνανθρώπων που αλληλοκοιτάζονται με στραβό μάτι την παρούσα στιγμή και ώρα.
Και μάντης είσαι;
Πριν καλά καλά δουν το τέλος της πράγματι ενδιαφέρουσας ταινίας, και που να πάρει η ευχή, στο πιο σοβαρό σημείο της, καταφθάνει η σήμανση και οι ειδικοί άντρες της έρευνας καθώς και δυο αστυνομικίνες για την σωματική έρευνα των γυναικών. Έψαξαν να μη πω τώρα μέχρι πού; Ας μην εκχυδαΐσουμε τώρα τη αφήγηση.
Μα όπλο πουθενά.
Από τη στιγμή της πιστολιάς και τη διέλευση δευτερολέπτων έως ότου επανέλθει το ηλεκτρικό ρεύμα, ο δολοφόνος δεν είχε περιθώρια για επιστημονική εξαφάνιση του όπλου όσο και αν είχε σίγουρα προμελετήσει τις κινήσεις του.
Και ως γνωστόν, αν όπλο δεν βρεθεί τα πράγματα σκουραίνουν για το ανακριτικό έργο. Μα οι αστυνομικοί δεν ήταν άπειροι, και αν δεν είχαν δει τα μάτια τους… Το όπλο δεν θα τους ξέφευγε, μακάρι και να ξήλωναν ακόμη και το δρύινο δάπεδο που άστραφτε από το παρκέ, όπως και όλο τα σπίτι το ολοστόλιστο, για της γιορτής τη χάρη!
«Και δεν μας λέτε κυρία Απέργη, το ηλεκτρικό διεκόπη τη στιγμή της πιστολιάς ή είχε ξανασυμβεί κάποια παρόμοια διακοπή ρεύματος τελευταία; Πώς είπατε; Και αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου σας είχατε μια μικροδιακοπή; Σαν πότε δηλαδή; Αφού είχαμε και ’μεις έρθει ή πριν; Μάλιστα. Μόλις ήρθαμε. Ναι καλά λέτε, τώρα θυμάμαι που κτυπούσαμε το κουδούνι και δεν ακούγατε και αναγκαστήκαμε να κτυπάμε την πόρτα φωνάζοντας συγχρόνως. Ναι βέβαια, και ήρθατε να μας ανοίξετε κρατώντας αναπτήρες. Ευτυχώς το ηλεκτρικό επανήλθε γρήγορα. Μισό λεπτό να τηλεφωνήσουμε στην Δ.Ε.Η. να επαληθεύσει τη βλάβη.»
Μα από τις βλάβες τους βεβαίωσαν ότι βλάβη δεν είχε συμβεί σε κανένα τους δίκτυο.
Και αυτό τι σημαίνει ;
Τι θέλει να πει ο ποιητής;
Ότι πολύ απλά κάποιος, ή κάποια, ή κάποιοι, κατέβασαν τον γενικό για να εξαφανίσουν το όπλο ημών παρόντων ίσως, ακόμη. Απίστευτο. Μαφία ο φίλος ή η φίλη. Μελετημένα όλα, ή διαβολικές συγκυρίες; Θα δείξει. Θα δείξει.
Το σπίτι έγινε φύλλο και φτερό. Πού είσαι Διονύση που ήσουνα υστερικός της τάξης (στα πράγματα, όχι στη ζωή σου) να δεις το μπάχαλο που κάποτε τον αποκαλούσες Ναό της τάξης αυτής.
Και μέσα στο κρυφό συρτάρι του γραφείου βρέθηκε ένα όπλο. Να ήταν αυτό του φόνου άραγε;
Το έστειλαν για ταυτοποίηση express και με τη σφαίρα που έβγαλαν από την καρδιά αγκινάρα του πάλαι ποτέ μεγάλου εραστή η έρευνα απέδειξε ότι το όπλο αυτό ουδεμία σχέση είχε με το έγκλημα πέραν του ότι επρόκειτο για αδελφό όπλο ίδιο δηλαδή με το ζητούμενο.
«Γνωρίζατε την ύπαρξη αυτού του όπλου κυρία Απέργη;»
«Και βέβαια ναι. Ο Διονύσης είχε άδεια οπλοφορίας, δεν γνωρίζω μάρκες και λεπτομέρειες αλλά ναι, πρέπει να είναι το όπλο του».
Ο αστυνομικός, όση ώρα κρατούσε το όπλο που έφεραν πίσω, σκεπτόταν: “Κοίταξε τώρα σύμπτωση. Το πιστόλι τούτο είναι καρμπόν με το δικό μου. Πανομοιότυπο.
Α, για μια στιγμή, για μια στιγμή. Το όπλο αυτό είναι το δικό μου. Α, όχι τέτοια πλάκα παιδιά. Να και το σημάδι, σήμα κατατεθέν το μονόγραμμά μου πάνω του για να το ξεχωρίζω απ’ αυτά των συναδέλφων μου. Τι γίνειται εδώ; Ποιος μου κάνει αυτή τη χοντρή πλάκα; Και το όπλο που άφησα στο γραφείο μου όταν την πρώτη φορά γύρισα από τούτο το σπίτι, τίνος είναι; Του φούφουτου; Είχα δύο όπλα και δεν το ήξερα; Το άφησα στο τμήμα έτσι βιαστικά που έφυγα ο βλάκας.”
«Χρήστο τρέξε αγόρι μου και φέρε μου το όπλο μου. Είναι πάνω στο γραφείο του επιθεωρητή. Πρόσεξε, πιάσε το με ένα καθαρό μαντήλι, τρέξε αστραπή.» είπε στον ένα από τους δύο αστυφύλακες φύλακες που άφησε ο ανακριτής για τη νύχτα.
“Αν είναι ποτέ δυνατόν να βρεθεί το όπλο μου στο συρτάρι του Διονύση. Αν αποδειχτεί, ότι το όπλο που περιμένουμε, είναι το ζητούμενο, όπως υποπτεύομαι, ε, θα τα έχω δει όλα πια, σε τούτη τη ζωή.
Έξυπνο το κόλπο του δράστη γα να φύγει το όπλο από το σπίτι με την τύχη να συνεργάζεται σκανδαλωδώς μαζί του και να του δίνει τέτοιες συγκυρίες που μόνο ο διάβολος μετέρχεται. Και βάλανε και μένα στο κόλπο, αλλά, αλλά, αλλά. Και πάλι αλλά, το ευλογημένο σημάδι μου τους την έφερε αγαπητοί μου κυρίες και κύριοι. Το πρωί θα δούμε αν η σφαίρα βγήκε από το πιστόλι που θα φέρει ο Χρήστος .
Ταχυδακτυλουργία όμως ε;
Και τώρα θυμάμαι, την πρώτη φορά που μπήκαμε στο σπίτι τούτο, άφησα για λίγο το όπλο μου πάνω στο μπουφέ στην προσπάθειά μου να σκύψω από κάτω μη και το είχε κολλήσει ο δράστης εκεί. Θα πρέπει η ανταλλαγή να έγινε αστραπιαία και…”


To πρωί τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Όντως το όπλο του φόνου ήταν αυτό που έφερε ο αστυφύλακας. Ίδια τα δύο όπλα, το ένα όμως μόνο, είχε το ευλογημένο όπως το χαρακτήρισε ο κάτοχός του, σημάδι.
Και ποιος ήταν εκείνος που σε χρόνο ρεκόρ μπορούσε να βάλει το κλεμμένο όπλο του αστυνομικού στο κρυφό συρτάρι του συγχωρεμένου του Διονύση; Μόνο κάποιος που ήξερε καλά και το μηχανισμό της κρύπτης. Δηλαδή;
Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Ο σκύλος;
Από τη γυναίκα σου το βρήκες Διονύση και κανένας εκτός ίσως από τον κολλητό σου δεν την κατηγόρησε, γιατί της είχες καταρημάξει τη ζωή της άμοιρης. Ένοχος, η απατημένη σύζυγος, η Πηνελόπη, που περίμενε καρτερικά τον Οδυσσέα της να γυρίσει από τα ατέλειωτα “ταξίδια” του σε “ξένες χώρες”, υποφέροντας μόνη της, ταπεινωμένη.
Εξοργισμένη, πια δεν άντεξε άλλο. Σαν είδε και την ερωμένη να ανταλλάσει ματιές όλο νόημα με τον Λατίνο εραστή μπροστά στα μάτια της, αλλά και την καινούρια ερωμένη, αυτή του νεαρού ζευγαριού που βλέπανε σπανίως και που καιρό τώρα την έφερνε βόλτα και ήξερε η δόλια ότι είχε αρχίσει καινούριο κέρατο, την πήρε την απόφαση να θέσει τέρμα σε όλα αυτά. Η τύχη την οδήγησε στην πράξη της και όχι, δεν την είχε προμελετήσει.
Διαβολικές οι συγκυρίες θες;
Διαβολικές οι ευκαιρίες θες;
Διαβολικές οι συμπτώσεις θες;
Έστησαν χορό ξέφρενου καρναβαλιού γύρω της, θηλυκά και αυτές, παίρνοντας εκδίκηση για ότι είναι θηλυκό πάνω στη Γη, είτε άνθρωπος είναι αυτός, είτε συναίσθημα είτε ιδέα. Και της όπλισαν το χέρι. Του έδωσε έναν ευτυχισμένο θάνατο που δεν τον άξιζε κιόλας, με παρόντα στο κάδρο όλα τα πρόσωπα του δράματος (γι’ αυτήν) και της απόλαυσης (γι’ αυτόν). Η σύζυγος, -για τα μάτια του κόσμου-, η ερωμένη που αποχωρούσε, η ερωμένη που ερχόταν και οι απατημένοι σύζυγοι που γι’ αυτούς σιγά και ποιος νοιαζόταν τάχα;

