Καφέ “Όνειρο”

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

-Παναγιώτη το κορίτσι μας πού είναι;

-Και πού να ξέρω εγώ; Μάντης είμαι; Ή μου δίνει αναφορά για το πού θα πάει κάθε φορά!

-Καλέ ντε, δε σου είπαμε και τίποτα. Το κορίτσι να δούμε θέλαμε. Παρέξενε!

Ο Παναγιώτης -ετών 77- έρχεται κάθε απόγευμα στο καφέ «Όνειρο». Το καφέ αυτό για καφετέρια νεολαίας ξεκίνησε. Με τις τηλεοράσεις του, τις νοβες του, τα δεκάδες ονόματα καφέδων του και τα μπέργκερς του. Ο Πέτρος -ετών 45- είχε πιάσει λέει τον παλμό της περιοχής. «Θα το κάνω στέκι Παναγιώτη. Τα πιτσιρίκια θα έρχονται για τις κοπάνες τους και τα φοιτητάκια για την ερωτοφωλιά τους ή τα παιχνίδια τους. Κοίτα! Πήρα και μια κοπέλα μούρλια. Να πέφτουν τα σορόπια για δαύτην να κονομάμε».

Το «Όνειρο». Πράγματι όνειρο ήταν. «Όνειρο θερινής νυκτός Πέτρο» του έλεγε ο Παναγιώτης σαν τον είδε να κρεμά την πινακίδα και εκείνος τον στραβοκοίταξε. «Καλά βρήκα άνθρωπο να καταλάβει. Εσύ πού να ξέρεις από πιτσιρίκια! Δες εμένα που έχω τρία αγόρια. Αυτά θέλουν!» του έλεγε πληγώνοντάς τον έτσι ξεδιάντροπα και φέρνοντάς τον στην απέναντι μεριά. Εκείνων που δεν ξέρουν…

Το καφέ «Όνειρο έγινε τελικά, το καφενείο «Όνειρο» και δε μάζεψε καμιά πιτσιρικαρία όπως ονειρευόταν ο Πέτρος, αλλά μάζεψε όλους εκείνους που ξέρουν και δεν ξέρουν, τα γεροντάκια της γειτονιάς παρατημένα και μη. Το καταλάβαινες εύκολα από το ατσαλάκωτο πουκάμισο, την κολόνια και το φρεσκοπλυμένο μαντήλι, ποια από δαύτα είχανε από πίσω τους κυράδες ή ανθρώπους να τους νοιάζονται. Ο Παναγιώτης δεν ήταν από εκείνους κι όσο κι αν έπλενε ο ίδιος τα ρούχα του, όσο καθαρός και να ήταν, μύριζε μοναξιά από χιλιόμετρα. Μοναδική του παρηγοριά το καφέ «Όνειρο» κι ο φίλος του ο Αριστείδης. Που πότε τον θύμωνε, πότε τον έκανε να γελά και πότε να ξεχνιέται. Και πότε όλα μαζί. Όπως τώρα.

-Δηλαδή δεν την είδες καθόλου;

-Τι θα γίνει ρε Αριστείδη; Για ποιον με πέρασες; Πού να ξέρω εγώ πού είναι η Μαρία. Ώχου…

Κοιτούσε ανήσυχος στο καφενείο. Τούτο το «Όνειρο» δεν είχε μόνο τον Αριστείδη, κακά τα ψέματα. Είχε και εκείνην, τη λεύκα του. Τη Μαρία. Σα λεύκα έμοιαζε. Ψηλή, λεπτή με δέρμα λευκό. Σαν περπάταγε, τα μαλλιά της ανέμιζαν σαν τα φύλλα της λεύκας. Σερβιτόρα σου λέει. Με δίπλωμα αγγλικής και γαλλικής φιλολογίας. Μάνα άρρωστή, πατέρας εξαφανισμένος. Αδέρφια τρία και μικρά κι εκείνη η λεύκα η μεγάλη που άπλωνε τα κλαδιά της και τους έκανε σκιά.

Ερχόταν και καθόταν δίπλα του όταν δεν είχε κόσμο. «Σαν παππού μου σε έχω» του έλεγε. Κι εκείνος της έλεγε ιστορίες από τα παλιά. «Δεν ερωτεύτηκες ποτέ Παναγιώτη;», του είπε μια φορά στεναχωρημένη. «Ερωτεύτηκα Μαρία μου. Ερωτεύτηκα. Ποιος γλιτώνει;» έλεγε και βράχνιαζε η φωνή του. «Και; Πού είναι;» του έλεγε η Μαρία. Κι εκείνος έδειχνε με το δάχτυλό του ψηλά στον ουρανό. Του ‘πιανε το χέρι και το χάιδευε γλυκά. Κι ύστερα το έβαζε πάνω στην καρδιά της. «Παντού είναι. Στις καρδιές όλων. Να και σε εμένα που σε αγαπώ Παναγιώτη σαν παππού μα και σαν πατέρα μου». Βούρκωνε κι εκείνος. Μια που γινόταν παππούς και μια που γινόταν πατέρας. Τίποτα από τούτα δεν αξιώθηκε να ακούσει. Κι εκείνη, η λεύκα του, γινόταν η κόρη του και η εγγονή του. Και τι δε θα έδινε να τη δει άλλη μια φορά μα το ήξερε πως δε θα έρθει πια. «Παναγιώτη, αν δεις ότι δεν έρθω μια μέρα, πάει να πει πως το αποφάσισα να πετάξω». «Να πετάξεις;» της έλεγε εκείνος με αγωνία. «Όχι εκεί πάνω. Μη φοβάσαι», του έλεγε γελώντας. «Μα να… κοίτα… εδώ στα χέρια μου έχω φτερά. Ακόμα είναι μικρά. Αφτέρουγη νιώθω ακόμα. Μια σπρωξιά θέλω από τη μάνα τη ζωή και θα φύγω». Του άρεσε τούτο που άκουγε. Κι ας τον πόναγε βαθιά.  Σε δικές του πληγές. Την φανταζόταν να βγάζει τις ρίζες από το χώμα και να πετά. Στον ουρανό. Ένα δέντρο αερικό.

-Παναγιώτη αυτό μου το έδωσε η Μαρία… η Μαρία που μας άφησε στα κρύα του λουτρού να σερβίρουμε εμείς τους καφέδες σας, του ‘πε ο Πέτρος δυνατά και έφυγε θυμωμένος, διακόπτοντας τις σκέψεις του.

Το άνοιξε όπως ξετυλίγει ένα παιδί μια καραμέλα. Το ξετύλιξε και ένιωσε τη γλύκα. Μια γεύση από πορτοκάλι και φράουλα.

«Παναγιώτη, δυνάμωσαν. Είμαι έτοιμη. Εκεί ψηλά θα πετάω και για σένα. Η κόρη σου και η εγγονή σου μαζί. Σε αγαπώ».

Ακολουθήστε μας

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

Ο αλγόριθμος στο χαμόγελό της!

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης Η Ελένη καθόταν στο μικρό καφέ της γειτονιάς με τον καπουτσίνο της να κρυώνει δίπλα στον φορητό υπολογιστή. Στα 38 της χρόνια είχε μάθει να κρύβει τις ρυτίδες της με φίλτρα και τις απογοητεύσεις της με χιούμορ. Δούλευε ως...

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Επιστροφή στο χωριό

Επιστροφή στο χωριό

Ήθελε πολύ να κλάψει, να ξεσπάσει. Μα όσο κι αν προσπάθησε να βγάλει από μέσα του αυτό που του άδραχνε σφιχτά την καρδιά και του έκοβε την ανάσα, δεν το κατάφερνε. Τα κόκκινα από την αγρύπνια μάτια του παράμεναν στεγνά, σαν τα χωράφια που τα είχε ζεματίσει η αναβροχιά...

Άφιλτρο τσιγάρο

Άφιλτρο τσιγάρο

ΑΦΙΛΤΡΟ ΤΣΙΓΑΡΟ Κοίτα..  Έλεγα και σου έδειχνα την απλωμένη πόλη προς τα κάτω. Βράδυ στο ‘μπαλκόνι’ της Σαλονίκης. Εγώ δεν την έλεγα ποτέ Σαλονίκη!.  Εσύ μου το κόλλησες. Πάντα Θεσσαλονίκη την έλεγα.  Ολόκληρη.  Γιατί της άξιζε και με το παραπάνω. Κούκλα σαν και σένα....

Αντρικό κούρεμα

Αντρικό κούρεμα

Τα καλοκαίρια γυρίζαμε έξω. Οι μανάδες στο σπίτι οι πατεράδες στη δουλειά εμείς στις αλάνες. Οι αλάνες - δρόμοι, ήταν σαν τις γελοιογραφίες του Mordillo. Αν σου έφευγε η μπάλα στην κατηφόρα, είχες δυο επιλογές. Η μια ν’ αρχίσεις το τρέξιμο ώστε τα δεδομένα του...

12 σχόλια

12 Σχόλια

  1. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Το Μπράβο δεν γίνεται ποτέ ρουτίνα. Μπράβο και πάλι!

    Απάντηση
  2. Rea Zacharia

    Ένα όνειρο, Μάχη μου. Νοσταλγικό, γλυκό, με φτερά που δυνάμωσαν και γεύση πορτοκάλι και φράουλα <3

    Απάντηση
  3. Χριστίνα Σουλελέ

    ΄Ενα όμορφο όνειρο γεμάτο μυρωδιές και γλυκές γεύσεις. Μπράβο Μάχη!

    Απάντηση
  4. Άννα Ρουμελιώτη

    Πολύ πολύ όμορφο Μάχη μου..γλυκιά η αίσθηση που αφήνει..να είσαι καλά…την καλημέρα μου!

    Απάντηση
  5. Σοφία Ντούπη

    Πολύ συγκινητικό το κείμενό σου Μάχη μου…Καινούργιο…κι όμως έχει μέσα του και κάτι από τα παλιά! Σαν γλυκό του κουταλιού! Μου άφησε τη γεύση από το γλυκό τριαντάφυλλο της γιαγιάς μου, που μ’ έκανε να αναρωτιέμαι πάντα πως γίνεται να χωράει τόση μαγεία σε ένα τόσο μικρό βαζάκι!!! Μαγικό…όπως μόνο εσύ ξέρεις!!! Την αγάπη μου!!!

    Απάντηση
  6. Βάσω Καρλή

    Ο καθένας από εμάς για να κρατηθεί στη ζωή πρέπει να έχει το δικό του όνειρο και να το χρωματίσει αναλόγως. Ένα ζεστό, ονειρεμένο κείμενο. Πολύ όμορφο Μάχη μου. Μπράβο σου.

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *