Κάθε βράδυ, όταν συνήλθε η μητέρα της, σαν σε όνειρο έρχεται η γιαγιά της, και της λέει:
-Άννα, το κορίτσι και τα μάτια σου!
Και την μαλώνει που το καντήλι της είναι σβηστό, το τζάκι σβηστό και ο ουρανός μελανός.
Στιγμές μετά, και τα πύρινα μάτια, η αγωνία:
-είσαι καλά παιδάκι μου;, εκεί στο εξωτερικό που σπούδαζε η Μίνα.
Τα πένθη που δεν βιώσαμε λοιπόν, μητέρα. Αυτά φταίνε που αργήσαμε. Πάνω από ολόκληρη την Ευρώπη πέταξε η Άννα. Πέθανε, τα παλιά τα χρόνια, και πήγε στον ουρανό. «Βλέπεις;…»
-Τα αόρατα βλέπω κι εγώ….
-Δεν υπάρχει πίστη καμιά, λοιπόν, μητέρα;
«Η αγάπη μου…»,
«όλα κάποτε τελειώνουν…»
-Υπάρχει πίστη…όμως!
Μέρες μετά και μία μορφή θολή κρύβεται πίσω από το χιονισμένο φινιστρίνι του λεωφορείου.
Χαιρετά αφηρημένα και πέφτει σε έκσταση. Ατέλειωτη στριφογυριστή σκάλα ανεβαίνει όλο και προς τον ουρανό.
«η αγάπη μου…»,
«και στο λέω εγώ που με τη βιοτή μου απέδειξα ότι είμαι χώμα, βράχος Σπαρτιάτισσα που γίνεται άμμος και την παίρνει ο άνεμος και τυφλώνει προσωρινά τα μάτια σου…».
Ξαφνικά, σε μια ύστατη προσπάθεια να ξεφύγω, αρπάζω την αλυσίδα που κρέμεται από το παντελόνι της Νικόλ και πετώ χάμω το μπουκάλι με το ουίσκι για να μη φανεί ότι έχει νερό μέσα και ότι κρύβω τη φτώχεια μας.
«Θρύμματα, γυαλιά που κόβουν το χέρι και πνίγουν με το αίμα τους τα χαρτιά μου και το πράσινο γρασίδι. «
Ξημέρωμα και το πρωινό φορτηγό που διένειμε τα γάλατα στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς συναντά μια παρέα φοιτητών.
Περιχαρής ο γαλατάς και οδηγός, αυθόρμητα, κατέβηκε στο πεζοδρόμιο και μοίρασε γάλατα σε όλους, ανάμεσά τους ο Έκτορας και η Μίνα, αγκαλιασμένοι και ευτυχισμένοι, που μετά τις μπύρες…
Να σου και κάποιος να νοιαστεί για το στομάχι και τα νεύρα τους. Καιρός για ενέργειες. Η πολυτέλεια του χρόνου είναι για άλλους…
Επείγεται η Μίνα να παραλάβει τον φάκελο από την εταιρεία ταχυμεταφορών.
Η έδρα της νομικής γραμματέως κατακτημένη, στο γραφείο του δικηγόρου, στο υπόγειο της πολυδαίδαλης από διαδρόμους, ανήλιαγης πολυκατοικίας, και μια ανείπωτη μπερδεψιά: Από τη μια οι αραχνιασμένοι φάκελοι, ληγμένες υποθέσεις, ξοφλημένες νίκες δικαστικού αγώνα, που δεν τολμούσε καν να ανασύρει στα χέρια της και στη μνήμη της και άφηνε τα παλιοκαιρισμένα δικόγραφα να βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά στη λήθη.
Όσο για τα στοιχειώδη(;). Σκύβει το κεφάλι και μελετά.
Γιατί μετά, έρχεται η επιβίωση…
Από την άλλη, έξω, οι μισάνοιχτες πόρτες των δωματίων, που τρίζουν σε κάθε φύσημα από τα μικρά εσωτερικά παραθυράκια.
Γόπες ξεκοιλιασμένες ανενδοίαστα, τακούνια κυριών να ηχούν επίτηδες από το πάνω πάτωμα, με την ανύπαρκτη ηχομόνωση.
Στους δαιδάλους ενδιάμεσα, η γκαρσονιέρα του Έκτορα.
Στον ανελκυστήρα, στις ενδιάμεσες θύρες των ορόφων, κάποιος γράφει:
-κουράγιο…, άλλες δεκαπέντε ημέρες…. Και αδίστακτα και ανερυθρίαστα πετά τους φακέλους της αλληλογραφίας στα αζήτητα του θυρωρείου της πολυκατοικίας.
Εκεί μέσα λοιπόν! Στο σκοτάδι. Με τα υγρά όνειρα. Με τις εικόνες των Αγίων με βγαλμένα τα μάτια (από τους Τούρκους), για να μην φοβίζουν τον Έκτορα και τον αποπροσανατολίζουν από τις ανελέητες δικογραφίες.
Αλλά και έξω από την αίθουσα. Κλειδώνει και χτυπά το κουδούνι της Μίνας, που εργαζόταν, και που προφασιζόταν ότι τους έφερνε καφέ · και για τον δικηγόρο φυσικά, για να μην κινήσει υποψίες.
Ποιος να ήταν ο τρίτος της παρέας; (Δεν νομίζω να είναι το βαριεστημένο αφεντικό.)
Κι όμως ήταν Εκείνος. Κανένας από τους τρεις δεν είχε δει, πριν μπουν στη γκαρσονιέρα, τον άνθρωπο που παραφυλούσε στη γωνία, κρυμμένος μέσα σε μαύρο παλτό με σκούφο και δερμάτινο τρύπιο χαρτοφύλακα παραμάσχαλα.
Τους κοιτούσε με κακία με αυτά τα μικρά πονηρά ματάκια που πιο νωρίς είχαν γίνει η αιτία να στεναχωρηθούν πολλοί φοιτητές από την παρέα.
Ώρα να τα μαζεύουν. Είχαν αργήσει.
-Τα στοιχειώδη, Μίνα…», να θυμάσαι!
-Μίνα, από όλα και από λίγο, όπως θα το ‘λεγε σε ένα μικρό παιδάκι.
Λοιπόν αυτός ήταν. Τι θα πει Αυτός; Αυτός θα πει ο άνδρας που ούτε έδωσε σημασία στα πολύτιμα της Μίνας, ούτε καν τής χτύπησε το κουδούνι, κι ας του είχε επισημάνει η Μίνα: «είναι ζήτημα επιβίωσης».
Παιχνίδι της επιβίωσης, αλήθεια(;)
Βαρύς ο ξύπνιος για τη Μίνα στην κουνιστή, ξύλινη πολυθρόνα, και σταμάτησε να βρέχει. Ευχαριστήθηκε ύπνο. Ξανάρχισε να βρέχει, βυθίστηκε σε λήθαργο. Όλοι και όλα δουλεύουν υπέρ της.
Παρόλο που το ονειρεύτηκε, ο φάκελος δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη.
Παραπετάχθηκε, έτσι, από περιέργεια και οι ταχυδρομικοί ντράπηκαν μόλις διάβασαν: «Τίποτε ποτέ δεν τελειώνει. Κάποια στιγμή επιστρέφει σαν όνειρο…. Και άνοιξε η γη και τους κατάπιε, συνεργοί και συνένοχοι παιχνιδιού της επιβίωσης.
Για πρώτη φορά πληγώθηκαν από αυτό το μήνυμα. Μετάνιωσαν που έσκισαν τον φάκελο αλληλογραφίας Το μήνυμα το διάβασαν μεν αλλά δεν θα καταλάβουν ποτέ τίποτε απ’ ότι ειπώθηκε.
Το παιχνίδι της επιβίωσης στα αδυσώπητα και ανθρωποφάγα χρόνια.
Και η ιστορία συνεχίζεται.
Ιδιωτικά…
_
γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου








0 Σχόλια