Και η πλάκα είναι ότι η Ισιδώρα αισθάνθηκε και ανακουφισμένη που ανακαλύφτηκε ο δράστης, αυτή δηλαδή, γιατί είχαν ήδη αρχίσει να την κυνηγούν οι ερινύες. Μετάνιωσε που αφαίρεσε έτσι, τη ζωή του Διονύση. Μπορούσε να είχε βρει άλλο τρόπο να τιμωρήσει αυτόν που τη θεωρούσε βασίλισσα της καρδιάς του αλλά που αντί στέμματος της είχε στολίσει την κεφαλή με κέρατο ταράνδου, σήμα κατατεθέν των απανταχού της γης κερατωμένων ή απατημένων, επί το ευγενικότερο. Αλλά πια, ήταν αργά για δάκρυα Στέλλα!
Και αν θέλεις να ξέρεις, Ισιδώρα, η δική σου η αμαρτία είναι ακόμη πιο μεγάλη απ’ αυτές του μακαρίτη του άντρα σου. Και γι’ αυτό θα τιμωρείσαι για χρόνια και χρόνια είτε εντός φυλακής είτε εκτός, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και το ευαίσθητο του χαρακτήρα σου…

-

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

6 Σχόλια

  1. Σοφία Ντούπη

    Με καθήλωσες και πάλι με το γνώριμο σασπένς της πένας σου αγαπημένη μου Λένα… υπέροχη η αστυνομική σου ιστορία μπ΄ραβο σου!!!!!!!!!

    Απάντηση
  2. Lena Mavroudi Mouliou

    ΄Πω πω πω τι ωραία λόγια Σοφία!!!
    Ευχαριστώ . Ωραία αρχίζει η Εβδομάδα….
    Καλή σου μέρα στην Κρήτη . Θα έχεις να μας λες όλο το Χειμώνα…

    Απάντηση
  3. Χριστίνα Σουλελέ

    Λένα σου το έχω ξαναπει, απολαμβάνω τις αστυνομικές σου ιστορίες. Με κρατούν καθηλωμένη ως το τέλος. Μπράβο!

    Απάντηση
  4. Lena Mavroudi Mouliou

    Ξέροντας ότι δεν είσαι και τόσο fanτου αστυνομικού νιώθω κολακευμένη με τα καλά σου λόγια Ευχαριστώ Σουλελάκι μου

    Απάντηση
  5. Μάχη Τζουγανάκη

    εγώ πάλι περίμενα οτι η Ειρήνη που την κανάκευε είχε κάποια σχέση με το φόνο…σε ένα πιιο διαστροφικό σενάριο σίγουρα..
    Ωραιο!

    Απάντηση
  6. Lena Mavroudi Mouliou

    Η Ειρήνη την κανάκευε αφ’ ενός γιατί την συμπονούσε και αφ’ ετέρου γιατί μάλλον θα είχε καταλάβει ποιος ήταν ο φονιάς και με τον τόπο της έλεγε »μωρέ καλά του έκανες του μα….»

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος