«…θα επιθυμούσα οι εκδότες να σκέφτονται περισσότερο ως συντελεστές προώθησης αξιόλογων έργων και λιγότερο ως έμποροι» – Ελένη Χριστοφοράτου

«…θα επιθυμούσα οι εκδότες να σκέφτονται περισσότερο ως συντελεστές προώθησης αξιόλογων έργων και λιγότερο ως έμποροι» – Ελένη Χριστοφοράτου

Θάλασσα ιδεών σε ταξίδι αέναο....

(Φωτογραφία: Στράτος Γιαννόπουλος)

Η σημερινή φιλοξενούμενη της λογοτεχνικής δράσης «Ελάτε να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία»  είναι η λογοτέχνης Ελένη Χριστοφοράτου, την οποία και ευχαριστώ για την τόσο ανθρώπινη και εξομολογητική της συνέντευξη!

Ας την γνωρίσουμε λοιπόν καλύτερα μές απο το βιογραφικό της:

https://thumbp5-ir2.mail.yahoo.com/tn?sid=3902491629&mid=AJsJDNkAAD%2FTV%2F4LDQMksKl4uFs&midoffset=2_0_0_1_884493&partid=4&f=1331&fid=Inbox&ymreqid=a1954619-eb2d-a160-01b3-e00050010000&m=ThumbnailService&w=3000&h=3000

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Ελένη Χριστοφοράτου γεννήθηκε στην Αθήνα. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια ολοκλήρωσε με άριστα τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη φιλοσοφία. Έχει πάρει διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς πεζογραφίας, ποιήσεως και θεάτρου και έχει εκδώσει μία Νουβέλα (Εκδόσεις Δωδώνη), μία συλλογή διηγημάτων (Eκδόσεις Άπαρσις) καθώς και επιστημονικά συγγράμματα για το διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. Φιλολόγων (Eκδόσεις Μέθεξις). Θεατρικά της έργα έχουν μεταδοθεί ραδιοφωνικά από το ΡΙΚ της Κύπρου. Έργα της φιλοξενούνται στις σελίδες:

http://www.bonsaistories.gr/

https://tovivlio.net/

http://www.easywriter.gr/

 

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

  1. Γιατί γράφεις;

Η καθημερινότητα είναι πεζή, γεμάτη σκοτούρες, έγνοιες και μικρά έως μεγάλα προβλήματα που μας ταλανίζουν. Έρχεται η στιγμή που αναζητάμε μια διέξοδο, μια ανάσα για να μην πνιγούμε. Για μένα η ανάσα αυτή είναι η συγγραφή. Μια απόδραση απ’ την πραγματικότητα.

  1. Για ποιους λόγους θα συμβούλευες κάποιον να γίνει συγγραφέας ή ποιητής και γιατί να το αποφύγει;

          Κατ’ αρχάς, θα συμβούλευα κάποιον να γίνει δημιουργός αν ανίχνευα αυθεντικό ταλέντο. Δυστυχώς πολλοί δεν έχουν το γνώθι σαυτόν και νομίζουν ότι επειδή γράφουν, είναι κατ’ ανάγκην και συγγραφείς. Δεδομένου λοιπόν ότι κάποιος μπορεί πραγματικά να γράψει, θα τον συμβούλευα να υπηρετήσει ευλαβικά τον ιερό χώρο της συγγραφής χωρίς άλλου είδους βλέψεις, π.χ. οικονομικά οφέλη. Όταν κανείς στοχεύει στο κέρδος, υποβιβάζεται και η ποιότητα της γραφής του. Γράφουμε για μας, για την ψυχή μας και όχι για τον αριθμό αντιτύπων που θα πουλήσουμε. Ο Βαν Γκογκ πούλησε έναν πίνακα όλο κι όλο όσο ζούσε, όμως το γεγονός αυτό δεν μειώνει ούτε στο ελάχιστο τη σπουδαιότητα του έργου του.

  1. Τι είναι για σένα οι αναγνώστες; Πελάτες, κριτές ή συμβουλάτορες;

          Αναγνώστης για μένα σημαίνει κριτής και θα ήθελα να μου πει με κάθε ειλικρίνεια και χωρίς καμία διάθεση να μου «χαϊδέψει τα αυτιά» τι εισέπραξε διαβάζοντας τα γραπτά μου. Γι’ αυτό, έχω ρωτήσει όλους τους αναγνώστες του βιβλίου μου «Ανακύκλωση» ποιο διήγημα τους άγγιξε περισσότερο και ποια είναι η γνώμη τους για το σύνολο του βιβλίου. Δεν πρέπει να φοβόμαστε την αρνητική κριτική, αλλά να τη λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη για να γινόμαστε στο μέλλον καλύτεροι. Άνθρωποι που παρεξηγούνται και δεν ανέχονται το παραμικρό σχόλιο για το έργο τους, είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι δεν θα εξελιχθούν. Μιλώ -βέβαια- για την καλοπροαίρετη και όχι την κακόβουλη κριτική.

 

  1. Η καλύτερη και η χειρότερη κριτική που άκουσες για το έργο σου;

          Κακές κριτικές άκουσα στην αρχή της πορείας μου στη συγγραφή λόγω του ότι παραφόρτωνα τον λόγο με λογοτεχνικά στολίδια. Κάποιος μου είπε κάποτε πως τα γραπτά μου είναι σαν να τρώει ένα φαγητό που έχει τόσα πολλά καρυκεύματα, ώστε τελικά δεν καταλαβαίνει τι τρώει. Όσον αφορά τις θετικές κριτικές, μου έρχεται στο μυαλό μια συγκινητική κριτική που είχε κάνει σε δύο μου θεατρικά μονόπρακτα ο αείμνηστος καθηγητής φιλοσοφίας John Anton, που είχα την τύχη να γνωρίσω όταν ήμουν μεταπτυχιακή φοιτήτρια. Παραθέτω ένα μέρος της κριτικής, επιθυμώντας παράλληλα να αποτίσω κι έναν φόρο τιμής στον John Anton: «Και τα δύο μονόπρακτα έχουν θέματα που δημιουργούν στον αναγνώστη αισθήματα οίκτου και, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, ένα ιδιότυπο «έλεος» για την ανθρώπινη κατάσταση είτε μπρος στο αναπόφευκτο του τελειωμού του βίου (όχι βέβαια και του ‘τέλους’, άλλη υπόθεση αυτή) είτε για την τυραννία της αδυναμίας για φήμη και αναγνώριση με οποιαδήποτε μέσα, ιδίως την εσκεμμένη απάτη. Και στα δύο μονόπρακτα πραγματεύεσαι έντονα θέματα που φαίνεται να έχουν τις ρίζες στη δική μας, την αρχαία μυθική παράδοση, τούτη τη φορά φερμένες στο παρόν. Μου έκανε εντύπωση πως και στα δύο μονόπρακτα οι πρωταγωνιστές είναι δεμένοι ή μάλλον αδιάρρηκτα δοσμένοι στην ποίηση, ο ένας γιατί της έχει δώσει όλη του τη ζωή και τρέμει μπρος στην εμφάνιση του Χάρου γιατί έφτασε η ώρα να τελειώνει ο δεσμός με τη Μούσα, ο δε άλλος γιατί θα τελειώσει ως αυτόχειρ τη ζωή του, μιας και η ενοχή του τον έφερε στο σημείο της απελπισίας, γιατί δεν τον αγάπησε ποτέ η Μούσα. Έμεινε  πνευματικά ανέραστος, θα μπορούσε κανείς να ειπεί. Βέβαια, και τα δύο έργα σου δείχνουν μιαν ευαισθησία έντονη, αλλά και παράξενη. Λέγω το δεύτερο, γιατί με παραξενεύει η αδυναμία και των δύο ηρώων σου που παλεύουν με τα συνεχώς ογκούμενα κύματα της αδυναμίας των, της ανέφικτης αθανασίας του ενός, τόσο απροετοίμαστου για τον τελειωμό των επιγείων, και της ματαιοδοξίας και ματαιοπονίας το άλλου να πλάθει μιαν ευκαιριακή αλλά και κολακευτική αυταπάτη για να γεμίσει τη ζωή του, ιδιοποιώντας την ιδιοφυΐα του φίλου του που ο ίδιος δεν είχε. Η ενοχή του μη-ποιητή γέμει ‘φόβου’, καθώς θα έλεγε πάλι ο Αριστοτέλης. Βέβαια, εσύ αγαπητή μου, δεν σκόπεψες να προσφέρεις στο θεατή ή τον αναγνώστη τραγική ποίηση. Εδώ θα ήθελα να μάθω πώς και γιατί διάλεξες το δρόμο που σε έφερε στο είδος αυτό του μονόπρακτου δράματος. Ίσως δεν είναι ανάγκη να το ψάξεις. Απλώς εκφράζω την περιέργειά μου. Πιο σωστό είναι να συνεχίσεις το δημιουργικό σου έργο με τη δύναμη που διαθέτεις και την αφοσίωση που σε διακρίνει. Και μια μικρή παρατήρηση: Το ξέρεις ότι συχνά η πρόζα σου γίνεται σαν να θέλει να τραγουδάει στο ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου;»

  1. Με άριστα το 10, πού κατατάσσεις τη συγγραφική σου ικανότητα και γιατί;

          Δεν θα τολμούσα ποτέ να απαντήσω στη συγκεκριμένη ερώτηση, καθώς δεν είμαι εγώ αυτή που θα κρίνει κάτι τέτοιο. Ούτε και το αναγνωστικό κοινό. Ο Χρόνος είναι ο απόλυτος κριτής. Αν το έργο μου επιβιώσει στο χρόνο, θα έχει αξία διαχρονική.

  1. Τι σε ενοχλεί και θα ήθελες να αλλάξει στο λογοτεχνικό χώρο; Τι σου αρέσει και θα ήθελες να μείνει ως έχει;

          Θα επιθυμούσα οι εκδότες να σκέφτονται περισσότερο ως συντελεστές προώθησης αξιόλογων έργων και λιγότερο ως έμποροι. Χιλιάδες ποιοτικά γραπτά έχουν απορριφθεί, επειδή οι συγγραφείς δεν έχουν φήμη, δεν έχουν -αυτό που λέμε- «όνομα». Το αποτέλεσμα είναι να προωθούνται μέτριοι συγγραφείς μόνο και μόνο επειδή ανήκουν στα λεγόμενα κυκλώματα. Τι δεν θα ήθελα να αλλάξει; Οι ποιοτικοί συγγραφείς να παραμείνουν ποιοτικοί και να μη ρίξουν την ποιότητα της δουλειάς τους για να πετύχουν έκδοση σε μεγάλο εκδοτικό, εξυπηρετώντας το πνεύμα της εμπορευματοποίησης. Κάποτε σε μια ταινία άκουσα κάτι που μου εντυπώθηκε στο μυαλό: «Ποτέ μη βάζεις το πάθος πάνω απ’ τις αρχές σου, γιατί ακόμα κι αν νικήσεις, θα είσαι κατ’ ουσίαν ηττημένος».

  1. Ποιο είδος γραφής αγαπάς να υπηρετείς και για ποιο πιστεύεις πως δεν έχεις τις απαραίτητες ικανότητες, διάθεση και γνώσεις για να συνεισφέρεις;

          Υπηρετώ την πεζογραφία (διήγημα και νουβέλα), το θέατρο και την ποίηση. Το πεζό μού δίνει τη δυνατότητα να περιδιαβώ στους χώρους της φαντασίας αντλώντας στοιχεία από την πραγματική ζωή. Ο θεατρικός λόγος με ταξιδεύει στην ιδέα της δραματοποίησης του γραπτού κειμένου, στο όραμα των ηρώων μου ενσαρκωμένων επί σκηνής. Η ποίηση με καλεί να σταματήσω το βηματισμό και να αρχίσω έναν χορό μετουσιωμένο σε στίχους. Δεν θα επέλεγα το δοκίμιο, λόγω του επίσημου και σοβαρού του ύφους, και το παραμύθι για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή θα έπρεπε να υπερ-απλουστεύω τον λόγο, ώστε να γίνεται κατανοητός από μικρά παιδιά. Ωστόσο, έχω γράψει ένα και μόνο παραμύθι, ανέκδοτο ακόμη…

  1. Ο χειρότερος εφιάλτης που φοβάσαι για την καριέρα σου και το ομορφότερο όνειρό σου που έχει πραγματοποιηθεί ή προσδοκάς να συμβεί στο μέλλον;

          Ο χειρότερος εφιάλτης μου είναι να ξυπνήσω μια μέρα και να έχει στερέψει η έμπνευσή μου. Θα είναι σαν να μου βάζει η ζωή φίμωτρο. Το μεγαλύτερο όνειρο είναι η αναγνώριση, όχι με σκοπό τη φήμη και το κέρδος, αλλά με την έννοια της εκτίμησης εκ μέρους του αναγνωστικού κοινού, του έργου και της δημιουργικής μου πορείας.   

  1. Ποια λογοτεχνική ερώτηση μισείς να σου κάνουν και γιατί;

          Μάλλον την ερώτηση πόσο θα βαθμολογούσα τον εαυτό μου ως συγγραφέα. Όπως είπα και πρωτύτερα, θεωρώ πως ένας δημιουργός δεν πρέπει να κρίνει τον εαυτό του δημοσίως και να αυτοβαφτίζεται ταλέντο ή διάνοια. Μέσα του -βεβαίως- γνωρίζει την αξία του, αλλά αυτή τη γνώση οφείλει να την κρατά για τον εαυτό του και να αφήνει το Χρόνο να κρίνει αν το έργο του αξίζει να περάσει στην αθανασία. Συγγραφείς που συγκρίνουν τους εαυτούς τους με ιερά τέρατα της λογοτεχνίας, όπως π.χ. με τον Ντοστογιέφσκι, μόνο γέλια μπορούν να προκαλέσουν και αμφισβήτηση για την πραγματική αξία του έργου τους.

  1. Πιστεύεις πως οι περισσότεροι ομότεχνοί σου γράφουν από εσωτερική ανάγκη ή επιδιώκουν αποκλειστικά το χρήμα και τη δόξα;

          Είναι της μοίρας τους οι εκλεκτοί να είναι πάντοτε λίγοι. Το γεγονός αυτό δεν θα αποτελούσε εξαίρεση στο χώρο της συγγραφής. Οι περισσότεροι γράφουν από ματαιοδοξία και αποτιμούν την αξία του έργου τους με βάση πόσα αντίτυπα πούλησαν ή πόσο μακρύς είναι ο κατάλογος των βιβλίων τους. Επί τη ευκαιρία, τους καλώ να σκεφτούν πως οι αδελφές Μπροντέ έγραψαν από ένα έργο η καθεμία και έμειναν στην ιστορία. Ο Καβάφης δεν εξέδωσε τίποτα, τύπωνε τα ποιήματά του και τα χάριζε στους φίλους του. Ο Σολωμός δεν έβγαλε κανένα του γραπτό προς τα έξω, όλο του το έργο εκδόθηκε με πρωτοβουλία του Πολυλά. Τι σημασία έχουν οι πωλήσεις όταν ένας δημιουργός έχει γράψει τους Αθλίους ή το Έγκλημα και τιμωρία;

Αν είσαι συγγραφέας, ποιητής, αναγνώστης ή κριτικός βιβλίων, τότε σε καλούμε σε μια προσωπική λογοτεχνική συνέντευξη-ταμπού στην στήλη ”Θάλασσα ιδεών”!

Για να σας αποσταλεί  το ερωτηματολόγιο  επικοινωνείτε μαζί μου στο προφίλ www.facebook.com/giannopoulos.theofilos ή στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο theofilosbook@yahoo.gr με τίτλο  θέματος: «Μιλάμε για τη λογοτεχνία» συμπληρώνοντας την λέξη «Συγγραφέας», «Ποιητής» , «Αναγνώστης» ή «Κριτικός βιβλίων», ανάλογα με την ιδιότητά σας.

Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για την συμμετοχή.

Ελάτε να βάλουμε όλοι μας από ένα λιθαράκι ώστε ο λογοτεχνικός κόσμος να γίνει ακόμη ομορφότερος!

Με όλη μου τη θετική ενέργεια

Θεόφιλος Γιαννόπουλος

Κράτα το

Επιμέλεια κειμένου

Θεόφιλος Γιαννόπουλος

...έκανα την πρώτη μου εξομολόγηση στο χαρτί στα 12 μου χρόνια. Αφορμή στάθηκε μια δραματοποιημένη αναπαράσταση στο ραδιόφωνο από το βιβλίο του Καββαδία, η “Βάρδια”. Στη διάρκεια των σπουδών μου στην Καβάλα ως φοιτητής του Τ.Ε.Ι. Λογιστικής, ακολούθησαν το 1999 και το 2001 τρεις αυτόεκδώσεις βιβλίων μου, με τους τίτλους «Πρώτα Βήματα», «Κρυψώνες ονείρων» και «Παράξενες νύχτες». Το περιεχόμενο τους ήταν πάντα αυτοτελείς ιστορίες και ποιήματα. Έκτοτε έργα μου συμμετέχουν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης, ενώ κατά καιρούς έχουν διακριθεί και σε πανελλήνιους, διεθνείς και παγκόσμιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Επίσης, δραστηριοποιούμαι ως ομιλητής σε παρουσιάσεις βιβλίων καθώς και ως αρθρογράφος σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες Τέλος, είμαι συγγραφέας των Εκδόσεων ΕΞΗ και εντός του 2016 αναμένεται η πανελλαδική κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματός μου

1 σχόλιο

  1. Lena Mavroudi Mouliou

    ΩΡΑΊΑ ΤΑ ΕΊΠΕΣ Ελένη. Σωστά, αυθόρμητα, αληθινά χωρίς να είσαι διόλου »δηθεν»ώς είθισται στις συνεντευξεις. ήσουν η ΕΛΈΝΗ Χριστοφοράτου.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος