Καλοκαίρι τέλος

Καλοκαίρι τέλος

sea_summer

Μπήκαμε στο πλοίο παρέα μεγάλη.

Πίσω μας το Νησί ξεμάκραινε γρήγορα και μαζί με αυτό το καλοκαίρι μας. Που να πάρει. Γιατί να φεύγουν τόσο γρήγορα τα όμορφα πράγματα! Αισθανόμασταν μια αδιόρατη θλίψη λοιπόν, παρόλο το τραγούδι μας το ξέγνοιαστο και φάλτσο, μην υπολογίζοντας στο τελευταίο κατάστρωμα επάνω, τον ακόμα καυτό ήλιο που τόνιζε έτσι με την κάψα του, ότι μόνο ημερολογιακά μας άφηνε το καλοκαίρι! Ακουμπούσε πάνω μας φιλικά πια. Δεν είχε άλλο τίποτα να μας κάψει, αφού για 20 μέρες, μας είχε μετατρέψει σε Αφρο- Έλληνες, (πώς λέμε Αφρο Αμερικάνος;) Ένιωθα στο λαιμό μου τον γνωστό κόμπο, εκείνον τον χαρακτηριστικό που με πιάνει όταν κάτι που αγαπάω πολύ, τελειώνει. Π.χ. όπως στο ξεστόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου που για μένα σήμαινε πάντα, το οριστικό τέλος δεκαπέντε πανέμορφων ημερών. Όπως και η γιορτή του Άι Γιάννη, με τόσους και τόσους εορτάζοντες χαρούμενους Γιάννηδες γύρω μου, που με μελαγχολούσε, σαν τους τίτλους τέλους που πέφτουν σε μια ξεχωριστή ταινία που να τελειώσει δεν ήθελες. Και τούτο γιατί, το φάσμα το απειλητικό του ανοίγματος του Σχολείου δεν ήταν μια προοπτική αλλά μια πραγματικότητα πια. Άντε ξανά μανά πήγαινε έλα, βρέξει χιονίσει, να κλειστείς πεντέξι ώρες, στην τάξη με τους καθηγητές να κρατούν εκείνο τον απαίσιο κατάλογο και να περιμένεις να πέσει ο κλήρος σε σένα να σε καλέσουν να σηκωθείς να πεις το μάθημα.

Αδιάβαστη, δεν θυμάμαι να είχα ποτέ πάει στο σχολειό μου. Μα εκείνον τον κατάλογο τον μισούσα ειλικρινά, και ο εφιάλτης του βασανίζει ακόμη και τώρα τα όνειρά μου.

Με έπιασε ο ίδιος κόμπος και τώρα λοιπόν και δεν ξέρω για σας, μα για μένα ήταν ένα πολύ άσχημο συναίσθημα. Το αγόρι μου, ανησυχώντας για τα κατεβασμένα μούτρα μου, που όπως έλεγε ήταν σαν να έβαζα πλερέζες με ρώτησε τι συμβαίνει; Τώρα τι να του πεις;

Να του πεις ότι αυτός είναι τυχερός, καθώς φοιτητής του Πανεπιστημίου πια, είναι πιο ελεύθερος; Αν ήθελε πήγαινε μάθημα, αν δεν ήθελε, έπινε το φραπεδάκι του στον καφενέ απέναντι στη Σχολή του, χωρίς κάποιον σπασίκλα συμμαθητή να παίρνει απουσίες και να κινδυνεύει να χάσει τη χρονιά εξ αιτίας τους.

Ευτυχισμένα χρόνια λένε αυτά του Σχολειού. Πώς αμέ! Αγωνίες, διάβασμα, ξενύχτι πάνω σε αδιάφορα ανούσια τα περισσότερα πράγματα, να προσπαθείς από φιλότιμο να τα αφομοιώσεις, μα αυτά τα άτιμα να φεύγουν από το μυαλό σου την αμέσως επόμενη ημέρα σαν να μη τα διάβασες ποτέ.

Αυτές οι μελαγχολικές σκέψεις με κατέκλυζαν και μου ερχόταν να κλάψω και ας γινόμουν ρεζίλι στους φίλους μου.

Δεν είχε μείνει στο κατάστρωμα παρά μόνο η δική μας παρέα.

Μπορεί ο ήλιος να τσουρούφλιζε μα φυσούσε και ένας δαιμονισμένος αγέρας που δεν άκουγες τι σου έλεγε ο διπλανός σου. Τα δε κύματα από ‘’προβατάκια’’ που ήταν στην αρχή είχαν γίνει λοφίσκοι και μετά βουνά. Σε κάθε τέτοιο κύμα που το βλέπαμε να έρχεται, τα παιδιά φώναζαν: « Έεεεε Ώωωωπ». Και δώσ’ του γέλια και ξεφωνητά.

Ξάφνου στο πλοίο, παρατηρούμε μια περίεργη κινητοποίηση από μεριάς του πληρώματος. Άνθρωποι, ναύτες να τους πω καλύτερα, έτρεχαν ανήσυχοι και φώναζαν με κάτι λέξεις που τις άκουγα για πρώτη φορά. Καταλαβαίναμε βέβαια ότι, κάτι συνέβαινε μα πού να ξέρουμε τι.

Ήμουνα ακουμπισμένη στην κουπαστή, κρατώντας την γερά μη με αρπάξει κανένα από τα τεράστια κύματα που με είχαν κάνει μούσκεμα και με φουντάρει να κάνω παρέα με τα δελφίνια που, τρικυμία ξετρικυμία δεν χαμπάριαζαν, όντας βέβαια στο στοιχείο τους και συντρόφευαν το καράβι μας, άλλα από τα δεξιά μας και άλλα από αριστερά, σε έναν αγώνα ταχύτητας. Το πλοίο ήθελαν άραγε να ξεπεράσουν, ή να ήταν ομάδες ανταγωνιστικές σε πρωτάθλημα κολυμβητικών αγώνων της περιοχής!

Τα έβλεπες να τρέχουν, να κάνουν χαριτωμενιές, έτσι τουλάχιστον εμείς μεταφράζαμε τις τούμπες και τις βουτιές τους, σαν να ήθελαν να εντυπωσιάσουν καράβι και ανθρώπους. Λένε ότι τα δελφίνια είναι πολύ νοήμονα κήτη και ότι εν αντιθέσει με τα άλλα είδη του Υγρού Βασιλείου έχουν κάποιο είδος φωνής, που μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αφτί. Για να την έχουμε αποκωδικοποιήσει δεν ξέρω, θα σας γελάσω.

Έτρεχαν λοιπόν, και έτσι και τα κατάφερναν να ξεπεράσουν το καράβι μόνο τότε έκαναν λίγο κράτει, ξεμάκραιναν και αμέσως μετά φτου και από την αρχή στον αγώνα ταχύτητος, κάνοντας, παίρναμε όρκο γι’ αυτό, χορευτικές φιγούρες υπό τους ήχους μιας ιδιαίτερης μουσικής που τους προσέφερε η φύση αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου ο ρυθμικός κτύπος από την προπέλα του καραβιού που τον έπιαναν με τις υπερευαίσθητες αντένες που διαθέτουν.

 Μα δεν κουράζονταν;

 Το πλοίο τεράστιο, δεν ήταν κανένα μικρό καϊκάκι να είναι του χεριού τους (του πτερυγίου τους, ή της ουράς τους, έπρεπε μάλλον να πω).

Κάποτε κουραστήκαμε να απολαμβάνουμε τα στοιχεία της Φύσης και είπαμε να μπούμε μέσα, γιατί συνάμα τα πράγματα είχαν αγριέψει πολύ και απορώ πώς ο καπετάνιος, που δεν μπορεί να μη μας έβλεπε κει πάνω, επέτρεπε την δική μας κουτουράδα να είμαστε τόσο πολύ εκτεθειμένοι σε τέτοιο χαλασμό. Μπορεί να ήταν γι‘ αυτόν κάτι σαν ρουτίνα μα ο κίνδυνος να μας βουτήξει κανένα κύμα, μεγάλος. Και πράγμα περίεργο. Εγώ, να μη φοβάμαι; Μα καθόλου όμως; Με τόσους φίλους γύρω μου αισθανόμουν ασφαλής. Αυτό το συναίσθημα της προστασίας των φίλων απ’ όταν ήμουνα μικρή και μέχρι τώρα πια σε προχωρημένη ηλικία δεν λέει να μου φύγει.

Ο Αριστοτέλης έλεγε: ’’Το καλύτερο αντίδοτο για πενήντα εχθρούς είναι ένας φίλος.’’

Εάν οι εχθροί ήταν κύματα σαν και τούτα, δεν ξέρω ποια θα ήταν (αν ήταν ) η αναλογία του αρχαίου φιλόσοφου και Πανεπιστήμονα. Κάτι ήξερε ο Μέγας Αλέξανδρος που τον είχε δάσκαλό του πάντως.

Και λίγο πριν μπούμε μέσα, βλέπω σε απόσταση αναπνοής, και κυριολεκτώ, τ’ ορκίζομαι, να, έτσι να έκανα, να τέντωνα το χέρι μου, θα το ακουμπούσα, ένα θεόρατο πράγμα να πλέει δίπλα μας κολλητά σχεδόν. Τι θεριό ήταν αυτό και πότε αναδύθηκε από τη μανιασμένη θάλασσα; Για να καταπιεί ολόκληρο το πλοίο μας κομματάκι δύσκολο έτσι μεγάλο που ήταν, μα για να του κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά το μπορούσε έτσι και το ήθελε. Οι ναύτες του πλοίου να τρέχουν τώρα αλλόφρονες φανερά πανικόβλητοι, να μιλάνε με όρους ναυτικούς και δεν καταλαβαίναμε Χριστό.

Τα αγόρια της παρέας έκπληκτα να κοιτούν το τέρας που βέβαια τέρας δεν ήταν, μα ένα τεράστιο πλοίο κανονικό εμπορικό, που Κύριος Οίδε τι έγινε και λίγο ακόμα να μας εμβολίσει και να πάμε να κάνουμε παρέα (ή και απρόσμενη τροφή τους, γιατί όχι;) στα ψάρια του Αιγαίου.

Να ήταν μήπως πλοίο φάντασμα από αυτά που πλέουν πολλές φορές ακυβέρνητα σε μεγάλες θάλασσες είτε γιατί πειρατές σύγχρονοι και εξ ίσου επικίνδυνοι με τους παλιούς, τα άδειασαν από ό,τι πολύτιμο, είχαν εντός τους, σκοτώνοντας καπεταναίους και ναυτικούς;

Να ήταν κανένα πλοίο στοιχειωμένο απ’ αυτά που το έχουν αμέτι μουχαμέτι τους να φοβερίζουν τους ναυτικούς, όπως η Γοργόνα η αδερφή του Μ. Αλέξανδρου;

Ή μπορεί ακόμη, να μην ήταν φάντασμα και να ήταν Πειρατικό όντως και όπου να είναι θα πηδήξουν πάνω μας οι κουρσάροι, να μας αφανίσουν κάνοντας ρεσάλτο. Αλλιώς, τι δουλειά είχαν να πλέουν τόσο κοντά μας; Φαίνεται όμως ότι η Μεγαλόχαρη το νησί της οποίας πριν λίγο είχαμε αφήσει, μας προστάτευσε και μας γλύτωσε, από έναν θανάσιμο κίνδυνο, που δεν ήταν ανάγκη να είσαι ναυτικός για να τον καταλάβεις.

Και το αγόρι μου;

Πού ήταν το αγόρι μου όλη αυτήν την ώρα του θανάσιμου κινδύνου;

Στεκόταν και θαύμαζε το πλοίο φάντασμα; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι δεν ήταν Δ Ι Π Λ Α μου.

‘’Και έρχεται πια η ώρα που απλά δεν σε νοιάζει. Ίσως κάποτε να σε ένοιαζε πολύ, μα πια κουράστηκες’’. Οπόταν, τι λες;

Λες: Τέλος.

Και όπως έλεγε ο Αγαπημένος μου ο Αμαντέους:

«Ούτε η υψηλή νοημοσύνη ούτε η φαντασία ούτε και τα δύο αυτά μαζί συνθέτουν το μεγαλείο ενός ανθρώπου.

 ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ. Αυτή κάνει τον άνθρωπο Μεγάλο».

Και μένα φαίνεται ότι το αγόρι μου δεν διέθετε στάλα από αυτήν, μα ούτε και κάτι άλλο που το βρίσκω κεφαλαιώδους σημασίας. Δεν διέθετε αυτό που λέμε να μπορείς πάνω του να στηριχτείς και να σε προστατεύει.

Με έπιασε απελπισία. Είχα που είχα τα μπουρίνια μου για το καλοκαίρι που έφευγε, ήρθε τώρα να προστεθεί και η διαπίστωσή μου για το εάν μπορούσα να στηριχτώ πάνω στις στιβαρές και καλογυμνασμένες πλάτες του καλού μου Και με πήραν τα κλάματα.

Ένας ναύτης με έπιασε τρυφερά (ή έτσι μου φάνηκε) από το χέρι και με τράβηξε από το μέρος που στεκόμουν καθώς θαρρείς κάποιος με είχε καρφώσει και τόση ώρα έμενα ακίνητη, λέγοντάς μου: «Έλα κορίτσι μου πάμε μέσα. Δεν βλέπεις; Ακόμη δεν περάσαμε εντελώς τον κίνδυνο. Πάμε πριν σε κτυπήσει κανένα δοκάρι».

Αυτά μου είπε ο παντάξενος ναυτικός ενώ το δικό μου το καμάρι τότε μόνο θυμήθηκε να με πλησιάσει και αγριεμένος να ρωτήσει τον άνθρωπο, γιατί με πηγαίνει μέσα;

Και εγώ, εντελώς αυθόρμητα του απάντησα:

«Βρε άντε στο διάβολο Νίκο μου».

Από τη στιγμή εκείνη δεν ξαναμιλήσαμε.

Το παράξενο καράβι σε λίγο μας είχε προσπεράσει και το έβλεπα για λίγο από το φινιστρίνι του πλοίου να ξεμακραίνει. Το μόνο που αισθανόμουνα ήταν το τρελό κούνημα του δικού μας πλοίου, που εκτός από τα μανιασμένα κύματα ήρθαν να προστεθούν τα απόνερα του τεράστιου πλοίου που πέρασε μπροστά μας.

Οι επιβάτες δεν φαίνονταν να είχαν πάρει χαμπάρι τον κίνδυνο που διατρέξαμε. Άλλοι έπαιζαν χαρτιά προσπαθώντας να τα συγκρατήσουν πάνω στο τραπέζι, άλλοι κοιμόντουσαν νανουρισμένοι από το κούνημα και άλλοι με ευαίσθητα στομάχια ξερνοβολούσαν μέσα σε νάιλον σακούλες, ευγενώς προσφερθείσες από τους καμαρότους για να μη γίνει το πλοίο αποχωρητήριο.

Εκ των υστέρων μάθαμε ότι από ανθρώπινο λάθος είτε του δικού μας πλοιάρχου είτε από βλάβη των σχετικών οργάνων πλεύσης συνέπεσε τα δύο βαπόρια να ακολουθήσουν την ίδια ρότα και λίγο ακόμα να συγκρουστούν.

Καμία εφημερίδα, κανένα ραδιόφωνο ή τηλεόραση δεν ανέφερε το γεγονός.

Να ήταν μία μου παραίσθηση; Να με είχε πάρει ο ύπνος και μπέρδεψα το όνειρο με την πραγματικότητα; Δεν τα έμαθα ποτέ.

Ο Νίκος με τον οποίο ίσως να μπορούσα να συζητήσω το θέμα ήταν πια παρελθόν και οι κουβέντες μαζί του αν και γείτονες είχαν κοπεί μαχαίρι. Και ούτε επεδίωξε να μάθει τι με είχε θυμώσει. Ένοιωσε προσβεβλημένος που τον διαβολόστειλα. Υποψιάζομαι ότι τον βόλευε και αυτόν το τέλος μας.

Πιο θλιβερό τέλος καλοκαιριού δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει.

Ευτυχώς.

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Από τότε που με θυμάμαι, μουντζουρώνω τα χαρτιά. Η πένα μου το εισιτήριό μου για «όπου». Στο tovivlio.net ήρθα επισκέπτρια και έγινα οικοδέσποινα. Αυτό θα πει ευτυχισμένη συνεργασία! Κάνοντας επιμέλειες κειμένων, τρέφομαι από τις ψυχές των άλλων και από το μεγαλείο της δικής τους πένας, για να φορτίζω τη δική μου. Διηγήματα και ποιήματά μου υπάρχουν στις τέσσερις πολύ επιτυχημένες μας συλλογές: «Μια εικονα…1000 λέξεις» Α&Β τόμος, στις «Τρενογραφίες» και στις "Ιστορίες μπονσάι". Κείμενά μου επίσης "κρεμαστήκαν" στους μήνες του εξαιρετικού Καλλιτεχνικού ημερολογίου της σελίδας στα έτη 2015, 2016 και 2017. Πριν από ένα χρόνο, εκδόθηκε και η πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων μου «23&1 σταθμοί», για να μου επιβεβαιώσει ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα αρκεί να τους φερόμαστε με αγάπη. Το μέλλον κρύβει καινούριους στόχους, νέες συλλογές και ένα μυθιστόρημα που όλο μου ξεγλιστρά και όλο επιστρέφει πιο σίγουρο…

14 Σχόλια

  1. Χριστινα Σουλελε

    Λενα, επεισοδιακο τελειωμα καλοκαιριου. Ολοι οι πονοι μαζεμενοι, του αποχαιρετισμου του καλοκαιριου και του χωρισμου. Δελφινια που μαλλον τα αγαπας πολυ κι ενα φαντασμα, που επισης σου αρεσει. Νοσταλγια, περπετεια, ανατροπες σε ενα πολυ ομορφο διηγημα.Μπραβο Λενα!

    Απάντηση
  2. Lena Mavroudi Mouliou

    Ένα τέλος καλοκαιριού που δεν θα το έλεγα ωραίο. Και το φάντασμα που λες, ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑ. Συνέβη σε μένα και την παρέα μου πριν κάτι χρόνια λόγω τιμής και διατρέξαμε μεγάλο κίνδυνο.Και Χριστίνα μου συγγνώμη αλλά τα φαντάσματα καθόλου δεν μού αρέσουν …

    Απάντηση
  3. Σοφία Ντούπη

    Μου άρεσε η ιστορία σου Λένα μου… που ναι, έχει και το σασπένς και την ανατροπή, χαρακτηρίστηκα των περισσότερων κειμένων σου!!!!!!!!Μου άρεσε πολύ μπράβο σου!!!!!!!!!

    Απάντηση
  4. Μάχη Τζουγανάκη

    Ένα τέλος που δεν ήταν ωραίο αλλά έδωσε την αφορμή για να δει ξεκάθαρα η ηρωίδα σου οτι τζάμπα έκαιγε…η λάμπα της αγάπης της για τον Νίκο…Όμορφες περιγραφές με την αγωνία που ζωγραφίζεις πολλές φορές στα διηγήματά σου.

    Απάντηση
  5. Lena Mavroudi Mouliou

    Πόσο πικρό πράγματι να διαπιστώνεις ότι »καίει τσάμπα η λάμπα της αγάπης σου» για κάποιον…
    Ευχαριστώ Μάχη

    Απάντηση
  6. Αθηνά Μαραβέγια

    Λένα μου, να ‘μαι κι εγώ, μετά από τόσο καιρό!!!!!!!!!!!
    Τώρα, τι να σου πω για το τόσο ταξιδιάρικο διήγημά σου; Ταξίδι σκέτο, με όλη τη σημασία της λέξης. Ταξίδι στη θάλασσα, ταξίδι ολοκλήρωσης του καλοκαιριού, μαζί και του Νικολάκη!!!!!!!!!!!!
    ΝΑ είσαι καλά και να μας ταξιδεύεις τόσο όμορφα!!!!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  7. Lena Mavroudi Mouliou

    Τώρα ΠΟΙΑ να σκεφτώ ότι είσαι;;;;;
    Οποια κι’ αν είσαι ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια

    Απάντηση
  8. Lena Mavroudi Mouliou

    Αθηνάάάάά΄μου μού έλειψες, έτσι που με έχεις καλομάθει.
    Σ’ευχαριστώ για τα υπέροχα λόγια σου.
    Είσαι καλά;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

    Απάντηση
  9. Βάσω Καρλή

    Περιπέτεια και αυτή που ζήσατε. Όμως τέλος καλό, όλα καλά. Πολύ ωραία η ιστορία σου, Λένα.

    Απάντηση
    • Lena Mavroudi Mouliou

      Nα και ένας άνθρωπος που με πίστεψε ότι δεν επρόκειτο για »πλοίο φάντασμα»
      Ευχαριστώ Βάσω.

      Απάντηση
  10. Μάρθα Δήμου

    Λένα μου, καλησπέρα. Επέστρεψα στον «πολιτισμό» και σήμερα διάβασα την όμορφη ιστορία σου με τους κινδύνους της και τον Νικόλα να αποδεικνύεται λίγος για σένα! Μου άρεσε πολύ! Καλό Φθινόπωρο!

    Απάντηση
  11. Ανώνυμος

    Πού ήσουν κορίτσι μου; Στη Ζούγκλα με τον Ταρζάν;;;;
    Χαίρομαι που σού άρεσε η ιστορία . Συνέβη,όσον αφορά το πλοίο, αλλά βέβαια έχει και την μυθοπλασία της.
    Ευχαριστώ Μάρθα για τα καλά σου λόγια,

    Απάντηση
  12. Lena Mavroudi Mouliou

    Επαναλαμβάνω την απάντησή μου:
    Πού ήσουν κορίτσι μου;Στη Ζούγκλα με τον Ταρζάν;;;;
    Χαίρομαι που σού άρεσε η ιστορία Το σκέλος με το πλοίο συνέβη . Έχει βέβαια γενικώς και την μυθοπλασία της.
    Ευχαριστώ Μάρθα ,πάντα, για τα καλά σου λόγια .

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος